Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει μέρος της σύγκρουσης Ισραήλ-Τουρκίας/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΕΠΟΧΗ", 6/9/2026

2026-09-07 15:53

Η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει μέρος της σύγκρουσης Ισραήλ-Τουρκίας

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΕΠΟΧΗ", 6/9/2026

 

epohi.gr/articles/i-ellada-den-prepei-na-ginei-meros-tis-sygkroysis-israil-toyrkias/

 

 

Η συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι μεμονωμένο γεγονός. Εντάσσεται στη γενικότερη στρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Μεσογείου και στη διαμόρφωση μιας νέας, πιο σύνθετης αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή. Πολλά κράτη δημιουργούν ταυτόχρονα διαφορετικά σχήματα συνεργασίας, αναζητώντας ερείσματα και αντίβαρα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων ανταγωνισμών.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο με ποιους συνεργάζεται η Ελλάδα. Είναι για ποια στρατηγική συνεργάζεται. Η συνεργασία με μια χώρα δεν πρέπει να σημαίνει και υιοθέτηση της δικής της περιφερειακής στρατηγικής. Διότι υπάρχει κίνδυνος οι επιμέρους συνεργασίες να πάψουν να υπηρετούν μια συνολική στρατηγική και να αρχίσουν οι ίδιες να την υποκαθιστούν.

 

Το Ισραήλ δεν μπορεί να γίνει η ελληνική στρατηγική

Στην Ελλάδα διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια –και ολοένα περισσότερο σε ορισμένους κυβερνητικούς κύκλους– η αντίληψη ότι η στενότερη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ μπορεί να αποτελέσει βασικό αντίβαρο στην Τουρκία. Η λογική αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως ελκυστική: εάν η Τουρκία ενισχύει τις περιφερειακές σχέσεις της, η Ελλάδα θα πρέπει να δημιουργήσει ακόμη ισχυρότερες δικές της συνεργασίες.

Όμως έτσι μια διεθνής συνεργασία μετατρέπεται σταδιακά σε λογική στρατοπέδων. Και αυτό είναι διαφορετικό πράγμα. Η Ελλάδα θα μπορούσε ίσως να συνεργάζεται με το Ισραήλ, όπως και με την Αίγυπτο, τις αραβικές χώρες, τις ΗΠΑ ή τα ευρωπαϊκά κράτη, όταν όμως αυτό εξυπηρετεί τα δικά της συμφέροντα. Αλλά δεν έχει λόγο να προσδέσει την εξωτερική πολιτική της στη λογική της αντιπαράθεσης Ισραήλ-Τουρκίας.

Το Ισραήλ έχει τη δική του περιφερειακή στρατηγική, τις δικές του απειλές και τις δικές του προτεραιότητες. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, καθώς η κυβέρνηση Νετανιάχου αντιμετωπίζει την Τουρκία ολοένα περισσότερο ως περιφερειακό ανταγωνιστή, ιδίως σε σχέση με τις εξελίξεις στη Συρία. Και καθώς πλησιάζουν οι ισραηλινές εκλογές του Οκτωβρίου, ο Νετανιάχου έχει επιπλέον πολιτικό κίνητρο να προβάλλει την Τουρκία ως έναν ακόμη σημαντικό αντίπαλο του Ισραήλ.

Είναι λογικό να θεωρεί κανείς ότι ο Νετανιάχου δεν επιθυμεί εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ούτε λύση του Κυπριακού, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε τη χρησιμότητα ορισμένων από τις σημερινές περιφερειακές συμμαχίες του. Η Ελλάδα, όμως, δεν πρέπει να υιοθετήσει ως δική της στρατηγική τις ανάγκες μιας άλλης κυβέρνησης.

Η ίδια λογική αφορά και τα σχήματα συνεργασίας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ή Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου. Η συνεργασία με τις χώρες αυτές μπορεί να είναι χρήσιμη. Το πρόβλημα αρχίζει όταν θεωρείται ότι αυτά τα σχήματα μπορούν να «απομονώσουν» την Τουρκία ή να την υποχρεώσουν, μέσω ενός δικτύου συμμαχιών, να αλλάξει στάση.

Η Τουρκία είναι μεγάλη περιφερειακή δύναμη, μέλος του ΝΑΤΟ, με σημαντικές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, τη Ρωσία και τις χώρες της περιοχής. Δεν πρόκειται να απομονωθεί επειδή η Ελλάδα θα δημιουργήσει περισσότερα σχήματα συνεργασίας γύρω της. Αντίθετα, η αίσθηση περικύκλωσης μπορεί να την οδηγήσει στην αναζήτηση νέων αντιβάρων. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αμοιβαίου ανταγωνισμού. Και εδώ βρίσκεται η ουσία:η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να γίνει μέρος ενός περιφερειακού ανταγωνισμού που δεν είναι αποκλειστικά δικός της.

 

Η αποτροπή δεν υποκαθιστά την πολιτική

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στην αντιμετώπιση των εξοπλισμών. Η αποτροπή είναι αναγκαία. Όμως, άλλο η αποτροπή και άλλο η πεποίθηση ότι η ασφάλεια μπορεί να εξασφαλιστεί κυρίως μέσα από μια διαρκή συσσώρευση οπλικών συστημάτων. Οι εξοπλισμοί δεν αποτελούν από μόνοι τους εξωτερική πολιτική. Η αποτροπή μπορεί να αγοράσει χρόνο για τη διπλωματία. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη διπλωματία.

Μια στρατηγική που απαντά σε κάθε τουρκική κίνηση με περισσότερα όπλα και σε κάθε τουρκική συνεργασία με μια νέα ελληνική συμμαχία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν ανταγωνισμό χωρίς τέλος. Κάθε πλευρά θα θεωρεί ότι πρέπει να κάνει ένα ακόμη βήμα για να μη μείνει πίσω από την άλλη.

Το οικονομικό κόστος μιας τέτοιας λογικής δεν είναι αμελητέο. Ιδιαίτερα σε μια Ευρώπη που καλείται να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της, η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει την αντίληψη ότι η ασφάλεια μετριέται απλώς με το ύψος των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Εξάλλου, είναι μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια έφτασε στο χείλος της επίσημης πτώχευσης, με τα υπέρογκα εξοπλιστικά προγράμματα να έχουν συμβάλει σημαντικά στη δημοσιονομική επιβάρυνσή της. Η ήττα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στον Ψυχρό Πόλεμο δείχνει, άλλωστε, ότι ένας παρατεταμένος εξοπλιστικός ανταγωνισμός μπορεί να αποδειχτεί οικονομικά και πολιτικά δυσβάσταχτος.

Χρειαζόμαστε ένοπλες δυνάμεις ικανές να αποτρέπουν και να υπερασπίζονται τη χώρα. Χρειαζόμαστε, όμως, κυρίως πολιτική στρατηγική για το τι θέλουμε να αποτρέψουμε και τι θέλουμε τελικά να επιτύχουμε. Και αυτό μας επιστρέφει αναπόφευκτα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

 

Να λύσουμε τις διαφορές, όχι να κερδίσουμε τον ανταγωνισμό

Η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν πραγματικές και σοβαρές διαφορές. Δεν υπάρχει, όμως, λόγος να θεωρούμε ότι μόνη επιλογή είναι η διαρκής προετοιμασία για την επόμενη κρίση. Τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχτεί ότι ο διάλογος μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Δεν είναι λογικό, επομένως, να αντιμετωπίζεται ο διάλογος ως παραχώρηση ή ως ένδειξη αδυναμίας, ενώ οι εξοπλισμοί και οι νέες στρατιωτικές συνεργασίες να παρουσιάζονται ως η κατεξοχήν «στρατηγική».

Χρειάζεται το αντίστροφο: επιτάχυνση και εμβάθυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου, με στόχο την επίλυση των διμερών διαφορών. Αυτό σημαίνει διαπραγμάτευση χωρίς προκαταβολική απαίτηση να αποδεχτεί ο άλλος τη θέση μας. Σημαίνει να αναζητήσουμε αμοιβαίους, έντιμους και προωθητικούς συμβιβασμούς. Και όπου η πολιτική διαπραγμάτευση δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμφωνία σημαίνει προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με κοινή συμφωνία των δύο πλευρών και σαφές πλαίσιο.

Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιεί τις διεθνείς συνεργασίες της για να αξιοποιεί τη θέση της, όχι για να συγκροτήσει ένα μέτωπο εναντίον της Τουρκίας. Να συνεργάζεται με την Αίγυπτο και τις αραβικές χώρες χωρίς να μετατρέπει αυτές τις σχέσεις σε μηχανισμό περικύκλωσης της Τουρκίας. Να συνεργάζεται με το Ισραήλ χωρίς να υιοθετεί τη στρατηγική του Νετανιάχου. Και να παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στην ευρωπαϊκή θέση της.

Το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσουμε τον ανταγωνισμό με την Τουρκία, αλλά να μειώσουμε την ανάγκη του ανταγωνισμού.Η πραγματική στρατηγική ασφάλειας δεν είναι να προετοιμαζόμαστε διαρκώς για την επόμενη κρίση. Είναι να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις, ώστε η επόμενη κρίση να γίνει λιγότερο πιθανή.

 

Πίσω

Αναζήτηση στο site

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα