Blog

Η Ευρώπη χρειάζεται μια «Ένωση 2.0» για να επιβιώσει/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2026-05-12 09:51

Η Ευρώπη χρειάζεται μια «Ένωση 2.0» για να επιβιώσει

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ", 12/5/2026

 

www.metarithmisi.gr/content/e-europe-khreiazetai-mia-enose-20-gia-na-epibiosei

 

Για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε το πιο επιτυχημένο ειρηνευτικό σχέδιο στην ιστορία. Αυτή η επιτυχία, ωστόσο, σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Η ΕΕ οικοδομήθηκε για να τιθασεύσει τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς, όχι για να ανταγωνιστεί ηπειρωτικές αυτοκρατορίες. Σήμερα, ο διεθνής καταμερισμός ισχύος καθορίζεται από γίγαντες και η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί σε ρυθμιστικό αντικείμενο αντί για υποκείμενο.

 

Η τριπλή κρίση που απειλεί το ευρωπαϊκό μοντέλο

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις παράλληλες, υπαρξιακές πιέσεις.

Πρώτον, είναι μια γηράσκουσα ήπειρος που υστερεί συστηματικά έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας σε ανάπτυξη και παραγωγικότητα. Οι χαμηλές επενδύσεις υπονομεύουν την καινοτομία, ενώ το κοινωνικό μοντέλο χρηματοδοτείται όλο και πιο δύσκολα. 

Δεύτερον, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί ριζικά. Η Ρωσία αποτελεί άμεση στρατιωτική απειλή από την Ανατολή. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο παραδοσιακός σύμμαχος της Ευρώπης, μετακινούνται από τον ρόλο του εγγυητή ασφαλείας σε εκείνον του αναξιόπιστου εταίρου ή ακόμη και του ανταγωνιστή.

Τρίτον, η Ένωση πάσχει από θεσμική παράλυση. Με μόλις το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού και ένα φθίνον μερίδιο στην παγκόσμια οικονομία, μόνο μια οικονομικά και πολιτικά ενωμένη Ευρώπη, ικανή να διασφαλίζει η ίδια την άμυνά της, μπορεί να σταθεί απέναντι σε δυνάμεις που επιδιώκουν να διαιρέσουν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής. Κι όμως, ακόμη και μετά την εισβολή στην Ουκρανία και τις απειλές για τη Γροιλανδία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν παρουσιάσει καμία τολμηρή πρωτοβουλία αναβάθμισης της Ένωσης.

 

Οι λύσεις υπάρχουν. Λείπει η συναίνεση

Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη σχεδίων. Οι Εκθέσεις των πρώην πρωθυπουργών της Ιταλίας, Λέτα και Ντράγκι, κατέθεσαν μια σαφή δέσμη πολιτικών: ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς. Η άρση των εθνικών φραγμών στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τις τηλεπικοινωνίες, τις ψηφιακές αγορές και την ενέργεια θα έδινε άμεση ώθηση στην οικονομία της ΕΕ. Το ίδιο ισχύει για την εναρμόνιση του πτωχευτικού και του εταιρικού δικαίου. 

Η ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και της Τραπεζικής Ένωσης είναι προϋπόθεση για να παραμείνουν οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις εντός Ευρώπης και να χρηματοδοτήσουν την καινοτομία. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν θα επανεκκινούσε μόνο την ευημερία. Θα παρείχε και την τεχνολογική και οικονομική βάση για να προβάλλει ισχύ η Ευρώπη διεθνώς, υπερασπιζόμενη τις αξίες και τα συμφέροντά της.

 

Το «βέτο» κρατά την Ευρώπη όμηρο

Η οικονομική ενοποίηση, όμως, δεν αρκεί. Η Ευρώπη οφείλει να οικοδομήσει το δικό της αμυντικό σύστημα, δεδομένης της αναξιοπιστίας των ΗΠΑ και άρα του ΝΑΤΟ, και να υιοθετήσει τη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία στην εξωτερική πολιτική. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που ρυθμίζει την λειτουργία της Ε.Ε., προβλέπει ήδη τις νομικές οδούς. Η πολιτική βούληση απουσιάζει.

Τα πρόσφατα γεγονότα είναι αποκαλυπτικά. Ο πόλεμος στο Ιράν, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ και οι βομβαρδισμοί στον Λίβανο έδειξαν ότι ακόμη και μια κοινή δήλωση της ΕΕ μπορεί να παραλύσει από το «βέτο» ενός και μόνο κράτους-μέλους. Το «βέτο» του μέχρι πρόσφατα πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, μπλόκαρε δάνειο 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία και το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Η Ουγγαρία, με 1% του ΑΕΠ και 2% του πληθυσμού της ΕΕ, έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια 450 εκατομμυρίων Ευρωπαίων.

Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. εξακολουθούν να αδυνατούν να συμφωνήσουν σε ενιαίο ρυθμιστή για ψηφιακές υπηρεσίες, τηλεπικοινωνίες και χρηματοπιστωτικά, σε Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων ή σε φορολογική εναρμόνιση. Ισχυρά εθνικά συμφέροντα έχουν ουσιαστικά αιχμαλωτίσει κυβερνήσεις και επιβάλλουν την ομοφωνία ακόμη και εκεί που δεν απαιτείται νομικά.

 

Η απάντηση: Μια ομοσπονδιακή πρωτοπορία

Για τεχνικές μεταρρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς αρκεί η ειδική πλειοψηφία. Για φορολογία, χρέος, εξωτερική πολιτική και άμυνα, τα εθνικά «βέτο» παραμένουν. Εάν δεν αποδεχόμαστε την παρακμή της Ευρώπης ως ανεξάρτητου δρώντα, η λύση είναι ιστορικά δοκιμασμένη: μια «Ένωση εντός της Ένωσης». Έτσι δημιουργήθηκε η «Ζώνη Σένγκεν». Έτσι δημιουργήθηκε το ευρώ.

Αυτή η πρωτοπορία πρόθυμων κρατών-μελών θα ολοκλήρωνε την εσωτερική αγορά και θα συνέθετε κυριαρχία στο ευρώ, τη φορολογία και τις επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στην τεχνολογία, την κλιματική πολιτική, την ενεργειακή ανεξαρτησία μέσω Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την αμυντική βιομηχανία. Θα ίδρυε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας και Αμυντικό Σύστημα με πολιτικές δυνατότητες και δική του αλυσίδα διοίκησης. Θα υιοθετούσε τη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της φορολογίας και των χρηματοπιστωτικών.

Το νομικό εργαλείο υπάρχει: «ενισχυμένες συνεργασίες» με ομοιογενή σύνθεση, υποστηριζόμενες από μια λειτουργική Συνθήκη που θα ρυθμίζει τη λήψη αποφάσεων και θα διασφαλίζει τη δημοκρατική λογοδοσία.

 

Η Ιστορία δεν θα συγχωρήσει την αδράνεια

Σε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια και η επιβίωση της Ευρώπης διακυβεύονται ανοιχτά, είναι αδιανόητο μία πρωτεύουσα να κρατά ομήρους όλους τους υπόλοιπους. Εάν ορισμένες σημαντικές χώρες ηγηθούν αυτής της «Ένωσης 2.0» (ανοιχτής σε όλα τα κράτη-μέλη), αυτό θα λειτουργήσει ως μαγνήτης για όσους σήμερα διστάζουν.

>>

Άρθρο του Θ. Τσίκα στην “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”: Η Ευρώπη επανεξετάζει τη σχέση με τις ΗΠΑ

2026-05-11 14:44

Άρθρο του Θ. Τσίκα στην “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”: Η Ευρώπη επανεξετάζει τη σχέση με τις ΗΠΑ

 

www.iapogevmatini.gr/kosmos/242845/arthro-toy-th-tsika-stin-a-i-eyropi-epanexetazei-ti-schesi-me-tis-ipa/

 

Πίσω από την επιφανειακή ευγένεια που χαρακτηρίζει τις ευρωπαϊκές επαφές με τον Ντόναλντ Τραμπ από τις αρχές του 2025 εξελίσσεται μια πολύ πιο ουσιαστική διαδικασία: μια σταδιακή αλλά βαθιά αναθεώρηση της διατλαντικής σχέσης. Χωρίς θορυβώδεις δηλώσεις ή θεαματικές ρήξεις, ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες προχωρούν σε επιλογές που υποδηλώνουν στρατηγική αποστασιοποίηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Η μετατόπιση αυτή γίνεται πιο εμφανής στους πλέον κρίσιμους τομείς ισχύος, την άμυνα, την τεχνολογία και το διάστημα. Εκεί όπου για δεκαετίες κυριαρχούσε σχεδόν αυτόματα η προτίμηση σε αμερικανικά συστήματα και πλατφόρμες, παρατηρείται πλέον μια αυξανόμενη διάθεση αναζήτησης ευρωπαϊκών εναλλακτικών. Δεν πρόκειται απλώς για οικονομική διαφοροποίηση αλλά για συνειδητή πολιτική στάθμιση κινδύνου απέναντι σε μια Ουάσινγκτον που θεωρείται ολοένα και λιγότερο προβλέψιμη και αξιόπιστη.

Ενδεικτικές είναι πρόσφατες αποφάσεις που μέχρι πρότινος θα θεωρούνταν αδιανόητες: από την επιλογή ευρωπαϊκών παρόχων υπηρεσιών cloud αντί αμερικανικών κολοσσών έως την προμήθεια αντιαεροπορικών συστημάτων ευρωπαϊκής κατασκευής αντί των καθιερωμένων αμερικανικών. Οι επιλογές αυτές αντανακλούν μια νέα προτεραιότητα: την ενίσχυση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας σε κρίσιμες υποδομές και δυνατότητες.

Η στροφή αυτή δεν πραγματοποιείται χωρίς κόστος. Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να υποστούν απώλειες σε επίπεδο αποτελεσματικότητας, οικονομιών κλίμακας ή διαλειτουργικότητας με το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, το βασικό κίνητρο δεν είναι η διαχείριση της ιδιοσυγκρασίας ενός προέδρου αλλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς το ίδιο το αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης και τη συνέπεια της εξωτερικής του πολιτικής.

Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε ο πρόσφατος πόλεμος στο Ιράν. Η αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλουν ταχεία έκβαση και να διασφαλίσουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έπληξε καίρια την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής. Για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες, σύμμαχοι βρέθηκαν να αμφισβητούν έμπρακτα την ικανότητα της Ουάσινγκτον να εγγυηθεί βασικά δημόσια αγαθά της διεθνούς τάξης, ενώ ορισμένοι επιχείρησαν να περιορίσουν ακόμη και τη στρατιωτική της διευκόλυνση.

Το σοκ αυτό υπερβαίνει την Ευρώπη. Από τον Περσικό Κόλπο έως την Ασία, παραδοσιακοί εταίροι των ΗΠΑ επανεξετάζουν σιωπηρά τις στρατηγικές τους εξαρτήσεις, την ώρα που δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν ενισχύουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Η σχετική αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεμονίας δεν αποτελεί πλέον αφηρημένη πρόβλεψη αλλά εξελισσόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η Ευρώπη έχει κάνει πολλά σημαντικά βήματα τον τελευταίο χρόνο. Πρωτοβουλίες όπως οι «συνασπισμοί των προθύμων» ή η Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά για τη στρατηγική αυτονομία της.

Η διατλαντική σχέση δεν καταρρέει, τουλάχιστον όχι άμεσα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα της δυτικής ισχύος και αναντικατάστατο σύμμαχο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ωστόσο, το γεγονός ότι τίθενται πλέον ανοιχτά ερωτήματα για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας συνιστά ιστορική τομή.

Η Ευρώπη δεν εγκαταλείπει τις ΗΠΑ. Αλλά για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αρχίζει να προετοιμάζεται σοβαρά για ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο: ότι όταν θα τις χρειαστεί, ίσως να μην είναι εκεί.

 

Ο κ. Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

Η έξοδος των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ ως σύμπτωμα μιας νέας γεωπολιτικής τάξης/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST (30/4/2026)

2026-05-01 16:17
Η έξοδος των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ ως σύμπτωμα μιας νέας γεωπολιτικής τάξης
 
 HUFFINGTON POST
 
 
 
 
Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ δεν πρέπει να διαβαστεί ως τεχνική προσαρμογή ή ως μια ακόμη διαφωνία στο εσωτερικό ενός διεθνούς Οργανισμού. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης δομικής μετατόπισης: το τέλος της εποχής όπου η παγκόσμια αγορά πετρελαίου μπορούσε να ρυθμίζεται μέσω ενός ενιαίου, συντονισμένου καρτέλ.
 
Σε ένα διεθνές σύστημα που ήδη δοκιμάζεται από πολέμους, ενεργειακή αστάθεια και την επιστροφή της γεωπολιτικής ως κυρίαρχου παράγοντα,   η κίνηση των ΗΑΕ λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι ο ΟΠΕΚ δεν αποτελεί πλέον μηχανισμό επιβολής ισχύος, αλλά χώρο διαχείρισης εσωτερικών αντιφάσεων.
 
 
 
Η ψευδαίσθηση της συλλογικής ενεργειακής ισχύος
Ο ΟΠΕΚ βασίστηκε ιστορικά σε μια θεμελιώδη προϋπόθεση: ότι τα κράτη-μέλη έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα γύρω από τη διαχείριση της προσφοράς πετρελαίου. Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, έχει προ πολλού διαβρωθεί.
 
Τα ΗΑΕ αποτελούν την πιο χαρακτηριστική απόδειξη. Με μια οικονομία που δεν εξαρτάται πλέον μονοσήμαντα από το πετρέλαιο, αλλά από την ένταξή της στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου, δεν έχουν κανένα στρατηγικό κίνητρο να περιορίζουν την παραγωγική τους ικανότητα στο όνομα μιας συλλογικής συμφωνίας που εξυπηρετεί ολοένα και λιγότερο τα δικά τους συμφέροντα.
 
 
Η έξοδος, επομένως, δεν είναι ρήξη με τον ΟΠΕΚ. Είναι η λογική κατάληξη μιας μακράς αποσύνδεσης.
 
Η γεωπολιτική πραγματικότητα διαλύει τα καρτέλ
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η γεωπολιτική διάσταση. Ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποκάλυψε απλώς τις αδυναμίες της περιφερειακής ασφάλειας, αλλά ανέδειξε και την εσωτερική αντίφαση ενός Οργανισμού που περιλαμβάνει κράτη με αντικρουόμενες στρατηγικές προτεραιότητες.
 
Δεν είναι δυνατόν, στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο, να συνυπάρχουν κράτη που αντιμετωπίζουν άμεσες απειλές ασφάλειας από άλλους βασικούς παίκτες του ίδιου Οργανισμού.
 
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική στο πλαίσιο του ΟΠΕΚ+, όπου η παρουσία της Ρωσίας μετατρέπει τον ενεργειακό συντονισμό σε προέκταση γεωπολιτικών ανταγωνισμών που δεν έχουν καμία σχέση με την αγορά πετρελαίου αυτή καθαυτή.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή των ΗΑΕ δεν είναι απλώς λογική. Είναι σχεδόν αναπόφευκτη.
 
 
Ο ΟΠΕΚ ως θεσμός που χάνει το αντικείμενό του
Η βασική αδυναμία του ΟΠΕΚ σήμερα δεν είναι οι εσωτερικές διαφωνίες του, αλλά η δομική απώλεια του εργαλείου που τον καθιστούσε ισχυρό: της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που μπορούσε να ενεργοποιηθεί συλλογικά για τη σταθεροποίηση της αγοράς.
 
Αυτό το εργαλείο πλέον συγκεντρώνεται σε ελάχιστους παίκτες, και κυρίως σε κράτη που δεν έχουν πλέον ισχυρό κίνητρο να λειτουργούν συλλογικά.
 
Με την αποχώρηση των ΗΑΕ, ο ΟΠΕΚ δεν χάνει απλώς ένα μέλος. Χάνει έναν από τους λίγους παραγωγούς που μπορούσαν να δώσουν πρακτικό περιεχόμενο στην έννοια της “αγοράς υπό διαχείριση”.
 
 
Μια νέα ενεργειακή τάξη χωρίς καρτέλ
Η ουσία της εξέλιξης είναι ότι το διεθνές ενεργειακό σύστημα μεταβαίνει σταδιακά από ένα μοντέλο συντονισμού σε ένα πολυκεντρικό, ανταγωνιστικό περιβάλλον. Σε αυτό το περιβάλλον, τα κράτη δεν επιδιώκουν πλέον τη συλλογική σταθερότητα, αλλά τη μέγιστη δυνατή εθνική ευελιξία.
 
Η αποχώρηση των ΗΑΕ δεν προκαλεί αυτή τη μετάβαση. Την επιβεβαιώνει.
 
Και υπό αυτή την έννοια, ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι σημαίνει αυτή η κίνηση για τον ΟΠΕΚ. Είναι αν ο ΟΠΕΚ έχει ακόμη λόγο ύπαρξης σε έναν κόσμο όπου οι βασικοί του παίκτες δεν πιστεύουν πλέον στο ίδιο του το θεμέλιο.
 
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
>>

"Από το Ορμούζ στην πράσινη αυτονομία της Ευρώπης" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο" - 25/4/2026

2026-04-25 20:43

Από το Ορμούζ στην πράσινη αυτονομία της Ευρώπης

 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο" - 25/4/2026

 

www.tanea.gr/print/2026/04/25/opinions/apo-to-ormouz-stin-prasini-aytonomia-tis-eyropis/

 

Θόδωρος Τσίκας

 

Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν και το ανοιγοκλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρουν με βίαιο τρόπο μια παλιά – διαρκώς όμως υποτιμημένη – αλήθεια: η ενεργειακή εξάρτηση δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά θεμελιώδης παράγοντας γεωπολιτικής ευαλωτότητας. Για την Ευρώπη, που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, το σοκ αυτό δεν είναι άλλη μια κρίση. Είναι στρατηγικό καμπανάκι κινδύνου. Η Ιστορία προσφέρει χρήσιμα προηγούμενα.

Μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών (που οδήγησε στην πετρελαϊκή κρίση του 1973), οι δυτικές οικονομίες αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν το ενεργειακό μοντέλο τους, επενδύοντας στη διαφοροποίηση πηγών και στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Πρόσφατα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για δραστική μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Σήμερα, η πρόκληση είναι ποιοτικά διαφορετική. Δεν αρκεί αντικατάσταση ενός προμηθευτή από άλλον. Η λογική της «ενεργειακής μετατόπισης» εντός των ίδιων εξαρτήσεων έχει εξαντλήσει τα όριά της.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να επιταχύνει αποφασιστικά την ενεργειακή μετάβαση, όχι μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και ως στρατηγική αναγκαιότητα. Οι φωνές που – στο όνομα της «ασφάλειας» – εισηγούνται επιστροφή στον άνθρακα και τον λιγνίτη ή επιβράδυνση της απεξάρτησης από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, δεν συνιστούν ρεαλισμό. Συνιστούν ανακύκλωση της ευαλωτότητας. 

Κάθε καθυστέρηση στην πράσινη μετάβαση παρατείνει την έκθεση της Ευρώπης σε γεωπολιτικούς εκβιασμούς και κρίσεις τιμών. Η μετάβαση σε καθαρή, άφθονη και κατά το δυνατόν εγχώρια ενέργεια είναι η μόνη αξιόπιστη οδός για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο, με εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθιστά αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επείγουσα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με ένα μοντέλο, στο οποίο η ενεργειακή ασφάλειά της εξαρτάται από ασταθείς περιοχές και ευάλωτες θαλάσσιες οδούς.

Η επιτάχυνση της πορείας προς Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως ηλιακή και αιολική ενέργεια, αποτελεί κεντρικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής. Τόσο γιατί αυτές μειώνουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και διότι περιορίζουν την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και συμβάλλουν στη σταθερότητα των τιμών.

Παράλληλα, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας και η διασύνδεση των αγορών πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους και πιο συντονισμένους ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, θα ήταν χρήσιμο η Ευρώπη να επενδύσει πιο επιθετικά σε τεχνολογίες-γέφυρες, όπως το «πράσινο» υδρογόνο και η γεωθερμία, που μπορούν να καλύψουν τα κενά της μετάβασης και να ενισχύσουν την ενεργειακή επάρκεια.

Είναι αναγκαίο, η ενεργειακή μετάβαση να ενσωματωθεί στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Η ενίσχυση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών καθαρής τεχνολογίας είναι βεβαίως παράγοντας ανάπτυξης, συμβάλλει όμως και στη στρατηγική ανθεκτικότητα της Ενωσης.

Είναι λανθασμένο το δίλημμα μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας και πράσινης μετάβασης: η πράσινη μετάβαση είναι όρος ενεργειακής ασφάλειας. Το διακύβευμα είναι σαφές. Δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας ή τη συμμόρφωση με τη διεθνή Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Αφορά και τη δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει αυτόνομα την πολιτική της σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Αν δεν επιταχύνει τώρα, θα συνεχίσει να πληρώνει το κόστος της εξάρτησης, οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 
>>

Η πτώση του Όρμπαν και το ρήγμα στη Διεθνή της Ακροδεξιάς/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ"

2026-04-21 19:32
Η πτώση του Όρμπαν και το ρήγμα στη Διεθνή της Ακροδεξιάς
 
 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ", 19/4/2026
 
 
 
 
 
 
 
Θόδωρος Τσίκας
 
 
Η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν δεν είναι μια απλή κυβερνητική εναλλαγή. Είναι πλήγμα στο πιο συνεκτικό και αποτελεσματικό μοντέλο αυταρχικής διακυβέρνησης που παρήγαγε η σύγχρονη Ευρώπη. Για χρόνια η Ουγγαρία λειτούργησε ως εργαστήριο της Ακροδεξιάς. Το παράδειγμα που ενέπνεε από την Ουάσιγκτον του Ντόναλντ Τραμπ έως τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα. Γι’ αυτό και η πτώση του δεν αφορά μόνο τη Βουδαπέστη. Αγγίζει τον ίδιο τον συσχετισμό δυνάμεων στη μάχη για τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Το «μοντέλο Όρμπαν» δεν ήταν απλώς μια ιδεολογική κατασκευή. Ήταν ένα λειτουργικό σχέδιο εξουσίας: ένα επαναλαμβανόμενο πρωτόκολλο ελέγχου των θεσμών, της κοινωνίας και, τελικά, της ίδιας της πολιτικής διαδικασίας.
 
 
 
Η κατάληψη των θεσμών
Στον πυρήνα αυτού του υποδείγματος βρισκόταν ο συστηματικός έλεγχος της ενημέρωσης. Η συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης σε περιορισμένα επιχειρηματικά κέντρα και η σταδιακή ευθυγράμμισή τους με την εκτελεστική εξουσία διαμόρφωσαν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Η ενημέρωση μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας, περιορίζοντας τη δυνατότητα ουσιαστικής αντιπαράθεσης και λογοδοσίας. Το ουγγρικό παράδειγμα δεν είναι μεμονωμένο. Ανάλογες τάσεις -ηπιότερες αλλά υπαρκτές- καταγράφονται σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ και στην Ελλάδα η συζήτηση για τη συγκέντρωση των ΜΜΕ και την ποιότητα της ενημέρωσης παραμένει ανοιχτή.
 
Εξίσου καθοριστικός υπήρξε ο έλεγχος της Δικαιοσύνης. Μέσα από θεσμικές παρεμβάσεις και αλλαγές στη σύνθεση ανώτατων δικαστηρίων υπονομεύθηκε σταδιακά η ανεξαρτησία της. Δεν πρόκειται απλώς για θεσμική εκτροπή αλλά για κεντρικό μηχανισμό ενός συστήματος που αποδυναμώνει τα αντίβαρα και επιτρέπει την αναπαραγωγή της εξουσίας χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Το μοντέλο αυτό -ο λεγόμενος «εκλογικός αυταρχισμός»- διατηρεί την τυπική δημοκρατική διαδικασία, απονευρώνοντας όμως την ουσία της.
 
Επιπλέον, το προσφυγικό/μεταναστευτικό αποτέλεσε βασικό πεδίο πολιτικής εργαλειοποίησης. Μέσα από συστηματική κατασκευή απειλών η κυβέρνηση Όρμπαν οικοδόμησε ένα συνεκτικό αφήγημα φόβου, που λειτούργησε ως μηχανισμός πολιτικής συσπείρωσης. Παράλληλα, η επίθεση στα δικαιώματα -ιδίως σε ζητήματα φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού- διαμόρφωσε ένα ιδεολογικό πλαίσιο βαθιά συντηρητικό και «κλειστό». Η στρατηγική αυτή δεν αφορά μόνο την Ουγγαρία. Αποτελεί κοινό τόπο για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.
 
Το τέλος της «ακλόνητης» κυριαρχίας
Το ουγγρικό μοντέλο δεν περιορίστηκε στους θεσμούς. Επεκτάθηκε στην οικονομία. Η αγορά μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής ανταμοιβής: ένα πλέγμα επιχειρηματικών συμφερόντων, στενά συνδεδεμένων με την εξουσία, διαμορφώθηκε με όρους εξάρτησης. Πρόκειται για μια μορφή «κράτους-μαφία», όπου η επιτυχία δεν κρίνεται στην αγορά αλλά στην πολιτική εγγύτητα. Το ίδιο μοτίβο συναντάται στη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν και, σε ηπιότερες εκδοχές, στον δημόσιο διάλογο των ΗΠΑ.
 
Παράλληλα, ο εκλογικός μηχανισμός προσαρμόστηκε ώστε να αναπαράγει την εξουσία. Η αναδιάταξη των εκλογικών περιφερειών και η στάθμιση της ψήφου ευνοούσαν συστηματικά την ύπαιθρο, όπου το κυβερνών κόμμα διατηρούσε ισχυρά ερείσματα. Η εκλογική ανατροπή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή αυτή η «ασφαλής» γεωγραφία έσπασε. Για πρώτη φορά η πολιτική αλλαγή δεν περιορίστηκε στα αστικά κέντρα.
 
Το ιδεολογικό πλαίσιο που στήριξε αυτό το σύστημα ήταν εξίσου συμπαγές. Η χώρα παρουσιάστηκε ως «πολιορκημένη»: από διεθνείς ελίτ, φιλελεύθερους θεσμούς, την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρόσωπα όπως ο Τζορτζ Σόρος. Στο εσωτερικό, οι πολιτικοί αντίπαλοι βαφτίστηκαν «φορείς ξένων συμφερόντων». Η ρητορική αυτή συμπληρώθηκε από έναν επιθετικό χριστιανικό εθνικισμό και μια συστηματική επίθεση στα δικαιώματα, από την ισότητα των φύλων έως τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» επανήλθε ως συνεκτική ιδεολογική κόλλα.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όρμπαν διατηρούσε στενές σχέσεις τόσο με τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Πίσω από τις επιμέρους διαφορές διακρίνεται μια κοινή στρατηγική αντίληψη: ένας κόσμος ισχύος, σφαιρών επιρροής και αποδυνάμωσης των υπερεθνικών θεσμών, με πρώτη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Το μήνυμα για την Ευρώπη
Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε αποκαλυπτική. Αν και η Ουγγαρία παρέμεινε θεσμικά εντός της Ένωσης, η πολιτική της χαρακτηρίστηκε από διαρκή αμφισβήτηση κανόνων και αρχών, ιδίως σε ό,τι αφορά το Κράτος Δικαίου και τη διαφάνεια. Οι συγκρούσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η ενεργοποίηση ευρωπαϊκών μηχανισμών που θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις πριν την εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων αποσαφήνισαν τα όρια της ευρωπαϊκής ανοχής απέναντι σε αυταρχικές παρεκκλίσεις.
 
Η ήττα του Όρμπαν, συνεπώς, υπερβαίνει τα εθνικά όρια. Έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ακροδεξιά ενισχύεται σε ολόκληρη την Ευρώπη και διαθέτει πλέον οργανωμένα δίκτυα επιρροής, χρηματοδότησης και πολιτικής παραγωγής. Γι’ αυτό και το ουγγρικό αποτέλεσμα υπενθυμίζει κάτι που πολλοί είχαν αρχίσει να ξεχνούν: κανένα αυταρχικό σύστημα δεν είναι άτρωτο. Η ανατροπή δεν προέκυψε αυτόματα. Προέκυψε από κοινωνική κινητοποίηση, από συστηματική πολιτική δουλειά, από τη διεύρυνση του ακροατηρίου πέρα από τις «ασφαλείς» ζώνες της αντιπολίτευσης. Ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, μεταφέροντας το αίτημα της δημοκρατίας, της διαφάνειας και των δικαιωμάτων μέχρι τις περιφέρειες της χώρας.
 
Το ουγγρικό αποτέλεσμα δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματα. Καταρρίπτει όμως έναν επικίνδυνο μύθο: ότι τα καθεστώτα αυτού του τύπου είναι ανίκητα. Δεν είναι. Χρειάζεται χρόνος, σχέδιο, επιμονή και -πάνω απ’ όλα- κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για να ηττηθούν. Αυτό είναι και το κρίσιμο μήνυμα για την Ευρώπη και την Ελλάδα: η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Κερδίζεται.
 
 
 
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
>>

"Ανάσα ειρήνης ή αρχή της επόμενης κρίσης; " / Άρθρο στη "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ" για την συμφωνία εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν

2026-04-09 17:15

Ανάσα ειρήνης ή αρχή της επόμενης κρίσης;

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 

www.metarithmisi.gr/content/anasa-eirenes-e-arkhe-tes-epomenes-krises

 

Θόδωρος Τσίκας     09 Απρ 2026

Η εύθραυστη εκεχειρία δύο εβδομάδων στο μέτωπο της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ διαμορφώνει ένα προσωρινό πλαίσιο αποκλιμάκωσης, χωρίς ωστόσο να επιλύει τις βαθιές γεωπολιτικές αντιθέσεις. 

 

Η έννοια της «νίκης» παραμένει σχετική και πολυεπίπεδη, καθώς κάθε πλευρά επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει διαφορετικά αποτελέσματα της σύγκρουσης.

 

 1. Ποιος κέρδισε τελικά; 

 

Στρατιωτικά το Ιράν έχει υποστεί σημαντική φθορά. Οι ζημιές στις αμυντικές δυνατότητες του, στο Ναυτικό, στην αεράμυνα και σε κρίσιμες υποδομές εκτιμάται ότι θα χρειαστούν μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποκατασταθούν. Παράλληλα, έχουν πληγεί καίρια εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα του, καθώς και η ικανότητα εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

 

Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο, η ηγεσία του Ιράν μπορεί να προβάλλει ως «νίκη» τη διατήρηση του καθεστώτος στην εξουσία. Η επιβίωση του θεοκρατικού καθεστώτος αποτέλεσε πρωταρχικό στόχο της Τεχεράνης, ακόμη και εις βάρος της ευρύτερης κατάστασης της χώρας. 

 

Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, μπορούν να υποστηρίξουν ότι πέτυχαν τους βασικούς στρατιωτικούς τους στόχους: την αποδυνάμωση του Ιράν και τον περιορισμό των στρατηγικών του δυνατοτήτων. Ωστόσο, δεν επετεύχθη ο μαξιμαλιστικός στόχος της ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος.

 

 2. Ο κρίσιμος ρόλος των Στενών του Ορμούζ

 

Καθοριστικό σημείο στην εξέλιξη της σύγκρουσης αποτέλεσε το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Το προσωρινό κλείσιμό τους από το Ιράν προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία, καθώς πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους διαύλους μεταφοράς ενέργειας διεθνώς.

 

Η εκεχειρία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το άνοιγμα των Στενών, καθώς η Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αποδεχθεί μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας που θα επηρέαζε τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

 

Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η δημιουργία πολυεθνικής ναυτικής δύναμης για την επιτήρηση της περιοχής, με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών από την Ευρώπη, την Ασία και τον αραβικό κόσμο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας.

 

 3. Δύσκολες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα

 

Οι επικείμενες διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ αναμένεται να είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.

 

Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο βασικά ζητήματα:

 

Το επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν, το οποίο σήμερα φέρεται να έχει φτάσει έως και το 60%, πολύ πάνω από τα όρια προηγούμενων Συμφωνιών, όπως εκείνης της εποχής του Μπαράκ Ομπάμα.

Η τύχη των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 450 κιλά.

Παράλληλα, κρίσιμο παραμένει το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων, με τις θέσεις των δύο πλευρών να παραμένουν σημαντικά αποκλίνουσες.

 

 4. Ο ρόλος της Κίνας και του Πακιστάν

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην παρέμβαση της Κίνας, η οποία φαίνεται να συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη της εκεχειρίας. Το Πεκίνο, ως βασικός ενεργειακός εταίρος του Ιράν, είχε ισχυρό κίνητρο να διασφαλίσει την ομαλή ροή πετρελαίου και να αποτρέψει περαιτέρω αποσταθεροποίηση.

 

Παράλληλα, το Πακιστάν αναδεικνύεται σε κρίσιμο διαμεσολαβητή, ενισχύοντας τον γεωπολιτικό του ρόλο. Μαζί με την Τουρκία και την Αίγυπτο, συμμετείχε σε έναν άτυπο άξονα διαπραγμάτευσης, με καθοριστική συμβολή και του στρατιωτικού κατεστημένου του Πακιστάν.

 

 5. Ανοιχτό μέτωπο στον Λίβανο και στο βάθος εκλογές στο Ισραήλ

 

Την ίδια ώρα, η εκεχειρία δεν καλύπτει το μέτωπο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Το Ισραήλ αναμένεται να συνεχίσει τις επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ, επιδιώκοντας την πλήρη αποδυνάμωσή της.

 

Η στρατηγική αυτή συνδέεται τόσο με ζητήματα ασφάλειας του βορείου Ισραήλ, όσο και με εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, καθώς ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να ενισχύει τη δημοτικότητά του μέσω της συνέχισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ενόψει εκλογών.

 

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

Το ΝΑΤΟ, οι Ευρωπαίοι και ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST, 28/3/2026

2026-03-28 12:47

Το ΝΑΤΟ, οι Ευρωπαίοι και ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν

HUFFINGTON POST, 28/3/2026

 

www.huffingtonpost.gr/blogs/to-nato-oi-evropaioi-kai-o-polemos-tou-trab-sto-iran/

 

 

 

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απαιτήσει από τους Ευρωπαίους συμμάχους να στείλουν πλοία στα Στενά του Ορμούζ, ενώ ο πόλεμος του στο Ιράν μαίνεται. Έχει επανειλημμένα επιτεθεί στο ΝΑΤΟ, την ώρα που ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας τον στηρίζει με έμφαση.

Η νέα σύγκρουση με το Ιράν φέρνει το ΝΑΤΟ και, κυρίως, την Ευρώπη μπροστά σε ένα γνώριμο αλλά όλο και πιο οξύ δίλημμα: πώς να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατλαντική συνοχή και στα ίδια τα συμφέροντα της. Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν σχεδιάστηκε συλλογικά, δεν εξυπηρετεί μια σαφή στρατηγική της Συμμαχίας, αλλά παρά ταύτα παράγει συνέπειες που οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να αγνοήσουν.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ επιχειρεί να κρατήσει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, επιλέγει δημόσια να στηρίξει την αμερικανική ηγεσία. Από την άλλη, αναζητά παρασκηνιακά μια διέξοδο που να αντανακλά το συλλογικό συμφέρον της Συμμαχίας. Η στάση αυτή αποτυπώνει την πραγματικότητα: το ΝΑΤΟ δεν είναι ενιαίο ως προς τον πόλεμο αυτόν. Για πολλούς Ευρωπαίους συμμάχους, η σύγκρουση «δεν είναι πόλεμος του ΝΑΤΟ».

Και πράγματι, δεν είναι. Δεν ενεργοποιείται το δόγμα της συλλογικής άμυνας, ούτε υπάρχει σαφής απειλή κατά κράτους-μέλους που να δικαιολογεί εμπλοκή. Ωστόσο, το να μείνει η Ευρώπη στο περιθώριο δεν αποτελεί πραγματική επιλογή. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, η σταθερότητα των ενεργειακών τιμών και η πιθανότητα προσφυγικών ροών συνδέονται άμεσα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η αντίφαση: η Ευρώπη δεν θέλει να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο αμφίβολης νομιμότητας και ασαφούς στρατηγικής, αλλά δεν μπορεί να αποφύγει τις επιπτώσεις του.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη στάση της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική ηγεσία δεν επιδίωξε ουσιαστικό συντονισμό με τους συμμάχους, ενώ ταυτόχρονα ασκεί πιέσεις για στήριξη. Αυτό εντείνει τη δυσαρέσκεια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τροφοδοτεί ένα βαθύτερο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να συνεχιστεί μια συμμαχία όταν το κόστος των αποφάσεων δεν κατανέμεται ισότιμα;

Παράλληλα, η ίδια η σύγκρουση αναδεικνύει έναν ευρύτερο κίνδυνο: την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Η λογική των μονομερών στρατιωτικών ενεργειών υπονομεύει το Διεθνές Δίκαιο και ενισχύει τα κίνητρα για εξοπλισμούς, ακόμη και πυρηνικούς. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται σε αντιδράσεις. Χρειάζεται στρατηγική.

Αυτό δεν σημαίνει στρατιωτική εμπλοκή στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών σε επιθετικές επιχειρήσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η Ευρώπη οφείλει να διαμορφώσει ενεργό ρόλο εκεί όπου διακυβεύονται άμεσα τα συμφέροντά της: στη διασφάλιση των θαλάσσιων οδών, στη σταθεροποίηση της περιοχής μετά τη σύγκρουση και στην ενίσχυση της διπλωματίας.

Ήδη διαφαίνεται μια τέτοια κατεύθυνση. Ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν τη συμμετοχή σε αποστολές προστασίας της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο ή σε μελλοντικές επιχειρήσεις σταθεροποίησης. Αυτές οι πρωτοβουλίες δεν αποτελούν στήριξη ενός πολέμου επιλογής άλλων, αλλά επένδυση στην προστασία ζωτικών συμφερόντων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα κινηθεί αποσπασματικά ή συντονισμένα.  Η συγκυρία απαιτεί μια σαφή, κοινή στρατηγική που να συνδυάζει αποτροπή, διπλωματία και επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στον πόλεμο αυτό θα κριθεί από το αν θα μπορέσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα συμφέροντά της σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας. Και αυτό προϋποθέτει κάτι περισσότερο από ισορροπίες: προϋποθέτει στρατηγική αυτονομία με πραγματικό περιεχόμενο.

 

* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

 

>>

Ιράν-Ανατολική Μεσόγειος: Επικίνδυνη σύγκλιση κρίσεων / Άρθρο στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο", 21/3/26

2026-03-22 15:31

Ιράν-Ανατολική Μεσόγειος: Επικίνδυνη σύγκλιση κρίσεων 

εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο", 21/3/26

 

www.tanea.gr/print/2026/03/21/opinions/epikindyni-sygklisi-kriseon/

 

 

Η επίθεση με drone στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο φέρνει την ευρωπαϊκή πραγματικότητα ένα βήμα πιο κοντά σε εμπλοκή στη σύγκρουση με το Ιράν. Μέσα στην «ομίχλη» του πολέμου, παλιές εστίες έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο επανενεργοποιούνται.

Μετά την έναρξη της μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, η Τεχεράνη απαντά σε πολλαπλά μέτωπα: από το Ισραήλ και αμερικανικούς στόχους μέχρι συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο, τα Στενά του Ορμούζ και τον Καύκασο. Πλέον, όμως, στο κάδρο εισέρχεται δυναμικά και η Ανατολική Μεσόγειος. Είτε πρόκειται για στοχευμένη ενέργεια είτε για επιχειρησιακή αστοχία, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η Ευρώπη εμπλέκεται έμμεσα στη σύγκρουση.

Μέχρι πρόσφατα, η Ευρώπη διατηρούσε περιθωριακό ρόλο. Ούτε το Ισραήλ ούτε οι ΗΠΑ επένδυαν ουσιαστικά στις ευρωπαϊκές θέσεις ή δυνατότητες, πολιτικά ή στρατιωτικά. Οι διαφωνίες για το Ιράν και το Παλαιστινιακό παραμένουν έντονες, ενώ η Ουάσιγκτον τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να περιορίσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι εποχές που η ΕΕ μπορούσε να λειτουργεί ως αξιόπιστος μεσολαβητής, όπως στη συμφωνία του 2015 επί αμερικανικής προεδρίας Ομπάμα για τα πυρηνικά του Ιράν, μοιάζουν μακρινές.

Το μήνυμα του πλήγματος στη βρετανική βάση ήταν πολλαπλό: προς το Ηνωμένο Βασίλειο και κατ’ επέκταση το ΝΑΤΟ, προς την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος της ΕΕ, αλλά και προς την Τουρκία, η οποία διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ημέρες αργότερα, ιρανικοί πύραυλοι που κατευθύνονταν δυτικά αναχαιτίστηκαν πάνω από τη Συρία και την Τουρκία. Η πτώση συντριμμιών σε τουρκικές περιοχές προκάλεσε έντονη αντίδραση της Αγκυρας.

Κάποιες ευρωπαϊκές χώρες ενίσχυσαν την άμυνα της Κύπρου με ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, ενώ η Τουρκία απάντησε αναπτύσσοντας μαχητικά αεροσκάφη F-16 και αντιαεροπορικά συστήματα στη Βόρεια Κύπρο. Οι παράλληλες αυτές κινήσεις ανοίγουν ένα νέο, επικίνδυνο κεφάλαιο. Το Κυπριακό – μια «παγωμένη» σύγκρουση δεκαετιών – επιστρέφει στο προσκήνιο. Οι εξελίξεις δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο στρατιωτικού επεισοδίου, ιδίως στον αέρα και τη θάλασσα.

Η στρατιωτική κινητοποίηση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών ήταν ίσως αναπόφευκτη, αν και δεν έπρεπε να γίνει σε διμερές επίπεδο. Το σωστό θα ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία να επικαλεστεί το άρθρο 42.7 της ευρωπαϊκής Συνθήκης της Λισαβόνας, που προβλέπει ευρωπαϊκή συνδρομή σε κράτος-μέλος. Η τουρκική αντίδραση ήταν εξίσου αναμενόμενη, ακόμη και χωρίς σαφή ένδειξη ότι αποτελούσε στόχο. Η ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη Βόρεια Κύπρο μπορεί να εξυπηρετεί και πολιτικούς στόχους, ενισχύοντας τη θέση της περί «λύσης δύο κρατών» στο Κυπριακό. Και από τις δύο πλευρές οι κινήσεις αυτές παρουσιάζονται στο εσωτερικό ακροατήριό τους ως απολύτως δικαιολογημένες.

Το ανησυχητικό στοιχείο είναι άλλο: οι εντάσεις αυτές αποκτούν δική τους δυναμική, ανεξάρτητη από τον πόλεμο στο Ιράν, δημιουργώντας ένα παράλληλο μέτωπο αστάθειας στα σύνορα της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη σύγκλιση παλιών και νέων συγκρούσεων: Ελλάδα – Τουρκία, ΕΕ – Τουρκία, Ισραήλ – Τουρκία. Ακόμη κι αν δεν αποτελεί κεντρικό θέατρο επιχειρήσεων, η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται εκ νέου σε ζώνη υψηλού ρίσκου.

Σε ένα περιβάλλον όπου το απρόβλεπτο κυριαρχεί, η ελάχιστη προϋπόθεση σταθερότητας είναι η συνεννόηση. Ενας αξιόπιστος μηχανισμός αποτροπής επεισοδίων μεταξύ Τουρκίας και ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν είναι απλώς επιθυμητός. Είναι αναγκαίος, πριν μια «στραβή» στον αέρα ή τη θάλασσα εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη κρίση.

 

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

Ο πόλεμος με το Ιράν και το στρατηγικό δίλημμα των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου/ Άρθρο στη HUFFINGTON POST

2026-03-17 09:48
Ο πόλεμος με το Ιράν και το στρατηγικό δίλημμα των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου
 
HUFFINGTON POST, 17/3/2026
 
 
 
 
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν ανοίξει ένα πολεμικό μέτωπο που τα κράτη του Κόλπου είχαν επενδύσει σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο για να αποτρέψουν. Σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια πραγματικότητα που φοβούνταν: επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, διαταραχές στις μεταφορές και απειλή για τη φήμη της περιοχής ως ασφαλούς οικονομικού και ενεργειακού κόμβου.
 
Υπάρχει ωστόσο και μια απρόσμενη συνέπεια της σύγκρουσης.  Η εκτεταμένη ιρανική ανταπόδοση φαίνεται να έχει περιορίσει τις ενδο-αραβικές διαιρέσεις που υπήρχαν τους τελευταίους μήνες. Μόλις πρόσφατα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία στήριζαν αντίπαλες πλευρές σε συγκρούσεις στο Σουδάν και στη νότια Υεμένη. Σήμερα, όμως, οι χώρες του Κόλπου εμφανίζονται περισσότερο συσπειρωμένες: εξοργισμένες με το Ιράν για              τις επιθέσεις του, απογοητευμένες από τις ΗΠΑ επειδή αγνόησαν     τις προειδοποιήσεις τους και ταυτόχρονα αβέβαιες για το πού οδηγεί η κλιμάκωση.
 
Οι επιθέσεις της Τεχεράνης σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή δεν είναι τυχαίες. Φαίνεται να εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης. Ιρανοί σχολιαστές έχουν υπενθυμίσει ότι το Κουβέιτ υπήρξε σημαντικός οικονομικός κόμβος πριν από το 1991, αλλά δεν ανέκτησε ποτέ πλήρως αυτή τη θέση μετά τον Πόλεμο του Κόλπου. Με αυτή τη λογική, η Τεχεράνη δεν στοχεύει μόνο στη διατάραξη των ενεργειακών αγορών αλλά και στη φθορά της εικόνας του Κόλπου ως περιοχής σταθερότητας. Πρόκειται για έναν τρόπο έμμεσης πίεσης προς την Ουάσινγκτον ώστε να επιστρέψει στο τραπέζι  των διαπραγματεύσεων.
 
Τα έξι κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου βρίσκονται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Μια έντονη διπλωματική πρωτοβουλία θα μπορούσε να προκαλέσει την αντίδραση ενός Αμερικανού προέδρου που επιδιώκει καθαρή στρατιωτική νίκη. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση νομιμοποίηση ενός καθεστώτος που έχει επιτεθεί ανοιχτά εναντίον τους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές πρωτεύουσες της περιοχής κυριαρχεί η αίσθηση ότι έχουν χάσει την ικανότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις στη δική τους γειτονιά.
 
Η κατάσταση αυτή έχει τροφοδοτήσει εικασίες ότι ορισμένες χώρες του Κόλπου θα μπορούσαν να εμπλακούν πιο άμεσα στη σύγκρουση. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο αυτών των σεναρίων, ιδιαίτερα μετά την αποτελεσματική άμυνά τους απέναντι σε μεγάλο όγκο ιρανικών επιθέσεων. Παρ’ όλα αυτά,  η ηγεσία τους εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι σε μια τέτοια επιλογή.
 
Η Σαουδική Αραβία, από την πλευρά της, έχει δεχθεί λιγότερα πλήγματα αλλά εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό της ως τη βασική ηγετική δύναμη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα αναζητήσει τρόπους να επιβεβαιώσει αυτόν τον ρόλο, ιδίως αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν μεγαλύτερη εμπλοκή των περιφερειακών συμμάχων τους. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των ίδιων των κρατών του Κόλπου για το ποιος αποτελεί  τον πιο αξιόπιστο εταίρο της Ουάσινγκτον.
 
Προς το παρόν, πάντως, η βασική προτεραιότητα των χωρών   της περιοχής είναι σαφής: να σταματήσουν οι επιθέσεις, να αποκατασταθούν οι μεταφορικές και ενεργειακές ροές και να περιοριστεί η ζημιά στις οικονομίες τους. Ταυτόχρονα, γνωρίζουν ότι αν το Ιράν εξέλθει από τη σύγκρουση χωρίς ουσιαστικό κόστος, ενδέχεται να αισθανθεί ακόμη πιο ενθαρρυμένο να προχωρήσει τόσο στις περιφερειακές του φιλοδοξίες όσο και στο πυρηνικό του πρόγραμμα του.
 
Γι’ αυτό και η πιο πιθανή βραχυπρόθεσμη στάση των κρατών  του Κόλπου είναι η λεγόμενη «στρατηγική υπομονή». Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία θα παρακολουθούν στενά την εξέλιξη του πολέμου, προσπαθώντας να διαπιστώσουν αν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διαθέτουν μια συνεκτική στρατηγική και ρεαλιστικούς στόχους.
 
Αν η έκβαση της σύγκρουσης αρχίσει να γέρνει καθαρά προς τη μία πλευρά, δεν αποκλείεται ορισμένες χώρες του Κόλπου να επιλέξουν μια περιορισμένη συμμετοχή, σε μια στιγμή χαμηλότερου κινδύνου. Αντίθετα, εάν ο πόλεμος μετατραπεί σε μια μακρά και αβέβαιη σύγκρουση φθοράς, είναι πιθανότερο να κινηθούν προς  τη διπλωματική διαμεσολάβηση.
 
Σε κάθε περίπτωση, όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος τόσο περισσότερο υπονομεύεται η εικόνα του Κόλπου ως σταθερού διεθνούς κόμβου. Και ακριβώς γι’ αυτό οι χώρες της περιοχής δύσκολα θα αρκεστούν για πολύ στον ρόλο του παθητικού θεατή. Αν η Ουάσινγκτον δεν παρουσιάσει μια σαφή στρατηγική εξόδου από   τη σύγκρουση, τα κράτη του Κόλπου θα επιχειρήσουν σταδιακά να επηρεάσουν τα ίδια την εξέλιξη των γεγονότων – είτε μέσω διπλωματίας είτε, αν κρίνουν ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, μέσω πιο ενεργών επιλογών.
 
Στην πραγματικότητα, το βασικό ερώτημα για τις μοναρχίες  του Κόλπου δεν είναι μόνο πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά ποιος θα διαμορφώσει την επόμενη περιφερειακή τάξη. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιβάλουν μια σαφή έκβαση, οι χώρες του Κόλπου θα προσαρμοστούν. Αν όμως η σύγκρουση παραταθεί χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, τότε οι ίδιες θα αναγκαστούν να κινηθούν πιο ενεργά για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Σε μια Μέση Ανατολή που αλλάζει γρήγορα, η επιλογή της ουδετερότητας μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή πολυτέλεια.
 
 
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 
 

 

>>

Ιράν: Η ώρα της ευρωπαϊκής στρατηγικής/ Άρθρο στο ΕΘΝΟΣ - ethnos.gr

2026-03-14 22:27

Ιράν: Η ώρα της ευρωπαϊκής στρατηγικής

ΕΘΝΟΣ - ethnos.gr , 13/3/2026

 

 

www.ethnos.gr/opinions/article/401153/iranhorathseyropaikhsstrathgikhs

 

Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν έχουν ανοίξει μια νέα και επικίνδυνη φάση αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η ευρωπαϊκή επισήμανση ότι οι ενέργειες αυτές παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο είναι απολύτως δικαιολογημένη. Ωστόσο, αν η αντίδραση της Ευρώπης εξαντληθεί σε αυτή τη διαπίστωση, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να περιοριστεί στον ρόλο του θεατή σε μια κρίση που επηρεάζει άμεσα τη δική της ασφάλεια και τα στρατηγικά της συμφέροντα.

 

Η Ευρώπη οφείλει να εξετάσει πώς μπορεί να εμπλακεί ενεργά - χωρίς στρατιωτικά μέσα - στην επόμενη φάση της κρίσης. Το διεθνές σύστημα περιλαμβάνει κανόνες τόσο κατά της στρατιωτικής επιθετικότητας όσο και υπέρ της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πρόκληση είναι αν η Ευρώπη μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία προϋποθέσεων για ένα πιο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στο Ιράν.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στον επικίνδυνο τυχοδιωκτισμό του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, η εστίαση αποκλειστικά στη νομιμότητα των αμερικανικών ενεργειών κινδυνεύει να επισκιάσει ευρύτερες πολιτικές δυναμικές στο εσωτερικό του Ιράν.

 

 

 

>>

"Ο εθνικολαϊκισμός βλάπτει σοβαρά"/ Άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

2026-03-14 22:17

Ο εθνικολαϊκισμός βλάπτει σοβαρά

"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 9/3/2026

 

www.efsyn.gr/stiles/apopseis/503510_o-ethnikolaikismos-blaptei-sobara

 

Η αμυντική συνδρομή στην Κύπρο δεν έπρεπε να γίνει διμερώς. Σωστό θα ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία να ζητήσει ενεργοποίηση του άρθρου 42.7, της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης-ΣΕΕ (Συνθήκη της Λισαβόνας). Το άρθρο προβλέπει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε κράτος-μέλος που δέχεται επίθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να παράσχουν τη συνδρομή τους. Ετσι θα αποφεύγονταν κάθε είδους παρεξηγήσεις και παρερμηνείες.

Αλλά, έστω, η απόφαση ελήφθη. Εστάλησαν φρεγάτες και αεροσκάφη. Γιατί κρίθηκε αναγκαία η επίσκεψη του υπουργού Αμυνας της Ελλάδας στην Κύπρο, η συνάντησή του με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι δηλώσεις μπροστά στις κάμερες κ.λπ.; Σε τι αποσκοπούσε αυτή η «πολιτική σκηνοθεσία»;

Ακούστηκαν τοποθετήσεις σε Ελλάδα και Κύπρο ότι αυτά έγιναν λόγω του ρόλου της Ελλάδας ως Εγγυήτριας Δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας, για υπεράσπιση του «οικουμενικού Ελληνισμού», στο πλαίσιο του «Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος» Ελλάδας-Κύπρου κ.ά.

Η παρωχημένη αυτή ορολογία αντανακλά προβληματική πρόσληψη των σχέσεων Ελλάδας-Κύπρου. Αδυνατίζει στα μάτια τρίτων τη διεθνή οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία συμπεριλαμβάνει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Είναι λάθος η Κύπρος να εμφανίζεται σχεδόν ως «νομός» της Ελλάδας, τον οποίο αυτή υπερασπίζεται. Το μεγάλο «όπλο» μας στο Κυπριακό είναι η ανάδειξη της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας ζητούμε επανένωση μετά από λύση του Κυπριακού.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι είναι εγγυήτρια των Τουρκοκυπρίων και της αυτοαποκαλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Αν η Ελλάδα αρχίσει να προβάλλει τον εαυτό της ως εγγυήτρια του ελεύθερου τμήματος της Κύπρου, διαμορφώνεται μια εικόνα της Κύπρου στην οποία από τη μία πλευρά βρίσκεται η Τουρκία και από την άλλη η Ελλάδα.

Αυτό μπορεί να διαμορφώσει σε διεθνείς παράγοντες την αντίληψη ότι η de facto διαίρεση του νησιού είναι ουσιαστικά αποδεκτή και θα μπορούσε να οδηγήσει σε de jure διχοτόμηση. Οτι το Κυπριακό είναι διμερές πρόβλημα Ελλάδας-Τουρκίας και όχι διεθνές ζήτημα που συζητείται στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Για την εγκατάσταση των πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο, η αντίδραση της Τουρκίας ήταν πολιτικά και διπλωματικά αναμενόμενη, αφού υπάρχει διαφωνία στην ερμηνεία των Συνθηκών της Λωζάννης (1923) και των Παρισίων (1947), περί αποστρατιωτικοποίησης ή καθεστώτος μερικής αποστρατιωτικοποίησης των νησιών. Το πρόβλημα επιτείνεται από την επιλογή των ελληνικών Αρχών να εκδώσουν επιπλέον και επίσημη ανακοίνωση (!) για την εγκατάστασή τους.

Δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι ως χώρα επιχειρούμε κινήσεις που μπορεί να δημιουργήσουν ένταση. Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου ήδη υπάρχει μεγάλη αναταραχή, κανείς διεθνώς δεν θα κατανοήσει μια νέα κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Είναι ανιστόρητη η σκέψη ότι μπορεί να επιτευχθεί ανατροπή στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων ώστε να επιλυθούν ελληνοτουρκικές διαφορές και Κυπριακό. Εχουν ξεκινήσει ελληνοτουρκικός διάλογος και συναντήσεις για το Κυπριακό, διότι θεωρείται ότι μέσω αυτών θα επιτευχθεί λύση. Πραγματοποιήθηκαν ορισμένα θετικά βήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θα ήταν απαράδεκτο να «ξηλωθεί» αυτή η μικρή πρόοδος.

Δεν είναι στιγμή για προβολή ισχύος μέσω εξοπλισμών, ούτε για «επίδειξη σημαίας» της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο εθνικολαϊκισμός βλάπτει σοβαρά την εξωτερική πολιτική.

*Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

Θεόδωρος Τσίκας: Τα όρια της κλιμάκωσης με το Ιράν/ Άρθρο στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

2026-03-14 22:07

Θεόδωρος Τσίκας: Τα όρια της κλιμάκωσης με το Ιράν

εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 6/3/2026

 

 

www.iapogevmatini.gr/politiki/220701/theodoros-tsikas-ta-oria-tis-klimakosis-me-to-iran/

 

Η στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν κινείται, προς το παρόν, σε ένα πλαίσιο «ελεγχόμενης» κλιμάκωσης. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη υπάρχουν. Το ιρανικό καθεστώς επιδιώκει να αποδείξει ότι μπορεί να σύρει την περιοχή σε γενικευμένη σύρραξη, αξιοποιώντας πιέσεις και επιθέσεις σε γειτονικά κράτη. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ δύσκολα θα επιτρέψουν σε συμμάχους τους στον Κόλπο να εμπλακούν ενεργά, διότι μια περιφερειακή επέκταση θα υπονόμευε τον σχεδιασμό τους.

Οι στρατηγικοί στόχοι Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ δεν ταυτίζονται απολύτως. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί ότι, όσο υφίσταται το ιρανικό καθεστώς, η απειλή κατά του Ισραήλ παραμένει υπαρξιακή, λόγω της διακηρυγμένης εχθρότητας και του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αντιθέτως, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αρκεστεί σε μια συμφωνία που θα περιορίζει ουσιαστικά το πυρηνικό και το βαλλιστικό πρόγραμμα, ακόμη και χωρίς αλλαγή καθεστώτος. Η απόκλιση αυτή είναι κρίσιμη: αν οι στόχοι μείνουν περιορισμένοι η σύγκρουση μπορεί να είναι χρονικά οριοθετημένη, αν τεθεί ζήτημα ανατροπής το τοπίο περιπλέκεται δραματικά.

Η Τεχεράνη επιχειρεί, μέσω ρητορικής και συμβολικών ενεργειών, να ωθήσει τρίτες χώρες να πιέσουν τις ΗΠΑ για αποκλιμάκωση. Δεν πρέπει να υπερτιμάται η απειλή, αλλά απαιτείται επαγρύπνηση. Η ενεργοποίηση περιφερειακών πληρεξουσίων, όπως η Χεζμπολάχ ή οι αντάρτες Χούθι, είναι πιθανή κυρίως για λόγους συμβολισμού και περιορισμένων επιχειρησιακών παρεμβάσεων – ιδίως κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. Είναι «ιστορικό λάθος» της Τεχεράνης το γεγονός ότι οι επιθέσεις πλήττουν πλέον κυρίαρχα τα αραβικά κράτη, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια ριζική αναδιαμόρφωση των συμμαχιών στην περιοχή, καθώς χώρες που τηρούσαν ουδέτερη ή και φιλική στάση προς το Ιράν, πλέον συντονίζουν την αεράμυνά τους με τη Σαουδική Αραβία, μετατρεπόμενες σε ανοιχτούς αντιπάλους του καθεστώτος.

Το κρίσιμο γεωοικονομικό ερώτημα αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Ένα παρατεταμένο κλείσιμο θα προκαλούσε ενεργειακό σοκ, άνοδο ναύλων και ασφαλίστρων, πληθωριστικές πιέσεις και αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όμως πρόκειται για «όπλο δύο καννών»: θα έπληττε όχι μόνο τις αραβικές εξαγωγές αλλά και τα ίδια τα ιρανικά έσοδα, ενώ θα δυσαρεστούσε και την Κίνα, βασικό αποδέκτη ιρανικού πετρελαίου.

Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι πολυεπίπεδο. Η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, η ναυτιλία και η ενεργειακή ασφάλεια συνδέονται άμεσα με την εθνική οικονομία και την αρχιτεκτονική ασφάλειας. Οι αποτρεπτικές κινήσεις στην Κύπρο έχουν και ψυχολογική διάσταση, αλλά απαιτούν προσεκτική διαχείριση, ώστε να μη δημιουργηθούν παρερμηνείες ή πρόσθετες εντάσεις. Η σύγκρουση δεν θα λήξει άμεσα. Χερσαίες επιχειρήσεις από ΗΠΑ και Ισραήλ δεν διαφαίνονται, καθώς θα συνεπάγονταν τεράστιο πολιτικό και στρατηγικό κόστος. Το ερώτημα είναι αν θα παραμείνει χρονικά και γεωγραφικά περιορισμένη.

* Ο κ. Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο ΙΔΟΣ

 

 

>>

Θόδωρος Τσίκας / Ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Νομιμότητα, στρατηγική και αβεβαιότητα/ Άρθρο στο ANATROPI NEWS

2026-03-14 22:01

Θόδωρος Τσίκας / Ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Νομιμότητα, στρατηγική και αβεβαιότητα

ANATROPI NEWS, 3/3/2026

 

www.anatropinews.gr/2026/03/thodoros-tsikas-enas-akomi-polemos-sti-mesi-anatoli-nomimotita-stratigiki-kai-avevaiotita/

Η απόφαση των ΗΠΑ, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, σε σύμπλευση με την ισραηλινή ηγεσία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, να προχωρήσουν σε πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν σηματοδοτεί μια επικίνδυνη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Και τούτο διότι οι επιδιώξεις της επιχείρησης φαίνεται να υπερβαίνουν την ανάσχεση του ιρανικού πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος, αγγίζοντας ευθέως το ζήτημα της ανατροπής του καθεστώτος στην Τεχεράνη.

 

Του Θόδωρου Τσίκα*

Η επιλογή της στρατιωτικής οδού έρχεται σε αντίθεση με τη ρητορική Τραμπ περί τερματισμού των «αιώνιων πολέμων». Η  εγκατάλειψη της διπλωματικής διαδικασίας ενισχύει την εκτίμηση ότι η σύγκρουση θεωρήθηκε πολιτικά επωφελής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και του κινδύνου απώλειας της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στο Κογκρέσο.

 

Σε επίπεδο διεθνούς νομιμότητας, η επιχείρηση εγείρει σοβαρά ζητήματα. Δεν υφίσταται εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης του διεθνούς οργανισμού. Παράλληλα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τίθεται θέμα συνταγματικής τάξης, καθώς στρατιωτική εμπλοκή τέτοιου εύρους απαιτεί έγκριση του Κογκρέσου. Η παράκαμψη αυτών των θεσμικών προϋποθέσεων εντείνει την ανησυχία για τη διάβρωση κανόνων που συγκροτούν τη διεθνή και αμερικανική έννομη τάξη.

ΗΠΑ και Ισραήλ δεν έχουν απολύτως ταυτόσημους στόχους. Ενώ συμφωνούν στην αποδυνάμωση (τουλάχιστον) του πυρηνικού προγράμματος και του αποθέματος βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, ο Τραμπ δεν θα είχε αντίρρηση να συνομιλήσει με το σημερινό ιρανικό καθεστώς εφόσον αυτό του προσφέρει λύσεις συμβατές με τις απαιτήσεις που έχει ο ίδιος διατυπώσει.  Αντιθέτως, ο Νετανιάχου θεωρεί αναγκαία την ανατροπή του καθεστώτος, το οποίο θεωρεί υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.

 

Η περιφερειακή διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης έχει ήδη ενεργοποιήσει αντίποινα, στοχεύοντας αμερικανικές βάσεις και ισραηλινούς στόχους, ενώ φιλοϊρανικές ακραίες και τρομοκρατικές δυνάμεις, όπως η οργάνωση των σιιτών μουσουλμάνων του Λιβάνου Χεζμπολάχ και οι αντάρτες Χούθι που έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος της Υεμένης, μπορούν να πλήξουν τη ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή ασφάλεια. Η σύγκρουση απειλεί να διαταράξει εύθραυστες ισορροπίες και να συμπαρασύρει ολόκληρη την περιοχή σε παρατεταμένη αστάθεια.

Είναι «ιστορικό λάθος» της Τεχεράνης το γεγονός ότι οι επιθέσεις πλήττουν πλέον κυρίαρχα αραβικά κράτη, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια ριζική αναδιαμόρφωση των συμμαχιών στην περιοχή, καθώς χώρες που τηρούσαν ουδέτερη ή και φιλική στάση προς το Ιράν, πλέον συντονίζουν την αεράμυνά τους με τη Σαουδική Αραβία, μετατρεπόμενες σε ανοιχτούς αντιπάλους του καθεστώτος.

Η Μέση Ανατολή -και το διεθνές σύστημα συνολικά- δεν είχε ανάγκη από έναν ακόμη πόλεμο. Ο στόχος της αποτροπής της πυρηνικής εξάπλωσης του Ιράν είναι θεμιτός. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα και με μικρότερο κόστος μέσω       της διπλωματίας και της πολυμερούς διαπραγμάτευσης, αντί  της στρατιωτικής κλιμάκωσης με αβέβαιη κατάληξη.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας- διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

 

>>

"Η κατάρρευση της διπλωματίας"/ άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

2026-03-14 22:00

Η κατάρρευση της διπλωματίας

"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 2/3/2026

www.efsyn.gr/stiles/apopseis/502788_i-katarreysi-tis-diplomatias#goog_rewarded

Θόδωρος Τσίκας*

Η απόφαση των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, σε σύμπραξη με την ισραηλινή ηγεσία του Νετανιάχου, να προχωρήσουν σε πολεμική επιχείρηση κατά του Ιράν σηματοδοτεί μια επικίνδυνη καμπή για τη Μέση Ανατολή. Και τούτο διότι οι στόχοι δεν φαίνεται να περιορίζονται στη ματαίωση του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος της Τεχεράνης, αλλά φαίνεται να εκτείνονται σε επιδίωξη «αλλαγής καθεστώτος». Η εγκατάλειψη της διπλωματίας υπέρ της στρατιωτικής κλιμάκωσης συνιστά όχι μόνο στρατηγικό ρίσκο αλλά και πολιτική αντίφαση για έναν Αμερικανό πρόεδρο που είχε δεσμευτεί να τερματίσει τους «αιώνιους πολέμους».

Από πλευράς διεθνούς νομιμότητας, η επιχείρηση δεν διαθέτει εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως απαιτεί ο Καταστατικός Χάρτης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η παράκαμψη του θεσμικού πλαισίου υπονομεύει τον κανόνα της συλλογικής ασφάλειας και ενισχύει τη λογική της μονομερούς χρήσης βίας. Παράλληλα, εγείρονται σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας εντός των ΗΠΑ, καθώς η κήρυξη πολέμου εναπόκειται στο Κογκρέσο.

Η ιστορική εμπειρία από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη δείχνει ότι οι εξωτερικά επιβαλλόμενες «αλλαγές καθεστώτος» οδηγούν συχνά σε χάος, εμφύλιες συγκρούσεις και αυταρχικές αναδιπλώσεις.

Ηδη το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν απαντά πλήττοντας αμερικανικούς στόχους στην περιοχή, ενώ η ενεργοποίηση συμμάχων του, όπως ακραίες και τρομοκρατικές οργανώσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, απειλεί τη ναυσιπλοΐα και τη σταθερότητα συνολικά. Ο θεμιτός στόχος του ελέγχου και του περιορισμού του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος μπορεί και οφείλει να επιδιωχθεί μέσω επαναφοράς της διπλωματίας και της πολυμερούς διαπραγμάτευσης, όχι μέσω μιας σύγκρουσης με άδηλο τέλος.

* Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

«America 250»: Πατριωτισμός, μνήμη και η δοκιμασία της αμερικανικής δημοκρατίας/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2026-02-19 21:13

«America 250»: Πατριωτισμός, μνήμη και η δοκιμασία της αμερικανικής δημοκρατίας

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

www.metarithmisi.gr/content/america-250-patriotismos-mneme-kai-e-dokimasia-tes-amerikanikes-demokratias?fbclid=IwY2xjawQEPXtleHRuA2FlbQIxMABicmlkETE3OFF2VkplcDUxTmpKWFgwc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHudhL9FUhnFr_TRlqghzhrRdHUTs1JrZxVtOtbfJqLs1v0ixIPqn1n_go2bb_aem_Akgg9QzWWFlXqM6MX5aNCA

 

 Θόδωρος Τσίκας/ Μαρωβήτα Νικολαΐδου

 

Φέτος οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπληρώνουν 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας τους. Η επέτειος οργανώνεται θεσμικά μέσω της U.S. Semiquincentennial Commission (“America 250”) και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως εθνική στιγμή ενότητας. Όμως, σε αντίθεση με το «Bicentennial» (επέτειος των 200 χρόνων) του 1976, η χώρα εισέρχεται σε αυτή τη φάση υπό συνθήκες βαθιάς πολιτικής πόλωσης, θεσμικής αμφισβήτησης και συγκρουσιακής επαναδιαπραγμάτευσης της ιστορικής της μνήμης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια μορφή πατριωτισμού θα πλαισιώσει τον εορτασμό των 250 ετών και τι είδους δημοκρατική ταυτότητα θα προκύψει από αυτόν.

 

Ι. Πατριωτισμός: από την αγάπη στην ηθική δέσμευση

Η κλασική φιλοσοφική συζήτηση ορίζει τον πατριωτισμό ως «αγάπη για την πατρίδα». Όμως, όπως έχει αναλυθεί στη σύγχρονη πολιτική θεωρία, η έννοια είναι πολυεπίπεδη. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρεις βασικές μορφές:

  1. Ταυτοτικός/κοσμικός πατριωτισμός (Billig, 1995): έμφαση στα επιτεύγματα, στην ισχύ, στην εθνική υπερηφάνεια.

  2. Συνταγματικός πατριωτισμός (Habermas, 1992): αφοσίωση στους δημοκρατικούς θεσμούς, στο Σύνταγμα και στα δικαιώματα.

  3. Ηθικός πατριωτισμός (MacIntyre, 1984): ιδιαίτερη μέριμνα για την ηθική ακεραιότητα της χώρας — για το αν ενεργεί δίκαια στο εσωτερικό και διεθνώς.

Η σύγκρουση που παρατηρούμε σήμερα στις ΗΠΑ είναι μεν ιδεολογική, αλλά κυρίως αποτελεί σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις του πατριωτισμού.

Στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδύεται με αυξανόμενη ένταση μια θεμελιώδης διάκριση: αν ο πατριωτισμός σημαίνει αφοσίωση σε πρόσωπα και πολιτικές ηγεσίες ή αν σημαίνει προσήλωση σε θεσμικές αρχές που δεσμεύουν άπαντες ανεξαιρέτως.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά απλώς τη ρητορική· αφορά τον ίδιο τον ορισμό της δημοκρατικής νομιμότητας. Μια ισχυρή τάση υποστηρίζει ότι η πίστη στην Αμερική δεν μπορεί να ταυτίζεται με πίστη στην εκάστοτε κυβέρνηση ή σε χαρισματικές πολιτικές φυσιογνωμίες, αλλά οφείλει να εδράζεται σε κανόνες: κράτος δικαίου, διάκριση εξουσιών, εκλογική λογοδοσία και συνταγματική συνέχεια.

Πρόκειται για μια κατανόηση του πατριωτισμού που μετατοπίζει το επίκεντρο από την πολιτική ταύτιση στη θεσμική αυτοδέσμευση — από το «ποιος κυβερνά» στο «υπό ποιους κανόνες κυβερνά». Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοκρατική αφοσίωση αποκτά διαδικαστικό χαρακτήρα: η νομιμότητα προηγείται της εξουσίας και δεν απορρέει από αυτήν. Αυτή η διάκριση αποκτά κομβική σημασία κατά τον εορτασμό America 250.

 

ΙΙ. Η σύγκρουση για τη μνήμη: ποιος ορίζει το «εμείς»;

Η επέτειος συμπίπτει με τα 100 χρόνια από τη θεσμοθέτηση της « Black History Week»(1926), που αργότερα εξελίχθηκε σε «Black History Month». Ωστόσο, η συγκυρία χαρακτηρίζεται από:

  • Νομοθετικές παρεμβάσεις σε πολιτείες που περιορίζουν το περιεχόμενο διδασκαλίας γύρω από φυλή, δουλεία και ανισότητες.

  • Αναθεώρηση ή αποδυνάμωση προγραμμάτων «Diversity, Equity & Inclusion» (DEI).

  • Την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Students for Fair Admissions v. Harvard, 2023), που έκρινε αντισυνταγματική τη χρήση φυλετικών κριτηρίων στις πανεπιστημιακές εισαγωγές.

  • Καταγγελίες για διαγραφή ή συρρίκνωση ομοσπονδιακών δεδομένων σχετικών με ανισότητες.

Η διαμάχη δεν αφορά απλώς εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Όπως έχει δείξει ο Benedict Anderson, τα έθνη είναι «φαντασιακές κοινότητες» — συγκροτούνται μέσα από κοινές αφηγήσεις. Και, όπως θα προσέθετε ο Pierre Bourdieu, η επιλογή του τι διδάσκεται και τι αποσιωπάται είναι άσκηση συμβολικής ισχύος.

 

Η εθνική μνήμη δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική.

Όταν περιορίζεται η διδασκαλία για τη δουλεία, τη φυλετική βία ή τις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες των ανισοτήτων, δεν αφαιρούνται απλώς κεφάλαια από βιβλία. Αναδιαμορφώνονται τα όρια του συλλογικού «εμείς».

Η σύγκρουση για τη «Μαύρη Ιστορία» είναι σύγκρουση για τον ορισμό της ίδιας της αμερικανικής δημοκρατίας.

 

 

ΙΙΙ. Ο μύθος της «ουδετερότητας»

Η επίσημη ρητορική που συνοδεύει την αναθεώρηση προγραμμάτων DEI επικαλείται την «ουδετερότητα». Ωστόσο, στη φιλοσοφία της πολιτικής γνώσης, η ουδετερότητα δεν είναι απουσία πολιτικής· είναι επιλογή πλαισίου.

Ο Simon Keller έχει επισημάνει ότι ο πατριωτισμός συχνά εμπεριέχει μια μορφή «κακής πίστης» — επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας που προστατεύει μια ταυτότητα από την ηθική της έκθεση. Όταν η μνήμη γίνεται επιλεκτική, ο πατριωτισμός μετατρέπεται από ηθική στάση σε μυθολογική αυτοεπιβεβαίωση.

Αντίθετα, ο ηθικός πατριωτισμός δεν φοβάται τη σκοτεινή πλευρά του παρελθόντος. Τη θεωρεί αναγκαία για τη δημοκρατική ωρίμανση.

Ο εορτασμός «America 250» αναμένεται να λειτουργήσει ως κρίσιμο τεστ για τον δημοκρατικό χαρακτήρα της σύγχρονης αμερικανικής διοίκησης: θα αποτελέσει μια επέτειο αυτάρεσκης αυτοεπιβεβαίωσης ή μια ώριμη στιγμή συλλογικής αυτοκριτικής;

Το καίριο ερώτημα πολιτικής φιλοσοφίας εδώ δεν αφορά απλώς τον τρόπο εορτασμού, αλλά το περιεχόμενο και τον συμβολισμό του. Ποια εκδοχή πατριωτισμού θα κυριαρχήσει — μια εορταστική, ενοποιητική αφήγηση χωρίς ρωγμές ή μια κριτική προσέγγιση που αναγνωρίζει τις αντιφάσεις της αμερικανικής εμπειρίας; Και, κατ’ επέκταση, ποια μορφή δημοκρατικής ταυτότητας μπορεί να αναδυθεί σε μια συγκυρία όπου η συλλογική μνήμη, η θεσμική νομιμότητα και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζονται ταυτόχρονα.

 

IV. Αποσύνδεση και «μηδενιστική βία»

Η πολιτική πόλωση των τελευταίων ετών, η αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων, η ρητορική απαξίωσης των θεσμών και τα επίμονα υψηλά επίπεδα ένοπλης βίας συνιστούν όχι μόνο κοινωνικό πρόβλημα αλλά και σύμπτωμα πολιτισμικής αποσύνδεσης.

Όταν διαρρηγνύεται η κοινή αφήγηση, διαρρηγνύεται και η κοινή ταυτότητα.

Σε συνθήκες όπου:

  • οι θεσμοί αμφισβητούνται,

  • η ιστορική μνήμη κατακερματίζεται,

  • η πολιτική ταυτότητα αναδομείται με όρους φυλετικής ή ιδεολογικής απόλυσης,

αναδύεται αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «μηδενιστική βία»: βία αποσυνδεδεμένη από συλλογικό όραμα, βία ως έκφραση ταυτότητας και όχι πολιτικού προγράμματος.

Η απουσία κοινού ηθικού πατριωτισμού αφήνει κενό που συχνά καλύπτεται από φυλετικό ή πολιτισμικό απολυταρχισμό.

Τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά: το 57% φοβάται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πορεία προς έναν εμφύλιο πόλεμο. Το 60% εκτιμά ότι οι φυλετικές σχέσεις επιδεινώνονται — ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με πέρυσι. Το 69% των μη λευκών ψηφοφόρων δηλώνει ανησυχία για την άνοδο της λευκής υπεροχής, επίσης αυξημένο σε σύγκριση με το 2024. Και όμως, ταυτόχρονα, το 88% των Αμερικανών ψηφοφόρων συνεχίζει να συμφωνεί — το 66% συμφωνεί απόλυτα — ότι η ποικιλομορφία καθιστά τη χώρα ισχυρότερη, ποσοστό αμετάβλητο από το 2023.

 

V. «America 250»: εορτασμός ή δημοκρατικό δημοψήφισμα;

Το «Bicentennial» του 1976 πραγματοποιήθηκε μετά το τραύμα του Watergate αλλά σε ένα πλαίσιο όπου η θεσμική πίστη παρέμενε ισχυρή. Σήμερα, η συγκυρία είναι διαφορετική.

Η «America 250» συμπίπτει με:

  • βαθιά κομματική πόλωση,

  • συζήτηση περί θεσμικής νομιμότητας,

  • επαναδιαπραγμάτευση της εθνικής αφήγησης,

  • μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης γύρω από θέματα ταυτότητας και ελευθερίας του λόγου.

Η επέτειος πέρα από συμβολική στιγμή είναι και πολιτικό γεγονός. Το ερώτημα δεν είναι αν οι Αμερικανοί αγαπούν τη χώρα τους. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει να την αγαπούν.

  • Αν πατριωτισμός σημαίνει άκριτη υπερηφάνεια, τότε η μνήμη θα συρρικνωθεί.

  • Αν πατριωτισμός σημαίνει πίστη σε αρχές, τότε η μνήμη θα διευρυνθεί.

  • Αν πατριωτισμός σημαίνει ηθική ευθύνη, τότε η επέτειος θα είναι ευκαιρία αυτοκριτικής και θεσμικής ενίσχυσης.

Η σύγκρουση για τη «Μαύρη Ιστορία», για τα προγράμματα DEI, για το τι συνιστά «ουδετερότητα», για τη σχέση πίστης στο Σύνταγμα έναντι πίστης σε πρόσωπα — όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα θεμελιώδες ζήτημα:

Θα οικοδομηθεί η «America 250» πάνω σε έναν μυθολογικό πατριωτισμό ή σε έναν ηθικό και συνταγματικό πατριωτισμό;

Η απάντηση δεν αφορά μόνο τον εορτασμό. Αφορά τη συνοχή της αμερικανικής δημοκρατίας. Γιατί κάθε κοινωνία που επιλέγει τι θυμάται, επιλέγει ταυτόχρονα ποια θέλει να γίνει.

>>

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών Συμφωνιών;/ Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, με αφορμή την υπογραφή συμφωνίας με την αμερικανική εταιρεία Chevron

2026-02-18 00:09

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών συμφωνιών;

 
 
 

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/2/2026

www.tanea.gr/print/2026/02/17/opinions/einai-omalos-o-dromos-ton-energeiakon-symfonion/

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: «Drill, baby, drill», όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα. Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν «ερευνητικές» γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης – Κρήτης αποκτά έντονη πολιτική διάσταση. Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας – Λιβύης και Αιγύπτου – Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι («αντικείμενες») ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης είναι μονόδρομος.

Παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της «πράσινης» μετάβασης, η Ευρωπαϊκή ΕΈνωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μη χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα – όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται «hotspot» της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, «καθαρών» μορφών ενέργειας.

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Ομως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου – με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές – τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει τη χρήση τους;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών Συμφωνιών;/ Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, με αφορμή την υπογραφή συμφωνίας με την αμερικανική εταιρεία Chevron

2026-02-18 00:05

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών συμφωνιών;

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/2/2026

www.tanea.gr/print/2026/02/17/opinions/einai-omalos-o-dromos-ton-energeiakon-symfonion/

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: «Drill, baby, drill», όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα. Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν «ερευνητικές» γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης – Κρήτης αποκτά έντονη πολιτική διάσταση. Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας – Λιβύης και Αιγύπτου – Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι («αντικείμενες») ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης είναι μονόδρομος.

Παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της «πράσινης» μετάβασης, η Ευρωπαϊκή ΕΈνωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μη χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα – όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται «hotspot» της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, «καθαρών» μορφών ενέργειας.

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Ομως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου – με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές – τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει τη χρήση τους;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

Επανασύνδεση με την «Διακήρυξη των Αθηνών»/ 'Αρθρο αποτίμησης της συνάντησης Ερντογάν-Μητσοτάκη στη "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2026-02-12 17:25

 

Επανασύνδεση με την «Διακήρυξη των Αθηνών»

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ", 12/2/2026

 

www.metarithmisi.gr/content/epanasundese-me-ten-diakeruxe-ton-athenon

 

Η συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας και η συνάντηση των δύο ηγετών στην Άγκυρα είχε θετικά αποτελέσματα. Ίσως ήταν ένα βήμα επιπλέον, από ό,τι αναμενόταν με βάση το κλίμα που είχε διαμορφωθεί πριν από αυτήν.

 

Επιβεβαιώθηκε ότι οι δύο χώρες διατηρούν και επαναφέρουν το πνεύμα της «Διακήρυξης των Αθηνών για Φιλικές Σχέσεις και Καλή Γειτονία», που είχαν υπογράψει τον Δεκέμβριο του 2023. Ότι παρά το ότι παραμένουν η καθεμία στις βασικές θέσεις της, δεν επιθυμούν να οδηγούνται σε ένταση, σε κρίση ή -ακόμα περισσότερο- σε σύγκρουση.

 

Σε αυτήν την κατεύθυνση, ιδιαιτέρως σημαντικές είναι οι αναφορές της γραπτής Κοινής Δήλωσης:

«Η Τουρκία και η Ελλάδα επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για βελτίωση αποτελεσματικών διαύλων και μηχανισμών επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, καθώς και για την εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης, προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές κλιμακώσεις και κίνδυνοι για την επιτυχή διαχείριση των διμερών τους σχέσεων.

Και οι δύο πλευρές επανέλαβαν ότι η εκτεταμένη διμερής συνεργασία, με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, θα ενισχύσει περαιτέρω την περιφερειακή ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία και θα τονώσει την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.»

 

Επιπλέον, σημασία έχει το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν ανέφερε πως παρότι τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου είναι «ακανθώδη», αλλά όχι άλυτα με βάση το Διεθνές Δίκαιο.

 

Αν αυτό συνδυαστεί με πρόσφατη δήλωση του Τούρκου υπουργού, Χακάν Φιντάν ότι πρέπει και μπορεί να επιλυθεί «το πρόβλημα του Αιγαίου», θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια προσπάθεια διαμόρφωσης της τουρκικής θέσης, με τρόπο που να μην τίθενται εξ υπαρχής εμπόδια στην διαδικασία διαπραγμάτευσης που θα πρέπει να ξεκινήσει.

 

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί το συμφιλιωτικό και ήπιο κλίμα, μέσα στο οποίο διεξήχθη η συζήτηση, ακόμα και όταν γινόταν αναφορά σε θέσεις με τις διαφωνεί η κάθε πλευρά.

 

Σημαίνουν όλα αυτά ότι μπαίνουμε σε διαδικασία επίλυσης των διμερών διαφορών; Όχι. Διότι οι δύο ηγεσίες άφησαν ανεκμετάλλευτο το χρονικό διάστημα των 2 και πλέον χρόνων που μεσολάβησε από την “Διακήρυξη των Αθηνών” και τώρα πλέον πλησιάζουμε στον εκλογικό κύκλο. Το αργότερο την επόμενη χρονιά στην Ελλάδα και το 2027-2028 στην Τουρκία.

 

Αν οι δύο πλευρές θεωρούν ότι με το να συζητούν απλώς, μπορούν να απομακρύνουν το ενδεχόμενο παρέμβασης τρίτων, εξωτερικών παραγόντων (βλέπε Τραμπ) για διευθέτηση των εκκρεμοτήτων, κάνουν λάθος. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και η ανάγκη ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Μ. Ανατολή, προϋποθέτουν συνθήκες ασφάλειας και σταθερότητας.

 

Και αυτά μόνο ένας διάλογος ουσίας, που θα αγγίζει και τα δύσκολα ζητήματα, και θα οδηγεί στην επίλυση -είτε μέσω των απευθείας διαπραγματεύσεων είτε μέσω Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης- μπορεί να τα εξασφαλίσει.

 

Επομένως και πάλι η πολιτική βούληση είναι αναγκαία. Ιδού η Ρόδος...

>>

Να προχωρήσει στην ουσία ο ελληνοτουρκικός διάλογος/ Άρθρο ενόψει της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

2026-02-09 19:21
Να προχωρήσει στην ουσία ο ελληνοτουρκικός διάλογος
 
 
 
 
09.02.26 
Θόδωρος Τσίκας*
 
Η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Αγκυρα πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ, Κρήτης και Λιβύης εισέρχεται σε εντυπωσιακή κινητικότητα. Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας.
 
Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, «πράσινου» υδρογόνου κ.ά. από τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αραβική Θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το «πάγωμα» της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
 
Η μελλοντική προοπτική για έναν «διάδρομο» οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας - Μέσης Ανατολής - Ευρώπης (IMEC) θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος. Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αν δεν ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις τους για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες - ΑΟΖ. Η διευθέτηση της σύγκρουσης στη Γάζα, η διεθνής στήριξη στην ομαλοποίηση της κατάστασης στη Συρία, η οριοθέτηση των ΑΟΖ Λιβάνου - Ισραήλ με αμερικανική διαμεσολάβηση, καθώς και η προσπάθεια επέκτασης των «Συμφωνιών του Αβραάμ» για προσέγγιση και διπλωματική αλληλοαναγνώριση Ισραήλ - μετριοπαθών αραβικών χωρών (με βασικό ζητούμενο τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας) αποσκοπούν και στην υλοποίηση των προαναφερθέντων σχεδίων.
 
Ενας κύκλος κλείνει και ανοίγει ένας νέος: η επόμενη ημέρα αφορά και την Τουρκία. Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις. Δεν νοείται οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό να δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα «επιβάλει» λύσεις.
 
Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν, συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.
 
Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του «σκληρού πυρήνα» των διαφορών, και όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθούν στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή του νέου προοδευτικού Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ μιας ομοσπονδιακής λύσης, αντί «λύσης δύο κρατών», ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.
 
Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας - Κύπρου (Great Sea Interconnector - GSI) δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.
 
Το σχήμα «3+1», Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική «μηδενικού αθροίσματος».
 
Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win-win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
 
*Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 
 
>>

"Ο κόσμος αλλάζει, αλλά προς τα πού;" / Άρθρο του Θόδωρου Τσίκα, Πολιτικού Επιστήμονα - Διεθνολόγου, στο Nonpapers.gr

2026-01-31 15:27

"Ο κόσμος αλλάζει, αλλά προς τα πού;" 

Άρθρο του Θόδωρου Τσίκα, Πολιτικού Επιστήμονα - Διεθνολόγου, στο Nonpapers.gr

 

nonpapers.gr/o-kosmos-allazei-alla-pros-ta-pou/

 

Ο κόσμος που γνωρίσαμε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να απομακρύνεται οριστικά. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες επικράτησε -έστω με αντιφάσεις και ασυνέχειες- η αίσθηση ότι το διεθνές σύστημα κινείται προς μεγαλύτερη συνεργασία, θεσμική ρύθμιση και σταδιακή επικράτηση κανόνων δικαίου έναντι της ωμής ισχύος.

Σήμερα, αυτή η εικόνα έχει ανατραπεί. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην κορυφή της αμερικανικής πολιτικής ζωής δεν είναι απλώς μεμονωμένα γεγονότα. Αποτελούν συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης σε μια νέα, πιο ασταθή και συγκρουσιακή διεθνή τάξη.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, συνιστά τομή ιστορικών διαστάσεων. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ επιχειρεί, με στρατιωτικά μέσα, να καταργήσει την κυριαρχία ενός γειτονικού κράτους και να αναθεωρήσει δια της βίας τα σύνορα στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν περιφερειακό πόλεμο. Είναι μια ανοιχτή αμφισβήτηση των βασικών αρχών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική διεθνής τάξη: της απαγόρευσης της χρήσης βίας, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχικής ισότητας των κρατών.

Ταυτόχρονα, η πολιτική Τραμπ σηματοδοτεί μια βαθιά κρίση στο εσωτερικό του ίδιου του δυτικού κόσμου. Η αμφισβήτηση των συμμαχιών, η επιφυλακτικότητα -αν όχι η εχθρότητα- απέναντι στους διεθνείς θεσμούς, ο οικονομικός εθνικισμός και η λογική των διμερών «συναλλαγών» αντί της πολυμερούς συνεργασίας συνθέτουν ένα νέο πρότυπο άσκησης ισχύος.

Οι δύο αυτές εξελίξεις, αν και διαφορετικής προέλευσης, συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο σημείο: υπονομεύουν το πλαίσιο συλλογικής ασφάλειας και θεσμικής σταθερότητας που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική εποχή. Ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και μια σειρά εξειδικευμένων οργανισμών συγκρότησαν, μεταπολεμικά, ένα πυκνό δίκτυο κανόνων και διαδικασιών που επέτρεψε, παρά τις εντάσεις, τη σχετική σταθερότητα και προβλεψιμότητα του συστήματος.

Αυτό το θεσμικό οικοδόμημα δοκιμάζεται σκληρά: η παράκαμψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η εργαλειοποίηση των διεθνών οργανισμών και η αποδυνάμωση των μηχανισμών επίλυσης διαφορών υπονομεύουν τη νομιμοποιητική βάση της διεθνούς τάξης.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο υλικά συμφέροντα, αλλά και ανταγωνιστικά οράματα για τη διεθνή τάξη: φιλελεύθερη δημοκρατία έναντι αυταρχικών μοντέλων διακυβέρνησης, πολυμερής συνεργασία έναντι μονομερούς επιβολής, κανόνες έναντι σφαιρών επιρροής. Σε αυτό το επίπεδο, η κρίση των διεθνών οργανισμών είναι ταυτόχρονα θεσμική και ιδεολογική.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι κίνδυνοι γενικευμένων συγκρούσεων αυξάνονται. Η Ουκρανία είναι μόνο μία από τις πιθανές εστίες ανάφλεξης. Η Μέση Ανατολή, η Ανατολική Μεσόγειος, η Νότια Σινική Θάλασσα και η Ταϊβάν αποτελούν περιοχές όπου ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων μπορεί εύκολα να κλιμακωθεί. Παράλληλα, νέες μορφές αντιπαράθεσης -υβριδικός πόλεμος, κυβερνοεπιθέσεις, ενεργειακή και τεχνολογική εξάρτηση- μεταβάλλουν τη φύση της ισχύος και καθιστούν πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου.

Πολυκεντρικό ή πολυμερές διεθνές σύστημα;

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια κρίσιμη αντίστιξη για το μέλλον του διεθνούς συστήματος: «πολυπολικό» ή πολυμερές; Το «πολυπολικό»-ή ευρύτερα πολυκεντρικό- σύστημα περιγράφει έναν κόσμο όπου πολλαπλά κέντρα ισχύος συνυπάρχουν χωρίς ισχυρούς και δεσμευτικούς κανόνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η λογική των σφαιρών επιρροής τείνει να επανέρχεται στο προσκήνιο.

Οι μεγάλες και μεσαίες δυνάμεις ανταγωνίζονται για τον έλεγχο γεωπολιτικών χώρων, ενεργειακών διαδρόμων, πρώτων υλών και στρατηγικών τεχνολογιών. Η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, οι θαλάσσιες ζώνες, οι κρίσιμες υποδομές και οι αγορές καθίστανται αντικείμενα έντονης αντιπαράθεσης.

Η εμπειρία της Ουκρανίας, αλλά και οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, δείχνουν ότι ένα χαλαρά ρυθμιζόμενο «πολυπολικό» σύστημα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πεδίο συγκρούσεων και ασταθών ισορροπιών. Αντίθετα, το πολυμερές σύστημα δεν ορίζεται πρωτίστως από τον αριθμό των πόλων ισχύος, αλλά από την ποιότητα των κανόνων και των θεσμών που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Η πολυμερής συνεργασία, μέσω διεθνών οργανισμών, καθεστώτων και συμφωνιών, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξισορρόπησης, πρόληψης κρίσεων και ειρηνικής διαχείρισης ανταγωνισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ισχύς δεν εξαφανίζεται, αλλά εντάσσεται σε ένα πλέγμα κανόνων που περιορίζει τη μονομερή δράση και ενθαρρύνει τις συνεργασίες σε τομείς όπως η ασφάλεια, η ενέργεια, το εμπόριο και η κλιματική αλλαγή. Ένα λειτουργικό πολυμερές σύστημα μπορεί να παράγει νέες ισορροπίες, βασισμένες όχι μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στη θεσμική αξιοπιστία και τη νομιμοποίηση.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν ο κόσμος αλλάζει. Αυτό είναι ήδη δεδομένο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση και με ποιους όρους. Αν επικρατήσει η λογική του ανεξέλεγκτου “πολυπολικού” ανταγωνισμού, των σφαιρών επιρροής και της ωμής ισχύος, ο 21ος αιώνας κινδυνεύει να εξελιχθεί σε περίοδο διαρκών κρίσεων, ανασφάλειας και υπονόμευσης της διεθνούς νομιμότητας. Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι μικρότερες και μεσαίες χώρες θα βρεθούν ιδιαίτερα εκτεθειμένες, χωρίς επαρκή θεσμικά αναχώματα απέναντι στις πιέσεις των ισχυρών.

Η συνειδητή επιλογή της πολυμερούς συνεργασίας και της ενίσχυσης των διεθνών οργανισμών μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας, πιο σταθερής διεθνούς τάξης. Η αναβάθμιση του ρόλου του ΟΗΕ και η μεταρρύθμιση του, η μεταρρύθμιση των μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας, η ενίσχυση των καθεστώτων ελέγχου εξοπλισμών και η θεσμική ρύθμιση νέων πεδίων, όπως ο κυβερνοχώρος και οι τεχνολογίες αιχμής, δεν είναι απλώς τεχνικές παρεμβάσεις. Συνιστούν πολιτικές επιλογές με βαθύ κανονιστικό περιεχόμενο, που αφορούν το ίδιο το είδος της διεθνούς τάξης που επιθυμούμε.

Ο ρόλος της Ευρώπης

Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της Ευρώπης αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη πόλο ισχύος, αλλά ένα μοναδικό ιστορικό πείραμα υπερεθνικής διακυβέρνησης, βασισμένο σε κανόνες, θεσμούς και αμοιβαίους περιορισμούς. Σε έναν κόσμο που τείνει προς την “πολυπολικότητα” και τον ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής, η Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας και εγγυητής της πολυμερούς λογικής, προωθώντας ένα πρότυπο διεθνούς τάξης θεμελιωμένο στο διεθνές δίκαιο και στη θεσμική συνεργασία.

Η Ευρώπη καλείται να αναλάβει αυξημένη ευθύνη. Όχι μόνο για την ίδια την ασφάλεια της, αλλά και για τη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες. Η επιτάχυνση και εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε όλους τους τομείς -πολιτικό, οικονομικό, αμυντικό- αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα. Ακόμη και αν αυτό απαιτήσει μορφές ενισχυμένης συνεργασίας και ομοσπονδιακής κατεύθυνσης, με τη συμμετοχή όχι όλων αλλά όσων είναι έτοιμοι να προχωρήσουν.

>>

Θόδωρος Τσίκας: Η Γροιλανδία και η ρωγμή στη Δύση: Τραμπ, ΝΑΤΟ και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων/ Άρθρο στο ANATROPI NEWS

2026-01-23 17:18

Θόδωρος Τσίκας / Η Γροιλανδία και η ρωγμή στη Δύση: Τραμπ, ΝΑΤΟ και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων

ANATROPI NEWS 

 

www.anatropinews.gr/2026/01/thodoros-tsikas-i-groilandia-kai-i-rogmi-sti-dysi-trab-nato-kai-to-mellon-ton-evroatlantikon-scheseon/

 

Του Θόδωρου Τσίκα*

 

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το ενδεχόμενο αμερικανικής «απόκτησης» της Γροιλανδίας, καθώς και η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ακολούθησε, δεν αφορούν απλώς ένα ιδιόμορφο διπλωματικό επεισόδιο. Αγγίζουν τον πυρήνα των ευρωατλαντικών σχέσεων και θέτουν εκ νέου το ερώτημα της συνοχής της Δύσης σε μια στιγμή κατά την οποία στην Ουκρανία διεξάγεται ο μεγαλύτερος πόλεμος στην Ευρώπη μετά το 1945.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο στρατηγικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Γροιλανδία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε το ζήτημα. Με όρους συναλλαγής και σχεδόν αποικιακής λογικής, αμφισβήτησε εμμέσως το καθεστώς ενός εδάφους που ανήκει – με καθεστώς αυτονομίας – στη Δανία, κράτος–μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Η στάση αυτή δεν συνιστά απλώς διπλωματική απερισκεψία. Υπονομεύει θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ευρωπαϊκή κυριαρχία.

 

Η αντίδραση της Ε.Ε., μέσω της έκτακτης Συνόδου Κορυφής, υπήρξε συγκρατημένη αλλά αποκαλυπτική. Πίσω από τις προσεκτικές διατυπώσεις διαφάνηκε ο φόβος ότι μια πιθανή νέα προεδρία Τραμπ θα επαναφέρει μια αμερικανική εξωτερική πολιτική απρόβλεπτη, μονομερή και ανοιχτά συναλλακτική. Μια πολιτική που έχει ήδη στο παρελθόν απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, έχει αμφισβητήσει τις συμμαχικές δεσμεύσεις και έχει παρουσιάσει τη συλλογική ασφάλεια ως βάρος και όχι ως στρατηγικό πλεονέκτημα.

Διότι, ακόμη και αν η άμεση κρίση φαίνεται προς το παρόν να αποκλιμακώνεται, το υποκείμενο πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Κάτι έχει σπάσει. Κάτι έχει ραγίσει. Ένα επικίνδυνο προηγούμενο έχει τεθεί: ένας σύμμαχος τόλμησε να απειλήσει, δημόσια και απροκάλυπτα, την κυριαρχία ενός άλλου συμμάχου.

 

Μπορεί το Άρθρο 5 της συλλογικής άμυνας να λειτουργήσει αξιόπιστα, όταν ο πολιτικός ηγέτης της ισχυρότερης χώρας της Συμμαχίας αφήνει να εννοηθεί ότι οι δεσμεύσεις ασφαλείας είναι διαπραγματεύσιμες; Μπορούν οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία, να αισθάνονται ασφαλείς όταν βλέπουν την Ουάσιγκτον να φλερτάρει με τη λογική της επιλεκτικής προστασίας; Και μπορούν οι αντίπαλοι να μην εκλάβουν αυτές τις ρωγμές ως πρόσκληση για νέες δοκιμασίες;

Για την Ευρώπη, το ζήτημα της Γροιλανδίας λειτουργεί ως υπενθύμιση μιας δυσάρεστης πραγματικότητας. Παρά τις συζητήσεις περί «στρατηγικής αυτονομίας», η ευρωπαϊκή Άμυνα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκαλύπτει τα όρια των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων.

Ταυτόχρονα, όμως, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί το πολιτικό ρίσκο μιας σχέσης που εξαρτάται τόσο έντονα από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ. Όταν ο βασικός σύμμαχος εμφανίζεται έτοιμος να αμφισβητήσει ευρωπαϊκά εδάφη, να υπονομεύσει τη συλλογική άμυνα ή ακόμη και να απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, τότε η ανάγκη για μεγαλύτερη πολιτική και στρατηγική αυτενέργεια καθίσταται επιτακτική.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας δείχνει ότι η εποχή της αυτόματης ευθυγράμμισης έχει παρέλθει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποκτήσει πιο ενιαία φωνή, να ενισχύσει ουσιαστικά τις αμυντικές της δυνατότητες και να οικοδομήσει μια πιο ισότιμη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, βασισμένη στη σταθερότητα των δεσμεύσεων και στον σεβασμό της κυριαρχίας.

Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η διαχείριση μιας δύσκολης συμμαχικής σχέσης. Είναι βαθύτερα πολιτικό και θεσμικό. Σε έναν κόσμο γενικευμένης αστάθειας, πολέμων και αναθεωρητικών δυνάμεων, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να επιβιώνει ως ατελής Ένωση Κρατών, εξαρτημένη στρατηγικά από τρίτους και πολιτικά κατακερματισμένη.

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η επιτάχυνση και η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε όλους τους τομείς: πολιτικό, οικονομικό, δημοσιονομικό και, κυρίως, αμυντικό. Μια ενοποίηση με σαφή ομοσπονδιακό προσανατολισμό, που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική, κοινή άμυνα και πραγματική στρατηγική αυτονομία.

Αυτή η διαδικασία πρέπει άμεσα να ξεκινήσει, ακόμη και αν αυτή δεν μπορέσει, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο, να περιλάβει όλα τα κράτη-μέλη. Η «ενισχυμένη συνεργασία» μεταξύ εκείνων που είναι έτοιμοι να προχωρήσουν μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα μιας Ευρώπης πιο συνεκτικής, πιο “κυρίαρχης” και πιο αξιόπιστης στο διεθνές σύστημα.

Διότι σε τελική ανάλυση, η κρίση της Γροιλανδίας δεν αφορά μόνο ένα νησί στον αρκτικό κύκλο. Αφορά το αν η Ευρώπη θα παραμείνει θεατής των γεωπολιτικών εξελίξεων ή αν θα αναλάβει, επιτέλους, τον ρόλο που της αναλογεί ως αυτόνομος πολιτικός και στρατηγικός δρων σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες δεν είναι πλέον δεδομένες, αλλά διαρκώς υπό διαπραγμάτευση.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

>>

Η Γροιλανδία δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ DAILY POST

2026-01-14 13:25

Η Γροιλανδία δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης

dailypost.gr

 

dailypost.gr/me-apopsi/i-groilandia-dokimazei-tis-antoches-toy-nato-kai-tis-eyropis/

 

✍️Ο Θόδωρος Τσίκας, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη προκλητική παρέμβαση. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη αντίληψη διεθνών σχέσεων, όπου η ισχύς, η συναλλαγή και ο εξαναγκασμός υπερισχύουν του Διεθνούς Δικαίου, των συμμαχιών και των θεσμικών δεσμεύσεων.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας δεν δοκιμάζει μόνο την Ευρωπαϊκή Ένωση, δοκιμάζει τα όρια του ίδιου του ΝΑΤΟ. Η Γροιλανδία δεν είναι ένα «ακίνητο προς αξιοποίηση». Είναι τμήμα
της επικράτειας της Δανίας, κράτους-μέλους τόσο της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ, και κατοικείται από περίπου 57.000 ανθρώπους με πολιτική και κοινωνική υπόσταση. Η αντιμετώπισή της ως αντικείμενο αγοραπωλησίας ή γεωστρατηγικού παζαριού, παραπέμπει σε πρακτικές άλλων εποχών, ασύμβατες με τις αρχές που υποτίθεται ότι συγκροτούν τη δυτική πολιτική κοινότητα.

Η επικίνδυνη λογική της ισχύος

Η στρατιωτική επιλογή για την απόκτηση της Γροιλανδίας, την οποία άφησε να εννοηθεί ο Τραμπ, δεν είναι απλώς ανέφικτη. Είναι πολιτικά αυτοκαταστροφική. Μια τέτοια ενέργεια θα σήμαινε χρήση ή απειλή βίας εναντίον συμμάχου χώρας και θα οδηγούσε σε πρωτοφανή κρίση εντός του ΝΑΤΟ, ίσως και σε διάσπασή του.

Το ΝΑΤΟ βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στη συλλογική εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας των μελών του. Αν ο ισχυρότερος σύμμαχος αμφισβητεί στην πράξη αυτή την αρχή, τότε η Συμμαχία παύει να είναι πλαίσιο ασφάλειας και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής ισχύος. Το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο θα ήταν καταστροφικό: ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο για τους αδύναμους.

Η ψευδαίσθηση της «αγοράς»

Εξίσου προβληματική είναι και η ιδέα της «αγοράς» της Γροιλανδίας. Στον 21ο αιώνα, η μεταβίβαση εδαφών δεν μπορεί να γίνεται ερήμην των πληθυσμών τους. Η αντίληψη ότι 57.000 άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν κυριαρχία ως αποτέλεσμα μιας διμερούς συμφωνίας
θυμίζει αποικιακές πρακτικές και όχι σύγχρονη δημοκρατική τάξη. Η εμμονή του Τραμπ σε τέτοιες λογικές δεν αποδυναμώνει μόνο την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και τη διεθνή αξιοπιστία των ίδιων των ΗΠΑ ως εγγυήτριας δύναμης της μεταπολεμικής τάξης.

Ρεαλισμός χωρίς εκβιασμούς

Υπάρχει, ωστόσο, μια πιο ρεαλιστική οδός, η οποία δεν προϋποθέτει απειλές ή αμφισβήτηση κυριαρχίας. Η αύξηση της αμερικανικής παρουσίας στη Γροιλανδία, η ενίσχυση της στρατιωτικής ασφάλειας της περιοχής και η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της από αμερικανικές εταιρείες μπορούν να συζητηθούν στο πλαίσιο συμφωνιών με τη Δανία, χωρίς ριζική αλλαγή του status της Γροιλανδίας και με σεβασμό στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Η διαφορά είναι κρίσιμη: συνεργασία εντός θεσμών ή επιβολή δια της ισχύος. Ο Τραμπ δείχνει να προτιμά τη δεύτερη, υπονομεύοντας τη συνοχή της Δύσης.

Η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Απέναντι σε αυτή τη στάση, η ΕΕ δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλή. Η αποδοχή αμφισβητήσεων κυριαρχίας κράτους-μέλους, στο όνομα της «συμμαχικής ισορροπίας», θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Η Ευρώπη οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η συμμαχία με τις ΗΠΑ δεν συνεπάγεται παραίτηση από βασικές αρχές.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια περιορισμένη και πολυεθνική ευρωπαϊκή αποτρεπτική παρουσία στη Γροιλανδία, κατόπιν αιτήματος της Δανίας, θα λειτουργούσε ως πολιτικό μήνυμα: ότι η ΕΕ είναι πυλώνας ασφάλειας εντός του ΝΑΤΟ και όχι παθητικός παρατηρητής.

ΝΑΤΟ και ΕΕ: συμπληρωματικοί οργανισμοί, όχι υποκατάστατοι

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το άρθρο 42.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), που προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης. Η ύπαρξή του υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν εξαντλείται στο ΝΑΤΟ και ότι η ΕΕ διαθέτει δικές της θεσμικές εγγυήσεις.

Αυτό δεν αποδυναμώνει τη Συμμαχία. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι σε μονομερείς λογικές ισχύος, ακόμη κι όταν αυτές προέρχονται από συμμάχους.

Συμπέρασμα

Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: όχι τη γεωγραφία της Αρκτικής, αλλά τη σύγκρουση ανάμεσα σε μια θεσμική, βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη και σε μια ωμή, συναλλακτική αντίληψη ισχύος που εκφράζει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα αποδεχθεί αυτή τη διολίσθηση αν θα υπερασπιστεί ενεργά τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Δύση. Η απάντηση στη Γροιλανδία θα είναι, τελικά, απάντηση για το μέλλον του ΝΑΤΟ και της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής αυτονομίας.

>>

Τι μπορεί να κάνει η Ε.Ε. για την Γροιλανδία / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ "HUFFINGTON POST"

2026-01-12 12:02
Τι μπορεί να κάνει η Ε.Ε. για την Γροιλανδία 
 
HUFFINGTON POST, 12/1/2026
 
 
 
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
 
Οι δηλώσεις των ΗΠΑ θέτουν υπό αμφισβήτηση το καθεστώς  της Γροιλανδίας και την κυριαρχία της Δανίας. Οι δηλώσεις αυτές έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση στρατηγικής ασάφειας που επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια της Ευρώπης και την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολιτικού και παράγοντα ασφάλειας.
 
Η Γροιλανδία δεν αποτελεί περιθωριακό ή απομακρυσμένο ζήτημα. Είναι αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειας κράτους-μέλους της ΕΕ και οι κάτοικοί της είναι πολίτες της ΕΕ. Οποιαδήποτε απόπειρα μεταβολής του καθεστώτος της μέσω πίεσης, εξαναγκασμού ή χρήσης βίας θα συνιστούσε επίθεση κατά κράτους-μέλους και κατά της ίδιας της συνταγματικής τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
 
Μια ευρωπαϊκή ευθύνη
 
Η ασφάλεια οποιουδήποτε τμήματος κράτους-μέλους αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αποδέχεται «γκρίζες ζώνες» σε ζητήματα κυριαρχίας. Η στρατηγική ασάφεια αποδυναμώνει την αποτροπή και ενθαρρύνει τον εξαναγκασμό. Συνεπώς, η σαφήνεια, η ενότητα και η πολιτική αποφασιστικότητα είναι απολύτως αναγκαίες.
 
Θα ήταν εξαιρετικά σημαντική η δημιουργία, κατόπιν αιτήματος της Δανίας, μιας περιορισμένης και πολυεθνικής ευρωπαϊκής αποτρεπτικής παρουσίας στη Γροιλανδία. Μια τέτοια παρουσία δεν θα στρεφόταν κατά κανενός συμμάχου, ούτε θα συνεπαγόταν τη στρατιωτικοποίηση της Αρκτικής. Σκοπός της θα ήταν αποκλειστικά η ενίσχυση της αποτροπής, η διεθνοποίηση της ασφάλειας της Γροιλανδίας, η αύξηση του πολιτικού κόστους οποιασδήποτε εχθρικής ενέργειας και η έμπρακτη επίδειξη της ετοιμότητας της Ευρώπης να υπερασπιστεί τα κράτη-μέλη της.
 
Παράλληλα, θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για τη διεξαγωγή στρατιωτικής άσκησης της “Ικανότητας Ταχείας Ανάπτυξης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γροιλανδία, η οποία έχει ήδη πραγματοποιήσει τρεις ασκήσεις στην ηπειρωτική Ευρώπη και τέθηκε σε επιχειρησιακή λειτουργία πέρυσι.
 
 
Αξιοπιστία της αμοιβαίας συνδρομής
 
Πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία του άρθρου 42.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Η διάταξη αυτή θεσπίζει δεσμευτική υποχρέωση παροχής βοήθειας και συνδρομής μεταξύ  των κρατών-μελών σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης.
 
Θα ήταν κρίσιμο η Δανία να καταστήσει σαφές εκ των προτέρων ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση κατά της Γροιλανδίας θα την οδηγούσε να ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 ΣΕΕ. Μια τέτοια προληπτική δήλωση θα ενίσχυε την αποτροπή, εξαλείφοντας        την αβεβαιότητα και επιβεβαιώνοντας ότι μια επίθεση κατά της Γροιλανδίας θα ενεργοποιούσε αυτομάτως ευρωπαϊκή αντίδραση.
 
 
Επανένταξη της Γροιλανδίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη
 
Τα μέτρα ασφάλειας από μόνα τους ενδέχεται να μην επαρκούν. Η μακροπρόθεσμη προστασία της Γροιλανδίας απαιτεί ισχυρότερη αγκύρωσή της στο νομικό και πολιτικό πλαίσιο της ΕΕ.
 
Είναι εφικτή η έναρξη πολιτικής διαδικασίας που θα επιτρέψει στη Γροιλανδία, εφόσον το αποφασίσει δημοκρατικά, να επιδιώξει αλλαγή καθεστώτος και να καταστεί “Εξόχως Απόκεντρη Περιφέρεια” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό θα συνεπαγόταν πλήρη ένταξη στην έννομη τάξη της Ένωσης, με τις προσαρμογές που προβλέπουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες.
 
Μια τέτοια διαδικασία θα απαιτούσε τη συναίνεση του λαού της Γροιλανδίας και αναθεώρηση των ευρωπαϊκών Συνθηκών. Παρ’ όλα αυτά, θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα: η Γροιλανδία αποτελεί πλήρες μέρος  της πολιτικής κοινότητας της Ευρώπης και του συνταγματικού χώρου της. 
 
 
Η Δανία στον πυρήνα της Ευρώπης
 
Η Δανία έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα καταργώντας τη ρήτρα εξαίρεσης στον τομέα της άμυνας. Απομένουν δύο ζητήματα:  η Δανία μπορεί να δεσμευθεί στην ένταξη στο ευρώ και να παραιτηθεί από την εναπομείνασα ρήτρα εξαίρεσης στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων.
 
Η πλήρης συμμετοχή σε αυτούς τους τομείς θα ενίσχυε τον ρόλο της Δανίας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων και θα βελτίωνε τη συλλογική ασφάλεια και συνοχή. Τα βήματα αυτά δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως παραχωρήσεις ή προϋποθέσεις για     την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, αλλά ως στρατηγικές επενδύσεις στην ενότητα και την ανθεκτικότητα της ΕΕ.
 
 
Ένα αποφασιστικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
 
O Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει τη δυνατότητα να συγκαλέσει έκτακτη Σύνοδο Κορυφής αφιερωμένη στην κατάσταση στη Γροιλανδία και στην ευρωπαϊκή Άμυνα.
 
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αυτό θα πρέπει:
 
– να εκφράσει πλήρη πολιτική στήριξη προς τη Δανία,
 
– να επιβεβαιώσει την ετοιμότητα παροχής αμοιβαίας συνδρομής βάσει του άρθρου 42.7 ΣΕΕ, εφόσον ζητηθεί,
 
– και να δρομολογήσει συγκεκριμένα βήματα για την εφαρμογή του άρθρου 42.2 ΣΕΕ, με στόχο την οικοδόμηση μιας γνήσιας κοινής ευρωπαϊκής Άμυνας, συνοδευόμενης από πολιτική ομοσπονδοποίηση μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης του άρθρου 48 ΣΕΕ.
 
 
 
Συμπέρασμα
 
Η κατάσταση γύρω από τη Γροιλανδία αποτελεί δοκιμασία της ωριμότητας της ΕΕ ως πολιτικής ένωσης. Μια ευρωπαϊκή αποτρεπτική παρουσία, μια αξιόπιστη δέσμευση στην αμοιβαία συνδρομή, η επανένταξη της Γροιλανδίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, η πλήρης συμμετοχή της Δανίας στην Ένωση και  η αναζωογόνηση της πορείας προς κοινή Άμυνα και πολιτική ενοποίηση συνιστούν από κοινού μια συνεκτική και αναγκαία απάντηση.
 
Είναι επιτακτικό τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη-μέλη να ενεργήσουν αναλόγως. Η Ευρώπη οφείλει να προστατεύσει  τα κράτη-μέλη της, την επικράτειά της και τη συνταγματική τάξη της – χωρίς ασάφειες και χωρίς καθυστέρηση.
 
 
 
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
>>

Αμερικανικός αναθεωρητισμός και η ευρωπαϊκή στιγμή/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ", 11/1/2026

2026-01-11 21:55

Αμερικανικός αναθεωρητισμός και η ευρωπαϊκή στιγμή

 

Εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 11/1/2026

www.avgi.gr/diethni/516589_amerikanikos-anatheoritismos-kai-i-eyropaiki-stigmi

Θόδωρος Τσίκας

Η επίθεση κατά της Βενεζουέλας και η άνευ προηγουμένου απαγωγή του Προέδρου της στις 3 Ιανουαρίου 2026 που εκτελέστηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ είναι απολύτως καταδικαστέα. Παρά τον αυταρχικό και μη νομιμοποιημένο χαρακτήρα του καθεστώτος Μαδούρο, η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και ευθεία υπονόμευση των κανόνων που αποτελούν τη βάση της διεθνούς πολυμερούς τάξης πραγμάτων.

 

Οι ΗΠΑ παραβίασαν ευθέως τον Χάρτη του ΟΗΕ, ο οποίος στο άρθρο 2 δεσμεύει τα κράτη-μέλη να «απέχουν από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους». Ο ίδιος Χάρτης παρέχει θεσμικές οδούς πρόληψης ή και εξουσιοδότησης χρήσης βίας για την αποκατάσταση της ειρήνης μέσω του Κεφαλαίου VII. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν επιχείρησε καν να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του ΟΗΕ, ενός οργανισμού που οι ίδιες οι ΗΠΑ ίδρυσαν το 1945. Η επιλογή αυτή επιβεβαιώνει την απομάκρυνση από τον πολυμερή θεσμικό ορθολογισμό και παγιώνει μια λογική μονομερούς επιβολής, όπου οι λαοί υφίστανται τις συνέπειες των επιλογών ισχύος.

Η υπόθεση της Βενεζουέλας εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διολίσθησης της Ουάσιγκτον στον επεκτατισμό. Οι ανοιχτές εδαφικές βλέψεις σε Καναδά, Παναμά και Γροιλανδία -έδαφος του ΝΑΤΟ και εμμέσως της Ε.Ε. μέσω Δανίας- καθώς και οι προηγούμενες στρατιωτικές ενέργειες σε Ιράν και Νιγηρία συγκροτούν μια ανησυχητική κανονικοποίηση της βίας ως εργαλείου διεθνούς πολιτικής. Ο Τραμπ έχει υπαινιχθεί παρόμοιες κινήσεις ακόμα και προς Κούβα και Κολομβία, επιβεβαιώνοντας μια ρητορική και πρακτική αναθεωρητισμού.

Οι παγκόσμιες συνέπειες είναι βαθιές. Η μονομερής χρήση βίας από τις ΗΠΑ νομιμοποιεί ήδη εξελισσόμενους πολέμους επιθετικού χαρακτήρα, ιδίως της Ρωσίας, και ενθαρρύνει νέες αναθεωρητικές ενέργειες, όπως μια πιθανή κινεζική κίνηση κατά της Ταϊβάν. Εδραιώνεται έτσι μια παγκόσμια στρατηγική διαμοιρασμού του κόσμου σε «σφαίρες επιρροής» μεταξύ μεγάλων «αυτοκρατορικών» και πυρηνικών δυνάμεων, με τον πλανήτη να οδηγείται σε γεωπολιτική αναρχία και αυξημένο κίνδυνο γενικευμένης σύρραξης.

Μπροστά σε αυτή τη νέα φάση αμερικανικού αναθεωρητισμού η Ευρώπη οφείλει να αντλήσει κρίσιμα συμπεράσματα:

 

1. Ο Τραμπ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κυριολεκτικά. Αυτό αφορά τόσο τις δημόσιες δηλώσεις του όσο και επίσημα στρατηγικά κείμενα, όπως η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ του Δεκεμβρίου 2025. Η αντίληψή του για την εξουσία δεν αναγνωρίζει ηθικούς ή νομικούς περιορισμούς. Διαπραγματεύεται από θέση απόλυτης υπεροχής, χρησιμοποιώντας στρατιωτική και οικονομική ισχύ ως αφετηρία κάθε διαλόγου, με στόχο τη μέγιστη παραχώρηση και υποταγή. Το μοντέλο αυτό έχει ήδη εφαρμοστεί επιτυχώς απέναντι στην Ε.Ε. στο πεδίο του εμπορίου. Κάθε επίκληση δημοκρατικών κινήτρων πίσω από τις κινήσεις αυτές είναι προσχηματική.

2. Η αδυναμία απέναντι στην κατάχρηση ισχύος παράγει περισσότερη κατάχρηση. Η απλή συνδιαλλαγή δεν ανέκοψε τον Χίτλερ ούτε θα ανακόψει τον Πούτιν ή τον Τραμπ. Η Ε.Ε. οφείλει να επαναβεβαιώσει την ανεξαρτησία της. Αυτό προϋποθέτει νέες στρατηγικές συμμαχίες με δημοκρατικές δυνάμεις: τη συνεργασία των χωρών Mercosur (στη Νότια Αμερική), την Αφρικανική Ένωση, τον περιφερειακό οργανισμό κρατών ASEAN (στη Νοτιοανατολική Ασία), την Ιαπωνία, τον Καναδά, την Αυστραλία. Προϋποθέτει, επίσης, άμεση εκκίνηση διαδικασίας πολιτικής ομοσπονδοποίησης, παράλληλα με την οικοδόμηση ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας και διπλωματίας ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.

Οι πολίτες στηρίζουν μαζικά τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και ενιαίας διπλωματίας - κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, ικανής να διασώσει τη δημοκρατία, την ειρήνη και την ελευθερία, με σεβασμό στην αυτονομία των κρατών-μελών.

3. Οι φιλοδοξίες του Τραμπ για αναβίωση του δόγματος Μονρόε και ηγεμονία στο «Δυτικό Ημισφαίριο» δεν περιορίζονται στην αμερικανική ήπειρο. Επεκτείνονται στη Γροιλανδία, σε τμήματα της Ευρώπης, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και του Ειρηνικού. Ο Τραμπ φαίνεται να αναγνωρίζει μόνο δύο πρακτικούς περιορισμούς: τη Ρωσία και την Κίνα, πυρηνικές δυνάμεις στις οποίες παραχωρεί de facto ελευθερία δράσης σε διακριτές σφαίρες, υπό τον όρο μη αμφισβήτησης της δικής του - της ευρύτερης και ισχυρότερης.

Ως ευρωπαϊκοί λαοί γνωρίζουμε το τίμημα των αυταρχικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων και των πολεμικών τυχοδιωκτισμών τους. Η ήπειρός μας έχει αφανίσει γενιές σε κύματα καταστροφής. Είναι ιστορικό καθήκον μας να ολοκληρώσουμε την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε ομοσπονδία και να αποτρέψουμε την επιστροφή της ανθρωπότητας σε σκιές «Αποκάλυψης».


Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος

 

>>

Βενεζουέλα – Και μετά τι; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ"

2026-01-05 13:31
 
Βενεζουέλα – Και μετά τι;
 
Εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 5/1/2026
 
 
 
 
 
ΤΟΥ Θόδωρου Τσίκα
Πολιτικού επιστήμονα – διεθνολόγου
 
 
 
H σύλληψη του Μαδούρο δεν είναι απλώς μια κορύφωση της αντιπαράθεσης με μια αυταρχική κυβέρνηση που κατηγορείται εδώ και χρόνια για καταστολή, διαφθορά και εμπλοκή σε παράνομα δίκτυα. Φέρνει στην επιφάνεια ταυτόχρονα τρία πεδία: τη συνταγματική τάξη των ίδιων των ΗΠΑ, το Διεθνές Δίκαιο και τη στρατηγική λογική της αμερικανικής ισχύος, σε μια εποχή όπου η έννοια της «κυριαρχίας» χρησιμοποιείται, διαστρέφεται και εργαλειοποιείται.
 
Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν επικυρώσει, προβλέπει στο Άρθρο 2 (4) ότι ένα κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βία στο κυρίαρχο έδαφος άλλου κράτους χωρίς συγκατάθεση, χωρίς αυτοάμυνα ή χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. 
 
Εδώ δεν κρίνεται μόνο η τύχη ενός καθεστώτος. Κρίνεται το προηγούμενο που δημιουργείται για το τι επιτρέπεται να κάνει μια υπερδύναμη, όταν κρίνει ότι η Ιστορία της χρωστά μια «λύση». Άλλο είναι να ισχυριστείς ότι συνέλαβες έναν κατηγορούμενο στο πλαίσιο δίωξης για εγκληματικές πράξεις και άλλο να διακηρύξεις ότι θα ασκήσεις διοίκηση σε κυρίαρχη χώρα, έστω «προσωρινά».
 
Η δημόσια θέση του Τραμπ φάνηκε να στηρίζεται στην ιδέα ότι αρκεί η συνεργασία της αντιπροέδρου του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, ώστε η «διοίκηση» να μην απαιτήσει άμεση αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Ερωτηθείς αν αμερικανικά στρατεύματα θα αναπτυχθούν για να βοηθήσουν στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, απάντησε ουσιαστικά ότι όχι, εφόσον η αντιπρόεδρος «κάνει αυτό που θέλουμε». Η φράση αυτή όμως δημιουργεί μεγαλύτερα ερωτήματα από όσα λύνει: τι ακριβώς σημαίνει «να κάνει αυτό που θέλουμε» μια συνταγματικά προβλεπόμενη διάδοχος εξουσίας; Και τι θα συμβεί αν αρνηθεί;
 
Ο Τσακ Σούμερ, ηγέτης του αντιπολιτευόμενου Δημοκρατικού Κόμματος στη Γερουσία των ΗΠΑ, τόνισε: «Η έναρξη στρατιωτικής δράσης χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς αξιόπιστο σχέδιο για το τι ακολουθεί είναι απερίσκεπτη. Η ιδέα ότι ο Τραμπ σκοπεύει τώρα να διοικήσει τη Βενεζουέλα θα έπρεπε να προκαλεί φόβο στις καρδιές όλων των Αμερικανών. Ο αμερικανικός λαός το έχει ξαναδεί αυτό και έχει πληρώσει καταστροφικό τίμημα».
 
Αν η συζήτηση περιοριστεί στο αν ο Μαδούρο είναι αυταρχικός -που αναμφίβολα είναι-, κινδυνεύει να χάσει την ουσία. Διότι η σύλληψη ενός ηγέτη δεν ισοδυναμεί με πολιτική λύση, ιδιαίτερα σε ένα κράτος όπου συνυπάρχουν ένοπλες ομάδες, παρακρατικοί μηχανισμοί, διαβρωμένοι θεσμοί και οικονομικά συμφέροντα που έχουν μάθει να επιβιώνουν μέσα στο χάος.
 
Μαδούρο μπορεί να έφυγε, αλλά οι κατασταλτικοί μηχανισμοί παραμένουν και η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ένοπλη ισχύ για να ελέγξει τους δρόμους, προϋπόθεση στοιχειώδης για να κυβερνήσει. Αυτό ακριβώς καθιστά τη δήλωση Τραμπ «θα τρέξουμε τη χώρα» ακόμη πιο επικίνδυνη: προϋποθέτει έλεγχο που δεν φαίνεται να υπάρχει, άρα οδηγεί είτε σε αναδίπλωση είτε σε κλιμάκωση.
 
Τα ερωτήματα που ανοίγουν δεν είναι συγκυριακά. Θα καθορίσουν όχι μόνο τι θα συμβεί στη Βενεζουέλα αλλά και ποια μορφή θα πάρει η αμερικανική ισχύς τα επόμενα χρόνια. Και κυρίως, αν η επίκληση της δημοκρατίας θα εξακολουθεί να έχει περιεχόμενο, όταν συνοδεύεται από τη βεβαιότητα ότι οι κανόνες είναι για τους άλλους, όχι για εκείνον που έχει τα μέσα να τους παρακάμψει.
 
>>

Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ" ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "REPORTER" , 4/1/2026

2026-01-04 23:55

Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ" ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "REPORTER" , 4/1/2026

 

 

 

Link περιοδικού (το άρθρο στις σελίδες 40 - 43 ):

issuu.com/oikonomikanautiliakanea/docs/reporter_magazine_december_2025

 

 

ΤΟΥ  ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

1. Μια στιγμή αναδιάταξης

Οι πρόσφατες Συμφωνίες Ελλάδας-ΗΠΑ συνιστούν, αφενός, απότομη αλλαγή της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής και, αφετέρου, σημαντική συμβολή στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.

Η χρονική συγκυρία ήταν αποκαλυπτική: τρεις Αμερικανοί υπουργοί κατέφθασαν στην Αθήνα με ατζέντα ενεργειακής αναδιάταξης. Την ίδια ώρα η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 συγκέντρωνε, στην καρδιά του Αμαζονίου της Βραζιλίας, την πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας που επιμένει ότι οι εξορύξεις πρέπει να σταματήσουν.

Η Ελλάδα καλείται να παίξει σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα. Ενισχύει τον γεωπολιτικό ρόλο της, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται σε πλέγμα συμμαχιών και απαιτήσεων που προϋποθέτουν μέγιστο βαθμό στρατηγικής προνοητικότητας.

 

2. Το διατλαντικό ενεργειακό σύστημα και η ρωσική εξασθένιση

Με ταχύ ρυθμό αναβάθμισης υποδομών, η χώρα μετατρέπεται στον σημαντικότερο νότιο κόμβο πρόσβασης της Ευρώπης στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).

Ο “Κάθετος Διάδρομος” από Αλεξανδρούπολη μέχρι Ουκρανία  -μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Μολδαβίας- σταδιακά αντικαθιστά τις ρωσικές ροές και εγκαθιδρύει μια νέα, πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Παρά το γεγονός ότι το ρωσικό αέριο υποχωρεί, η Μόσχα εξακολουθεί να έχει εργαλεία για να προκαλέσει αναστάτωση.  Η πραγματική απεξάρτηση θα ολοκληρωθεί μόνο όταν η Ευρώπη, όχι μόνο η Ελλάδα, αποκτήσει επαρκή χωρητικότητα, διασυνδεσιμότητα και θεσμική αποφασιστικότητα ώστε να μη μπορεί το ρωσικό αέριο να επανεισέλθει.

 

3. Αμερικανική επάνοδος και νέο δόγμα εξορύξεων

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: “Drill, baby, drill”, όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα.  Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης, συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο, οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν “ερευνητικές” γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες, κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης-Κρήτης, αποκτά έντονη πολιτική διάσταση.  Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας-Λιβύης και Αιγύπτου-Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι Συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι (“αντικείμενες”) ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης, είναι μονόδρομος.

 

4. Ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική

Η ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική εμφανίζεται τελευταία να παλινωδεί. Πάντως, παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της “πράσινης” μετάβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μην χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα- όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ, ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται “hot spot” της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, “καθαρών” μορφών ενέργειας.

Η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 αναδεικνύει με δραματικό τρόπο το παγκόσμιο χρηματοδοτικό κενό. Οι αναδυόμενες οικονομίες εξακολουθούν να λαμβάνουν μόνο ένα μικρό κλάσμα των αναγκαίων πόρων για την “πράσινη” μετάβαση. Δημιουργείται έτσι πίεση και για την Ευρώπη, που καλείται να συνδυάσει την αυτονόμηση μέσω ενέργειας και την ευθυγράμμιση με τις “πράσινες” αρχές της.

 

5. Ελλάδα: ούτε υπερδύναμη, ούτε νέο “Ελντοράντο”

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Όμως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου -με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές- τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει την χρήση τους ;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

 

 

6. Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας

Η περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ, Κρήτης και Λιβύης εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.  

Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο, Αραβική Θάλασσα και Βόρεια Αφρική προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.

Η μελλοντική προοπτική για έναν “διάδρομο” οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος. 

Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν υπάρχουσες διενέξεις, διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις για ΑΟΖ.

Η διευθέτηση της σύγκρουσης στη Γάζα, η διεθνής στήριξη στην ομαλοποίηση της κατάστασης στη Συρία, η οριοθέτηση ΑΟΖ Λιβάνου-Ισραήλ με αμερικανική διαμεσολάβηση, καθώς και η προσπάθεια επέκτασης των “Συμφωνιών του Αβραάμ” για προσέγγιση και διπλωματική αλληλοαναγνώριση Ισραήλ- μετριοπαθών αραβικών χωρών (με βασικό ζητούμενο τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας), αποσκοπούν και στην υλοποίηση των προαναφερθέντων σχεδίων.  

 

7. Κλείσιμο ενός κύκλου και άνοιγμα νέου: Τουρκία και επόμενη μέρα

Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις.

Δεν νοείται οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να  δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.  

Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.

Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.

Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector-GSI), δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.

Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στη λογική ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.

Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

 

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος

>>

Θόδωρος Τσίκας – ανάλυση: "Χρονιά διεθνών διευθετήσεων το 2026 ; " - Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό, Ουκρανία, Γάζα/ TODAY PRESS

2025-12-27 17:30

Θόδωρος Τσίκας – ανάλυση: Χρονιά διεθνών διευθετήσεων το 2026 ; 

Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό, Ουκρανία, Γάζα

 

TODAY PRESS, free press εβδομαδιαία εφημερίδα

 

todaypress.gr/2025/12/27/thodoros-tsikas-analysi-chronia-diethnon-diefthetiseon-to-2026/

 

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ 

Πολιτικού Επιστήμονα – Διεθνολόγου

  • Ελληνοτουρκικά – Κυπριακό: πολιτική βούληση για επίλυση ή εξωτερική παρέμβαση τρίτων 

Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.  

Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από τη Μέση Ανατολή προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Ρωσία, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία. 

Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και  οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κρατών για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες – ΑΟΖ στα διεθνή ύδατα.

Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις. 

Δεν θα γίνει αποδεκτό οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να  δημιουργήσουν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.  

Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.

Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν. 

Είναι θετική η ανακοίνωση ότι μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 θα συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του οποίου θα πραγματοποιηθεί και συνάντηση του Τούρκου προέδρου με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Επίσης πρέπει να αξιοποιηθεί και η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. 

Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου, δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού. 

Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.

Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

  • Ουκρανία: Σύγκρουση για τους όρους της ειρήνης

Το 2026 δεν προδιαγράφεται ως η χρονιά της στρατιωτικής λύσης στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά ως η χρονιά της επιδίωξης για συνεννόηση γύρω από τους όρους της ειρήνης. Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου φθοράς, χωρίς αποφασιστική ανατροπή στο πεδίο, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις επιχειρήσεις στη διπλωματία.

Εδώ, οι στρατηγικές αποκλίνουν. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό την ηγεσία του Τραμπ, κινείται στη λογική του άμεσου “πραγματισμού”. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως ένα δαπανηρό και γεωπολιτικά δευτερεύον μέτωπο, που δεσμεύει πόρους και αποσπά την προσοχή από άλλες προτεραιότητες. Η ανυπομονησία του Τραμπ για μια οποιαδήποτε διευθέτηση, αποτυπώνει αυτή τη λογική.

Η προοπτική μιας συνολικής οικονομικής και εμπορικής επαναπροσέγγισης ΗΠΑ–Ρωσίας αποτελεί βασικό στοιχείο της σκέψης τόσο του Τραμπ όσο και του Πούτιν. Μια συμφωνία που θα οδηγούσε σε μερική άρση κυρώσεων, που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, και σε επαναφορά οικονομικών σχέσεων, θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές, ακόμη και αν το τίμημα ήταν ένας συμβιβασμός εις βάρος της Ουκρανίας.

Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι διαφορετικό και υπαρξιακό.  Μια βεβιασμένη ειρήνη που θα παγίωνε εδαφικές απώλειες της Ουκρανίας και θα νομιμοποιούσε τον ρωσικό επεκτατισμό, δεν θα αποτελούσε σταθεροποίηση, αλλά στρατηγική ήττα. Θα έστελνε το μήνυμα ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος αποδίδει και ότι τα σύνορα στην Ευρώπη παραμένουν διαπραγματεύσιμα.

Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν για μια «δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη». Η ευρωπαϊκή εμπειρία διδάσκει ότι οι ελλιπείς και άδικοι συμβιβασμοί δεν κλείνουν τις συγκρούσεις, απλώς τις μεταθέτουν χρονικά. Μια ειρήνη χωρίς σαφείς εγγυήσεις και χωρίς σεβασμό της ουκρανικής κυριαρχίας, θα άφηνε ανοιχτό τον δρόμο για την επόμενη κρίση, πιθανώς ακόμη πιο κοντά στα ευρωπαϊκά σύνορα.

Το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα υπάρξει κατάπαυση του πυρός. Θα κριθεί από το ποια στρατηγική θα επικρατήσει: ο αμερικανικός “πραγματισμός” των μεγάλων συναλλαγών ισχύος –  ο οποίος οδηγεί στην πίεση προς τον αμυνόμενο και όχι προς τον επιτιθέμενο- ή η ευρωπαϊκή επιμονή σε μια τάξη βασισμένη σε κανόνες. 

Η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά το αποτέλεσμα θα αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Φαίνεται ότι έχουν υπάρξει ορισμένες θετικές συνεννοήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ευρωπαίων και Ουκρανίας, αλλά αυτές πρέπει να επιβεβαιωθούν στην πράξη. 

Αν η ειρήνη οικοδομηθεί πάνω στην κόπωση και  τη συναλλαγή, θα είναι εύθραυστη. Αν αντίθετα, στηριχθεί στη δικαιοσύνη και στις  εγγυήσεις ασφάλειας για την μεταπολεμική Ουκρανία, θα είναι δύσκολη αλλά διαρκέστερη. Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα       της επόμενης χρονιάς.

  • Γάζα: Τοπίο «ελεγχόμενης ανοικοδόμησης»

Η είσοδος στη δεύτερη φάση υλοποίησης του «Σχεδίου Τραμπ» για τη Γάζα σηματοδοτεί μια νέα, αλλά βαθιά αμφιλεγόμενη, περίοδο για τον παλαιστινιακό θύλακα. Πρόκειται για μια φάση που μετατοπίζει το βάρος από τη στρατιωτική διαχείριση της κρίσης στη διοικητική, οικονομική και γεωπολιτική αναδιάταξη της περιοχής, χωρίς ωστόσο να επιλύει το βασικό πολιτικό πρόβλημα.

Η δεύτερη φάση προτάσσει την ανοικοδόμηση, τη δημιουργία ζωνών οικονομικής δραστηριότητας και έναν νέο μηχανισμό διακυβέρνησης, με μειωμένο –ή μηδενικό– ρόλο της ισλαμο-φασιστικής Χαμάς.    Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται μια διεθνώς επιτηρούμενη Γάζα, με ισχυρή αμερικανική πολιτική επιρροή, χρηματοδότηση από αραβικά κράτη και λειτουργική εξάρτηση από το Ισραήλ σε ζητήματα ασφάλειας και μετακινήσεων.

Για το 2026, οι προβλέψεις συγκλίνουν σε ένα σενάριο σχετικής σταθεροποίησης χωρίς πραγματική κανονικότητα.           

Η ανοικοδόμηση βασικών υποδομών –ενέργεια, ύδρευση, υγεία– είναι πιθανό να προχωρήσει επιλεκτικά, κυρίως σε περιοχές που κρίνονται «διαχειρίσιμες» από τους διεθνείς εγγυητές. Ωστόσο, η οικονομική ανάκαμψη θα παραμείνει εύθραυστη, αν δεν συνοδεύεται από πολιτική κυριαρχία ή σαφή ορίζοντα παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη διακυβέρνηση. Αν η Γάζα μετατραπεί μόνο σε ένα είδος τεχνοκρατικού προτεκτοράτου, η έλλειψη πολιτικής νομιμοποίησης ενδέχεται να αναπαράγει κύκλους κοινωνικής έντασης και υπόγειας αντίστασης.                                              

Η αποστρατιωτικοποίηση, χωρίς παράλληλη πολιτική λύση στο Παλαιστινιακό – με αξιοποίηση της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής του μετριοπαθούς Προέδρου, Μαχμούντ Αμπάς – δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμη μεσοπρόθεσμα. Μια πορεία προς διευθέτηση του Παλαιστινιακού θα θωρακίσει και το δικαίωμα του Ισραήλ να ζει με ασφάλεια. 

Σε περιφερειακό επίπεδο, το 2026 η Γάζα θα λειτουργεί ως δοκιμαστικός σωλήνας για το ευρύτερο αμερικανικό σχέδιο στη Μέση Ανατολή: συνδυασμός οικονομικών κινήτρων, αυστηρής ασφάλειας και παράκαμψης του παλαιστινιακού πολιτικού ζητήματος. Αν το μοντέλο αυτό επιβιώσει χωρίς γενικευμένη ανάφλεξη, ενδέχεται να επιχειρηθεί η αναπαραγωγή του και σε άλλα μέτωπα.

Συνολικά, η δεύτερη φάση του Σχεδίου Τραμπ δεν προοιωνίζεται ειρήνη, αλλά μια διαχειριζόμενη παύση της σύγκρουσης. Για τη Γάζα, το βασικό διακύβευμα δεν θα είναι η ανοικοδόμηση αυτή καθαυτή, αλλά το αν αυτή θα οδηγήσει σε προοπτική επίλυσης     του Μεσανατολικού ή απλώς σε μια πιο σταθερή μορφή εγκλωβισμού.

>>

"Η Ευρώπη απέναντι στην Ουκρανία: βήμα προς τα εμπρός" - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΕ ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

2025-12-22 16:56
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 22/12/2025
 
 
 
 
 
Η Ευρώπη απέναντι στην Ουκρανία: βήμα προς τα εμπρός

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε της 18ης Δεκεμβρίου να προσφύγει στην έκδοση κοινού χρέους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να χορηγήσει στην Ουκρανία χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 90 δισ. ευρώ, με εγγύηση τον κοινοτικό προϋπολογισμό, αξίζει θετικής αποτίμησης.

Πρόκειται για θεμελιώδες μέτρο, ώστε η Ουκρανία να διατηρήσει τη λειτουργία του κράτους και να συνεχίσει την αμυντική προσπάθεια απέναντι στην απρόκλητη επίθεση του Βλαντίμιρ Πούτιν, η οποία απειλεί όχι μόνο την ουκρανική κυριαρχία αλλά και την ασφάλεια του συνόλου της Ευρώπης. Με τα χρήματα αυτά, το Κίεβο μπορεί να χρηματοδοτείται για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια. Επιπλέον, το σχέδιο περιορίζει τη δυνατότητα ο Τραμπ να εξαναγκάσει την Ουκρανία να αποδεχθεί απαράδεκτους όρους για την υπογραφή ειρήνης με τη Ρωσία.

Δεδομένου ότι η Ουκρανία υποχρεούται να αποπληρώσει το δάνειο μόνο στην περίπτωση που η Ρωσία καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις, θα πρέπει να είναι σαφές ότι πρόκειται ουσιαστικά για επιχορήγηση, η οποία θα καλυφθεί είτε από το μη χρησιμοποιηθέν περιθώριο του προϋπολογισμού της ΕΕ είτε -πιο περίπλοκα λόγω της σθεναρής βελγικής αντίθεσης- από τα δεσμευμένα ρωσικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.

Η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία αποστασιοποιούνται επιφανειακά από το σχέδιο, καθώς, παρότι δεν παρέχουν εγγυήσεις για την έκδοση του χρέους, αυτό εκδίδεται από την ΕΕ και επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της. Μόνο σε περίπτωση που αυτός αποδειχθεί ανεπαρκής θα ενεργοποιούνταν οι εγγυήσεις, κάτι που δεν αναμένεται να συμβεί, καθώς το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021–2027 διαθέτει δυνατότητα δαπανών ύψους περίπου 400 δισ. ευρώ.

Πέραν της άμεσης διάστασής της, η απόφαση αυτή συνιστά επίσης ένα νέο, σημαντικό βήμα -μετά την έκδοση ευρωομολόγων στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης / NextGenerationEU - προς την οικοδόμηση μιας πραγματικής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ικανότητας. Επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, ότι σε στιγμές υπαρξιακής κρίσης η Ένωση είναι σε θέση να δράσει πέρα από τα στενά όρια της διακυβερνητικής ορθοδοξίας.

Η έκδοση κοινού χρέους παύει να αποτελεί εξαίρεση και μετατρέπεται, de facto, σε επαναλαμβανόμενο εργαλείο όταν διακυβεύονται θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα. Ωστόσο, αυτό θα είναι βιώσιμο μόνο εφόσον η ΕΕ μπορέσει να αντλεί “ίδιους” (δικούς της, δηλαδή) πόρους και να μην εξαρτάται από τις εθνικές συνεισφορές.

Παρά ταύτα, η πρόοδος αυτή σκιάζεται από μια σοβαρή πολιτική ανεπάρκεια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν κατόρθωσε, προς το παρόν, να συμφωνήσει στη χρήση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του επιτιθέμενου κράτους για τη χρηματοδότηση της άμυνας και της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας, αν και αναφέρεται ότι το ζήτημα θα συνεχίσει να εξετάζεται.

Η παράλειψη αυτή συνιστά διπλή χαμένη ευκαιρία: αφενός, για την ελάφρυνση του μακροπρόθεσμου χρηματοδοτικού βάρους που θα επωμιστούν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Αφετέρου, για την αποστολή ενός σαφούς και αξιόπιστου πολιτικού μηνύματος τόσο προς το Κρεμλίνο όσο και προς όσους, εντός και εκτός Ευρώπης, αμφισβητούν την ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής αμερικανικής διοίκησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Τα συμπεράσματα της Συνόδου αναδεικνύουν, για ακόμη μία φορά, την πολιτική μη βιωσιμότητα της αρχής της ομοφωνίας, ιδίως όταν ορισμένοι εθνικοί ηγέτες λειτουργούν de facto ως σύμμαχοι της Μόσχας. Απέναντι σε στρατηγικές προκλήσεις τέτοιου μεγέθους, οι ad hoc ρυθμίσεις και οι λύσεις έκτακτης ανάγκης φθάνουν στα όριά τους. Η πραγματική ενότητα ευρωπαϊκής δράσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία.

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος

 
 

 

>>

Πόσο μοιάζει η Αμερική με την Ουγγαρία: Η νέα εποχή του Τραμπ/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2025-12-16 15:03

Πόσο μοιάζει η Αμερική με την Ουγγαρία: Η νέα εποχή του Τραμπ

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 Θόδωρος Τσίκας/ Μαρωβήτα Νικολαΐδου

 

www.metarithmisi.gr/content/poso-moiazei-e-amerike-me-ten-ouggaria-e-nea-epokhe-tou-tramp?fbclid=IwY2xjawOuNjVleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBxYm9ZWmtuOThuWnZzWXE2c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHgus4UEI-HbVrJgHWMEPMpg-YtGAN1aYWPyKnoPcP-lzO-nlKKbQ7aR3iqM3_aem_IP2-fck4v4etGqt3TuKqnA

 

Ο ανταγωνιστικός αυταρχισμός στις ΗΠΑ: Από την εσωτερική διάβρωση στη διεθνή ανατροπή

Η δεύτερη προεδρία Τραμπ δεν δοκιμάζει απλώς την ανθεκτικότητα της αμερικανικής δημοκρατίας. Μετατρέπει τον ανταγωνιστικό αυταρχισμό σε εσωτερική πρακτική και την ιδεολογία MAGA σε εξωτερική στρατηγική, φέρνοντας την Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο και λιγότερο φιλελεύθερο πρόσωπο της Ουάσινγκτον.

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2024, μεγάλο μέρος του αμερικανικού πολιτικού και θεσμικού κατεστημένου αντιμετώπισε την εξέλιξη με σχετική απάθεια. Η επανεκλογή του ήταν το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής διαδικασίας και, επιπλέον, η αμερικανική Δημοκρατία είχε αντέξει τους κραδασμούς της πρώτης του θητείας, ακόμη και την πρωτοφανή επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Πολλοί υπέθεσαν ότι θα άντεχε και δεύτερη φορά.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Μέσα στο πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινήθηκαν ταχύτατα προς ένα καθεστώς ανταγωνιστικού αυταρχισμού. Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται και η αντιπολίτευση εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η εκτελεστική εξουσία χρησιμοποιεί συστηματικά τους θεσμούς του κράτους για να τιμωρεί αντιπάλους, να προστατεύει συμμάχους και να αλλοιώνει τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο διεθνώς. Εμφανίστηκε νωρίτερα στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, στην Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν και στην Ινδία του Ναρέντρα Μόντι. Εκείνο που καθιστά την αμερικανική περίπτωση ιδιαίτερη δεν είναι η πρωτοτυπία των πρακτικών, αλλά η ταχύτητα, το βάθος και το γεγονός ότι εφαρμόζονται στο κράτος με τη μεγαλύτερη θεσμική ισχύ και διεθνή επιρροή στον κόσμο.

Η μετάβαση αυτή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την οριστική κατάρρευση της αμερικανικής δημοκρατίας. Όπως δείχνει η ίδια η φύση του ανταγωνιστικού αυταρχισμού, το πολιτικό παιχνίδι γίνεται πιο άνισο, αλλά δεν παύει να διεξάγεται. Οι δίοδοι αμφισβήτησης παραμένουν ανοιχτές, έστω και περιορισμένες. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την τρέχουσα συγκυρία τόσο κρίσιμη. Το αποτέλεσμα δεν έχει προεξοφληθεί, αλλά το κόστος της αυταρχικής διολίσθησης αρχίζει ήδη να γίνεται ορατό, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο διεθνές αποτύπωμα τους.

 

Η κατάληψη των θεσμών και η εργαλειοποίηση του κράτους

Η εμπειρία από άλλα ανταγωνιστικά αυταρχικά καθεστώτα δείχνει ότι το πρώτο και καθοριστικό βήμα δεν είναι η κατάργηση των εκλογών, αλλά η σταδιακή αποδυνάμωση των ελεγκτικών θεσμών, ιδίως της Δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων Αρχών και των Μέσων Ενημέρωσης.

Όπως επισημαίνουν οι Levitsky & Way στο έργο τους Competitive Authoritarianism: Hybrid Regimes After the Cold War (2010), τέτοια καθεστώτα διατηρούν δημοκρατικές "βιτρίνες", αλλά παραμορφώνουν το πολιτικό παιχνίδι μέσα από την εργαλειοποίηση κρατικών μηχανισμών.

Οι ΗΠΑ, στη δεύτερη προεδρία Τραμπ, φαίνεται να ακολουθούν παρόμοια πορεία, με ταχεία απομάκρυνση επαγγελματιών στελεχών από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την αντικατάστασή τους με πρόσωπα πιστά στον Πρόεδρο, φαινόμενο που έχει ήδη καταγραφεί από ανεξάρτητα μέσα όπως το ProPublica και το Brookings Institution.

Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ κινήθηκε ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Υπουργείο Δικαιοσύνης, FBI και ανεξάρτητες ρυθμιστικές Αρχές υπέστησαν μια ταχεία διαδικασία εκκαθάρισης επαγγελματικών στελεχών και αντικατάστασής τους από πρόσωπα προσωπικά ή πολιτικά πιστά στον πρόεδρο.

Το μοτίβο θυμίζει έντονα την πορεία της Ουγγαρίας μετά το 2010, όταν – σύμφωνα με μελέτες του Freedom House και του Varieties of Democracy (V-Dem Institute) – η χώρα κατηγοριοποιήθηκε ως «εκλογικό αυταρχικό καθεστώς», κυρίως λόγω του περιορισμού της ανεξαρτησίας των θεσμών και των ΜΜΕ. Παρόμοιες πρακτικές είχαν προηγηθεί στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, όταν χιλιάδες δικαστικοί και αστυνομικοί απομακρύνθηκαν και αντικαταστάθηκαν με κομματικά ευθυγραμμισμένους αξιωματούχους. Στις ΗΠΑ, η διαδικασία αυτή υπήρξε ταχύτερη και πιο απροκάλυπτη από οτιδήποτε είχε παρατηρηθεί μεταπολεμικά.

Αφού οι θεσμοί αναδιαμορφώθηκαν, στράφηκαν εναντίον πολιτικών αντιπάλων. Έρευνες και διώξεις κινήθηκαν κατά προσώπων που θεωρούνταν εχθρικά προς τον Πρόεδρο, συχνά με αφορμή δευτερεύουσες ή τυπικές παραβάσεις. Η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου αποτελεί κλασικό εργαλείο αυταρχικών καθεστώτων. Όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν με πολιτικά κριτήρια, σχεδόν πάντα μπορούν να εντοπίσουν κάποιο σφάλμα. Στη Βενεζουέλα, οι φορολογικοί έλεγχοι χρησιμοποιήθηκαν κατ’ επανάληψη για να εξουδετερώσουν αντιπολιτευόμενους δημάρχους και επιχειρηματίες. Στις ΗΠΑ, η ίδια λογική άρχισε να εφαρμόζεται σε πολιτικούς, εισαγγελείς, δωρητές και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ακόμη και όταν τέτοιες υποθέσεις δεν οδηγούν σε καταδίκες, το ίδιο το βάρος της έρευνας λειτουργεί ως μέσο καταναγκασμού. Ο στόχος δεν είναι πάντα η φυλάκιση, αλλά η εξάντληση πόρων, η αποστροφή από τη δημόσια ζωή και η αποστολή ενός μηνύματος προς τρίτους. Παράλληλα, ένα πλήρως εργαλειοποιημένο σύστημα Δικαιοσύνης παρέχει ασυλία στους συμμάχους της εξουσίας. Η εκτεταμένη χρήση της προεδρικής χάρης, ιδίως προς πρόσωπα που εμπλέκονταν σε βίαιες ή παράνομες ενέργειες υπέρ του Προέδρου, μετέδωσε ένα σαφές μήνυμα: η παρανομία συγχωρείται όταν εξυπηρετεί τον σωστό πολιτικό σκοπό.

 

Από τη Δικαιοσύνη, στα Μέσα Ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών

Η αυταρχική εδραίωση δεν περιορίζεται στους σκληρούς θεσμούς του κράτους. Επεκτείνεται στα Μέσα Ενημέρωσης, στα Πανεπιστήμια και στον ευρύτερο χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Και εδώ, η αμερικανική εμπειρία αρχίζει να θυμίζει όλο και περισσότερο χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ινδία, όπου η πίεση στα μέσα δεν ασκήθηκε αρχικά μέσω γενικευμένης λογοκρισίας, αλλά μέσω ρυθμιστικών ελέγχων, δικαστικών προσφυγών και αλλαγών ιδιοκτησίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι προσφυγές της κυβέρνησης κατά μεγάλων εφημερίδων και οι έρευνες της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών εις βάρος τηλεοπτικών δικτύων δημιούργησαν ένα περιβάλλον διαρκούς απειλής. Παράλληλα, η συγκέντρωση μιντιακής ιδιοκτησίας σε επιχειρηματικά σχήματα φιλικά προς την κυβέρνηση ενίσχυσε τη μετατόπιση του ενημερωτικού τοπίου. Στην Ουγγαρία, η μετάβαση αυτή χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία. Στις ΗΠΑ, εξελίσσεται μέσα σε λίγα χρόνια.

Τα Πανεπιστήμια και τα νομικά Γραφεία βρέθηκαν επίσης στο στόχαστρο. Η απόσυρση κρατικής χρηματοδότησης, οι απειλές ακύρωσης συμβολαίων και η ανάκληση αδειών ασφαλείας λειτούργησαν ως μηχανισμοί πειθαναγκασμού. Στην Ινδία, η κυβέρνηση Μόντι χρησιμοποίησε παρόμοιες τακτικές για να περιορίσει τη δράση μη κυβερνητικών οργανώσεων και να ελέγξει ακαδημαϊκά ιδρύματα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν άμεση φίμωση, αλλά σταδιακή προσαρμογή.

 

Το αόρατο κόστος και το σύνδρομο απόσυρσης

Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα της αυταρχικής στροφής δεν είναι πάντα η καταστολή, αλλά η αποστράτευση. Όταν ο φόβος αντιποίνων οδηγεί πολίτες, δωρητές, επιχειρήσεις και θεσμούς σε σιωπηρή συμμόρφωση, η δημοκρατία αρχίζει να αποδυναμώνεται από μέσα. Η αυτολογοκρισία είναι αόρατη. Το κοινό βλέπει απολύσεις και ακυρώσεις εκπομπών, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει πόσα ρεπορτάζ δεν γράφτηκαν ποτέ και πόσες πρωτοβουλίες εγκαταλείφθηκαν προληπτικά.

Σε καθεστώτα όπως η Ρωσία και η Τουρκία, η απόσυρση των ελίτ από τον δημόσιο χώρο προηγήθηκε της πλήρους αυταρχικής παγίωσης. Κάτι αντίστοιχο αρχίζει να διαφαίνεται και στις ΗΠΑ. Η αποστασιοποίηση μεγάλων δωρητών, η συρρίκνωση της νομικής στήριξης προς την αντιπολίτευση και η απομάκρυνση επιχειρήσεων από προοδευτικές πρωτοβουλίες δημιουργούν μια άνιση πολιτική αρένα πολύ πριν από την ημέρα της κάλπης.

 

Οι ανασχετικοί παράγοντες και το παράθυρο ευκαιρίας

Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο ανταγωνιστικός αυταρχισμός δεν είναι μονόδρομος. Η Ιστορία προσφέρει παραδείγματα ανατροπής, ακόμη και υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Στην Ινδία, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης της Ίντιρα Γκάντι κατέρρευσε στις κάλπες το 1977. Στη Μαλαισία, μια αυταρχική κυριαρχία δεκαετιών έληξε μέσω εκλογών το 2018. Στην Πολωνία, η αντιπολίτευση επανήλθε στην εξουσία το 2023, παρά τον εκτεταμένο έλεγχο θεσμών και Μέσων από την κυβέρνηση.

Σε σύγκριση με πολλές από αυτές τις χώρες, η αμερικανική αντιπολίτευση διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η Δικαιοσύνη παραμένει πιο ανεξάρτητη, οι Ένοπλες Δυνάμεις διατηρούν υψηλό βαθμό επαγγελματισμού και η ομοσπονδιακή δομή προσφέρει εναλλακτικά κέντρα ισχύος. Επιπλέον, η δημοτικότητα του ίδιου του Προέδρου δεν είναι συντριπτική, στοιχείο που ιστορικά δυσκολεύει τη μόνιμη αυταρχική εδραίωση.

 

Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας ως εξωτερική προβολή του αυταρχισμού

Η εσωτερική διολίσθηση αποκτά διεθνή διάσταση με τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας. Το κείμενο αυτό δεν πρέπει να διαβαστεί ως τεχνικό εγχειρίδιο πολιτικής, αλλά ως ιδεολογική διακήρυξη. Για πρώτη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζονται όχι ως εγγυητής της φιλελεύθερης τάξης, αλλά ως δύναμη που είναι πρόθυμη να προωθήσει ένα ανελεύθερο διεθνές περιβάλλον.

Η σιωπή της στρατηγικής απέναντι στην Κίνα και η περιορισμένη αναφορά στη Ρωσία είναι ενδεικτικές. Αντί για τον παραδοσιακό ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, το κείμενο εστιάζει στις πολιτισμικές και ιδεολογικές συγκρούσεις εντός της Δύσης. Η Ευρώπη παρουσιάζεται όχι ως αυτονόητος σύμμαχος, αλλά ως χώρος που χρειάζεται πολιτική «διόρθωση». Η λογική αυτή θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία προβάλλει την έννοια της «κυριαρχικής δημοκρατίας» και χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για να στηρίξει ιδεολογικά συγγενή καθεστώτα.

 

Η Ευρώπη στο επίκεντρο του νέου ρίσκου

Η αμερικανική αυταρχική διολίσθηση δεν αποτελεί εσωτερική υπόθεση των ΗΠΑ. Μετατρέπεται σε στρατηγικό παράγοντα που απειλεί τη συνοχή της Δύσης και την ίδια τη λειτουργία των ευρωπαϊκών Δημοκρατιών. Οι πρώτες δοκιμές παρέμβασης σε χώρες της Λατινικής Αμερικής δείχνουν πρόθεση χρήσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος για την ενίσχυση ανελεύθερων συμμάχων.

 

Ένα ανοιχτό παράθυρο για το μέλλον

Το πιθανότερο σενάριο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ούτε η άμεση εγκαθίδρυση πλήρους αυταρχικού καθεστώτος ούτε η γρήγορη επιστροφή στη θεσμική κανονικότητα. Πιο ρεαλιστική μοιάζει μια παρατεταμένη περίοδος αστάθειας, όπου αυταρχικές ροπές και δημοκρατικά αντανακλαστικά θα συνυπάρχουν. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί λιγότερο από τη σκληρότητα της κυβέρνησης και περισσότερο από το αν αρκετοί πολίτες και θεσμοί θα συνεχίσουν να δρουν σαν να έχει νόημα η προσπάθεια.

Η διαχείριση της παρούσας κρίσιμης καμπής απαιτεί από τις δημοκρατικές δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες —συμπεριλαμβανομένων των πολιτών, των θεσμών και των πολιτικών ελίτ— μια στάση διττή αλλά αναγκαία: αφενός, τη νηφάλια αναγνώριση της αυξανόμενης αυταρχικής παρέκκλισης· αφετέρου, τη συνειδητή αποφυγή της παραίτησης, η οποία ενέχει τον κίνδυνο μετατροπής μιας δυνητικής κρίσης σε μη αναστρέψιμη πραγματικότητα.

Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η παγίωση ανταγωνιστικών αυταρχικών καθεστώτων σπάνια επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της καταστολής. Συχνότερα, εγκαθιδρύεται σταδιακά, μέσω της σταθερής αποδυνάμωσης των μηχανισμών δημοκρατικής συμμετοχής και της αποστράτευσης πολιτικών και κοινωνικών δρώντων. Υπό συνθήκες θεσμικής ασυμμετρίας, η συνέχιση της πολιτικής δράσης —μέσω υποψηφιοτήτων, νομικών παρεμβάσεων, δημοσιογραφικής επιτήρησης και κοινωνικής κινητοποίησης— εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αναχαίτισης της αυταρχικής εδραίωσης.

Το τελικό αποτέλεσμα της τρέχουσας μεταβατικής φάσης δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Θα εξαρτηθεί όχι αποκλειστικά από τη συγκεντρωτική ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά κυρίως από τη βούληση και την επιμονή δημοκρατικών υποκειμένων να αξιοποιήσουν τα —έστω περιορισμένα— περιθώρια θεσμικής αμφισβήτησης που εξακολουθούν να υπάρχουν.

Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτής της κρίσης προϋποθέτει την ταυτόχρονη αναγνώριση δύο πραγματικοτήτων: ότι η αμερικανική δημοκρατία υφίσταται σημαντική διάβρωση και ότι, παρά ταύτα, διατηρεί ακόμη λειτουργικούς μηχανισμούς πολιτικής ανατροφοδότησης και δυνατότητες ανανέωσης των όρων του δημοκρατικού ανταγωνισμού.

>>

Ukraine and the EU should stand firm and come up with a proper peace plan for peace between Ukraine and Russia/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "EUROPEAN INTEREST"

2025-11-24 18:27

Ukraine and the EU should stand firm and come up with a proper peace plan for peace between Ukraine and Russia

"EUROPEAN INTEREST", 24/11/2025

 

www.europeaninterest.eu/ukraine-and-the-eu-should-stand-firm-and-come-up-with-a-proper-peace-plan-for-peace-between-ukraine-and-russia/

 

ByTheodoros Tsikas

On Thursday, November 20th, the Trump’s administration published 28 points for peace between Ukraine and Russia negotiated secretly with Russia without Ukraine and the EU. The US asked Ukraine to accept them by 27th of November without discussion. These points seem to have been dictated by Putin and resemble more a capitulation project rather than a peace project.

This is the darkest hour for Ukraine and for the EU. Our destinies, our freedom and dignity are intertwined, we will defend them together, or we will lose them together.

On Friday night, President Zelensky spoke to Ukrainians to recall his engagement for Ukraine’s sovereignty and independence. He affirmed that dignity and freedom of the Ukrainians cannot be neglected.

Kaja Kallas, the High Representative of the EU and several heads of States and Governments of the EU expressed their concerns and the requirement that any solution concerning Europe shall be taken with Ukraine and the EU. On November 22nd, several Heads of State and Government, the president of the European Council and the President of the European Commission issued a statement on Ukraine that welcomes in very diplomatic terms the US plan and restate their support for Ukraine. The time for cowardice is over, and courage and determination are needed to avoid being overwhelmed.

Ukraine and EU countries must strongly reject the attempt to impose the yoke of dictatorship on our continent: because that is what this plan is about, reducing us and Ukraine to puppets. Our governments must know how to react, to awaken our public opinion, which has often been left in the hands of propaganda, lacking the courage to overcome our powerlessness and show the way to truly take back control of our destiny and defend our freedom, our democracy, and our values.

We should ask the European Union:

  • To fully support to Ukraine and Ukrainians to protect their sovereignty.
  • To maintain the sanctions towards Russia as long as the war of aggression continues,
  • To require a ceasefire which must be in place for starting any further negotiation because a peace agreement cannot be discussed under daily bombings,
  • To immediately use the frozen Russian assets to support Ukraine. To this end, member states should be jointly liable together with Belgium in case of legal challenges.

We note the return to Great Power Politics. The EU cannot survive in this new reality if it remains divided. The rise of nationalism within the EU and the sovereignist approach of some member states tend to paralyse imminent joint action in the field of foreign policy and defence. If we do not overcome it, we cannot bring effective political support to Ukraine either. It is only by strengthening European sovereignty and uniting in a true federation that we can be free and secure in Europe.

If we want to be credible in that moment, and give an opportunity to Ukraine to negotiate, Ukraine and the EU shall come up with an alternative proposal to the 28 points plan of the US administration.

This proposal can be based on the principle already stated by Ukraine and the EU:

  • Ukraine’s struggle for freedom constitutes an essential element for the maintenance of security and freedom in Europe ;
  • The respect of International Law, including the jurisdiction of the International Court of Justice, must be fully part of the agreement, and convicted break through must be judged
  • Any diplomatic initiative must include full recognition of Ukrainian sovereignty and respect for legitimate borders
  • The potential exchange of territories must be discussed in presence directly by the two parts of the conflict, respecting international rules
  • Ukraine shall keep its rights to defend itself and, as a sovereign state, decide on its own army
  • A peace treaty shall contain elements on how to finance the reconstruction of Ukraine

As European integration experience shows, building peace requires democracy, respect of the Rule of Law and institutions that guarantee peace.

In the darkest hour, it is time for our EU governments to understand that they will only survive if they have a common project, only if they understand that it is time for true unity, that they must face together, as a single state, the powerful enemies who seek to destroy us.

In the darkest hour, it is time to relaunch the path towards federation. It is time to create the United States of Europe.

 

Author profile
Theodoros Tsikas

Mr. Theodoros TSIKAS is a Political Scientist - International Relations Expert, Vice-President of the Greek Union for the Federation of Europe – EEnOE/              UEF Greece

 

>>

"Συμφέρει την Ελλάδα μια «δυτική» Τουρκία ; " / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 11/11/2025

2025-11-11 23:09
 
Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 11/11/2025
 
 
 
Συμφέρει την Ελλάδα μια «δυτική» Τουρκία ;

 

 

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

Τόσο η πρόσφατη συνάντηση των προέδρων ΗΠΑ και Τουρκίας στον Λευκό Οίκο και οι σχετικές δηλώσεις, όσο και οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν κατά τις επισκέψεις του Βρετανού πρωθυπουργού και του Γερμανού καγκελαρίου στην Άγκυρα, προκάλεσαν ευρύτερες συζητήσεις.

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία αποτελεί τμήμα της «Δύσης». Αν και έχει πολλές και μεγάλες «ιδιαιτερότητες», ανήκει σε όλους τους δυτικούς θεσμούς και οργανισμούς. Μέλος του ΝΑΤΟ, μέλος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), συνδεδεμένη χώρα με την ΕΕ από την δεκαετία του '60, και επισήμως υποψήφια προς ένταξη σε αυτήνΣυμμετέχει ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Μακρόν.

  

Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις της με ΗΠΑ και Ευρώπη είναι κομβικής σημασίας. Αφενός οι οικονομικές - εμπορικές σχέσεις, και αφετέρου οι σχέσεις στον τομέα της άμυνας, με στρατιωτικές βάσεις και εξοπλισμούς, είναι και θα παραμείνουν ανεπτυγμένες. 

  

Ο Ταγίπ Ερντογάν, παρά την «ειδική σχέση» που διατηρεί με τον Πούτιν, κάνει το τελευταίο διάστημα μια συνολική επαναπροσέγγιση με την Δύση. Αυτό πράττει με την ΕΕ, προωθώντας την λεγόμενη «θετική ατζέντα» στις σχέσεις τους (δηλώσεις Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν), και βεβαίως με τις ΗΠΑ. 

 

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, παρά την δυσφορία της για την προμήθεια των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία, δεν έχει αποφασίσει να αφήσει την Τουρκία να απομακρυνθεί από την Δύση. Κάτι τέτοιο θα ήταν μεγάλη αποτυχία για την εξωτερική πολιτική οποιασδήποτε αμερικανικής κυβέρνησης. 

 

Η ΕΕ, παράλληλα με την ορθή κριτική της κυρίως για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριώνβλέπει την Τουρκία ως (μόνιμο) γείτονα, ανεξαρτήτως του ποιος είναι σήμερα στην ηγεσία της. Την αποκαλεί «βασικό εταίρο»Εκτιμά ότι η χώρα αυτή είναι περιφερειακή δύναμη με σημαντικό ρόλο στα πράγματα της περιοχής. Και επιθυμεί να οικοδομήσει μια συνολική, περιεκτική σχέση μαζί της, ώστε να την έχει κοντά της αλλά και να επηρεάζει την εξωτερική συμπεριφορά της και την εσωτερική πορεία της.

 

Ούτε η ΕΕ, ούτε οι ΗΠΑ θέλουν η Τουρκία να πέσει σε αστάθεια, ή να ενταχθεί σε έναν άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν, είτε να ηγεμονευθεί από εξτρεμιστικές ισλαμιστικές δυνάμεις. Η Ελλάδα είναι προφανώς η πρώτη που πρέπει να απεύχεται αυτές τις πιθανότητες.
 

Το «κλειδί» για ελληνοτουρκικά και Κυπριακό είναι οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τουρκίας. Είναι σημαντικό να υπάρξει ένα πλέγμα δεσμευτικών σχέσεων και κοινών συμφερόντων μεταξύ των δύο πλευρών. Η «θετική ατζέντα» στις ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορεί να είναι επωφελής για Ελλάδα και Κύπρο.

 

Αντί να σπαταλάμε «διπλωματικό κεφάλαιο» για να βάζουμε εμπόδια στην σύνδεση της Τουρκίας με ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (όπως έγινε με το Πρόγραμμα αμυντικών προμηθειών SAFE), τα οποία έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες παρακάμπτουν, η Ελλάδα μπορεί να θέσει -μέσα σε αυτό το «πακέτο»- τις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό.

 
Η επίλυση των προβλημάτων μας με την Τουρκία περνά μέσω της βελτίωσης (υπό προϋποθέσεις) των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Αντιθέτως, μια επιδείνωση των ευρω-τουρκικών σχέσεων μπορεί να δημιουργήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις και κυρίως να καταστρέψει οποιεσδήποτε προοπτικές διευθέτησης των διμερών ζητημάτων. 
 
 
Η Τουρκία πρέπει να είναι μέσα σε ένα ευρωπαϊκού τύπου «κέλυφος» και εκεί να συζητούνται οι όποιες διαφορές προκύπτουν. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που απαιτούν πολιτικό θάρρος, και όχι με προσκόλληση σε στερεότυπα δόγματα εξωτερικής πολιτικής.

 

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
 
 
 
>>

"Η Ευρώπη απέναντι στον τραμπισμό και την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr

2025-10-25 22:20

"Η Ευρώπη απέναντι στον τραμπισμό και την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά"

"ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr

Άρθρο των Θόδωρου Τσίκα και Μαρωβήτας Νικολαϊδου

 

www.ethnos.gr/opinions/article/385668/heyrophapenantistontrampismokaithneyropaikhrizospastikhdexia

 

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025 φάνηκε να προαναγγέλλει μια πολιτική «επανάσταση», ικανή να αναμορφώσει όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και τις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Η ταχύτητα και το βάθος με τα οποία η δεύτερη προεδρία Τραμπ άλλαξε την αμερικανική πολιτική θυμίζουν, σε ένταση, την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο Τσετούνγκ στην Κίνα (1966-1976). Η ήπειρος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ατζέντας του κινήματος “Make America Great Again” (MAGA).
 
Οι συνέπειες, τόσο σε γεωπολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, έχουν αρχίσει ήδη να διαχέονται στην Ευρώπη, δοκιμάζοντας τις αντοχές και τη συνοχή της. Πίσω από τις θεαματικές κινήσεις του Τραμπ, τον αναπροσδιορισμό των εμπορικών σχέσεων, την απότομη αναθεώρηση της εξωτερικής πολιτικής, τη μετωπική ρητορική κατά των θεσμών αναδύεται η ιδεολογική ταυτότητα μιας ριζοσπαστικής αμερικανικής Δεξιάς που αναζητά ευρωπαϊκή και διεθνή δικτύωση.
 
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κονωνίες εξακολουθούν να διαμορφώνουν την πορεία τους μέσα από τις δικές τους αντιφάσεις, φόβους και αδιέξοδα. Η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά κερδίζει έδαφος στις κάλπες, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την άνοδο σε κυβερνητική εξουσία, καθώς παραμένει εσωτερικά διαιρεμένη, θεσμικά απομονωμένη και ιδεολογικά ασταθής.
 
Ο λόγος της ανόδου της είναι πιο βαθύς: η αδυναμία των παραδοσιακών κομμάτων να εξηγήσουν και να προσφέρουν πειστικές λύσεις στις κοινωνικές ανασφάλειες και την πολιτική αποξένωση των πολιτών.
 
 
Η εκλογική άνοδος χωρίς ικανότητα διακυβέρνησης
 
Από τη Γαλλία έως τη Γερμανία και την Πορτογαλία, τα κόμματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς σημείωσαν εντυπωσιακές επιδόσεις. Το AfD («Εναλλακτική για την Γερμανία») έγινε δεύτερη δύναμη στη Γερμανία· το Rassemblement National («Εθνικός Συναγερμός») της Μαρίν Λεπέν απέσπασε 142 έδρες στην γαλλική Εθνοσυνέλευση· ενώ το αυστριακό FPO («Ελευθερο-δημοκρατικό Κόμμα Αυστρίας») επικράτησε στις βουλευτικές εκλογές. Παρόμοια ποσοστά κατέγραψε το Chega στην Πορτογαλία, ενώ στη Ρουμανία και την Πολωνία οι υποψήφιοι της ριζοσπαστικής Δεξιάς διεκδίκησαν με αξιώσεις την προεδρία.
 
Κι όμως, αυτή η εκλογική δυναμική δεν μεταφράστηκε σε ανάλογη κυβερνητική ισχύ. Μόλις πέντε κυβερνήσεις της ΕΕ περιλαμβάνουν σήμερα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς (Κροατία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Ιταλία, Σλοβακία), ενώ μόνο δύο πρωθυπουργοί, ο Βίκτορ Όρμπαν και η Τζόρτζια Μελόνι, προέρχονται από αυτό το στρατόπεδο. Στις περισσότερες χώρες, τα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να υψώνουν θεσμικά “φράγματα ασφαλείας” («cordon sanitaire»), προτιμώντας εύθραυστους συνασπισμούς κεντρώων δυνάμεων αντί για συνεργασία με τους ριζοσπάστες.
 
Ωστόσο, η αποτυχία τους να κυβερνήσουν δεν πρέπει να εκληφθεί ως αποδυνάμωση. Αντίθετα, η σταθερή τους παρουσία στις κάλπες και η διείσδυσή τους στο δημόσιο λόγο δείχνουν ότι η άνοδός τους δεν είναι παροδική και ότι η είσοδός τους στην εξουσία είναι, αργά ή γρήγορα, αναπόφευκτη.
 
 
Από τον ευρωσκεπτικισμό στην “Ευρώπη των εθνών”
 
Τα περισσότερα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς έχουν εγκαταλείψει τη ρητορική της εξόδου από την ΕΕ, υιοθετώντας πλέον μια στρατηγική “μεταρρύθμισης εκ των έσω”. Στόχος της είναι μια «Ευρώπη των εθνών», βασισμένη στην κυριαρχία των κρατών, στις χριστιανικές αξίες και στη διακυβερνητική συνεργασία, μακριά από τις υπερεθνικές φιλελεύθερες αρχές των Βρυξελλών.
 
Η νέα αυτή ιδεολογία συνοδεύεται από ανελεύθερες πρακτικές διακυβέρνησης: αποδυνάμωση της δικαιοσύνης, έλεγχος των ΜΜΕ και ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, όπως δείχνουν τα παραδείγματα Ουγγαρίας και Πολωνίας. Η Τζόρτζια Μελόνι προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ευρωπαϊκό ρεαλισμό και εσωτερικό συντηρητισμό, ενώ ο Βίκτορ Όρμπαν και ο Ρόμπερτ Φίτσο ακολουθούν αυταρχικότερη γραμμή, συνδεόμενοι με τον Ντόναλντ Τραμπ και φιλορωσικά δίκτυα.
 
 
Όρμπαν, Φίτσο και η ευρωπαϊκή “αντιφιλελεύθερη Διεθνής”
 
Ο Βίκτορ Όρμπαν, δεκαπέντε χρόνια στην εξουσία, επιχειρεί να χτίσει ένα μπλοκ “ανελεύθερων δημοκρατιών” εντός της ΕΕ. Η Ουγγαρία βρίσκεται σε οικονομική στασιμότητα, με 19 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων παγωμένα, ενώ η αντιπολίτευση κερδίζει έδαφος. Παρόμοια πορεία ακολουθεί και ο Ρόμπερτ Φίτσο στη Σλοβακία, με πολιτικές που προσεγγίζουν το μοντέλο Όρμπαν αλλά συναντούν ισχυρή κοινωνική αντίδραση.
 
Αντίβαρο αποτελεί η Φινλανδία: το Finns Party, που συμμετέχει σε φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση, μετρίασε τη στάση του, στηρίζοντας την Ουκρανία και μετατοπιζόμενο προς το πολιτικό κέντρο, αν και αυτή η στροφή του κόστισε εκλογικά.
 
 
Η επιρροή εντός των θεσμών
 
Α. Η νέα ισορροπία δυνάμεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
 
Οι ευρωεκλογές του 2024 σηματοδότησαν μια βαθιά αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στην Ευρώπη. Το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP/ΕΛΚ) διατήρησε την πρωτοκαθεδρία του ως η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα, ενώ οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες (S&D) κράτησαν σταθερή τη θέση τους. Αντίθετα, οι κεντρώοι Φιλελεύθεροι (Renew Europe) και οι Πράσινοι κατέγραψαν σημαντικές απώλειες, γεγονός που αναδιαμόρφωσε τις ισορροπίες στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες.
 
Τα κόμματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς ενίσχυσαν αισθητά την παρουσία τους, αν και όχι στο βαθμό που προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις. Πλέον, σχεδόν ένας στους τέσσερις ευρωβουλευτές (25%) ανήκει σε αυτό το ιδεολογικό φάσμα. Ωστόσο, οι βαθιές ιδεολογικές διαφορές, οι εθνικοί ανταγωνισμοί και οι αντιφατικές στάσεις απέναντι στη Ρωσία απέτρεψαν τη δημιουργία μιας ενιαίας υπερεθνικής ομάδας.
 
 
Αντίθετα, η ακροδεξιά πολυδιάσπαση εκφράστηκε μέσα από τρεις διακριτές συμμαχίες:
 
• Οι Patriots for Europe (PfE)/ «Πατριώτες για την Ευρώπη», που συγκεντρώνουν τον «Εθνικό Συναγερμό» της Λεπέν, το Fidesz του Όρμπαν και το αυστριακό FPO, αναδείχθηκαν τρίτη πολιτική δύναμη του Κοινοβουλίου, με έντονα ευρωσκεπτικιστικό και σε αρκετές περιπτώσεις φιλορωσικό προφίλ.
 
• Οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (ECR), με βασικούς πυλώνες τα «Αδέλφια της Ιταλίας» της Μελόνι και το πολωνικό PiS, κατέλαβαν την τέταρτη θέση, εκπροσωπώντας τη μετριοπαθέστερη εκδοχή της ακροδεξιάς.
 
• Τέλος, το γερμανικό AfD που θεωρήθηκε υπερβολικά ακραίο ακόμη και για τη Λεπέν, δημιούργησε μαζί με μικρότερα κόμματα τη νέα ομάδα Europe of Sovereign Nations (ESN)/ «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών».
 
Όπως και στο παρελθόν, οι τρεις αυτές ομάδες χαρακτηρίζονται από περιορισμένη συνοχή και συχνές αποκλίσεις στις ψηφοφορίες, καθιστώντας δύσκολη τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής.
 
Οι παραδοσιακές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις ανανέωσαν το cordon sanitaire («υγειονομική ζώνη»), δηλαδή τον πολιτικό αποκλεισμό που εμποδίζει τις PfE και ESN να καταλάβουν θέσεις επιρροής στο Κοινοβούλιο. Μερική εξαίρεση αποτελεί η ομάδα ECR (Μελόνι κ.α.), η οποία έχει πλέον νομιμοποιηθεί εν μέρει, κατέχοντας τρεις προεδρίες Επιτροπών και ισάριθμες θέσεις στο προεδρείο.
 
Η επανεκλογή της Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τη στήριξη φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, συνάντησε την αντίδραση όλων των ακραίων δεξιών ομάδων. Παρ’ όλα αυτά, οι νέοι συσχετισμοί δίνουν στο κεντροδεξιό ΕΛΚ αυξημένο περιθώριο ελιγμών: δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τη συνεργασία με τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους ή τους Πράσινους για να σχηματίσει πλειοψηφία, καθώς μπορεί πλέον να στραφεί και προς τα δεξιά.
 
Αν και η ηγεσία του ΕΛΚ επιμένει ότι δεν θα συνεργαστεί με κόμματα που αποτυγχάνουν στα “τρία τεστ”, να είναι φιλοευρωπαϊκά, φιλοουκρανικά και υπέρ του κράτους δικαίου, στην πράξη έχουν ήδη υπάρξει περιστασιακές συμπλεύσεις:
 
• σε ψηφίσματα για τη Βενεζουέλα,
 
• σε πρωτοβουλίες για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική,
 
• σε προσπάθειες χαλάρωσης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για το κλίμα,
 
• αλλά και σε θέματα αναπτυξιακής βοήθειας.
 
Έτσι, η ανοχή και οι επιλεκτικές συνεργασίες με τη ριζοσπαστική Δεξιά διαμορφώνουν σταδιακά ένα νέο, πιο ρευστό πολιτικό τοπίο στην Ευρώπη —όπου το παραδοσιακό Κέντρο δεν είναι πια αυτονόητο σημείο αναφοράς, αλλά πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης.
 
Β. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το “ουγγρικό πρόβλημα”
 
Σε ομιλία του τον Φεβρουάριο του 2025 στους Patriots for Europe, ο Βίκτορ Όρμπαν διακήρυξε πως «οι αιρετικοί έγιναν το κυρίαρχο ρεύμα». Παρ’ όλα αυτά, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ο Ούγγρος πρωθυπουργός παραμένει μόνος. Οι προσδοκίες του για νέους συμμάχους στην Αυστρία ή τη Ρουμανία δεν επιβεβαιώθηκαν.
 
Ο Ρόμπερτ Φίτσο στη Σλοβακία συμμερίζεται τον σκεπτικισμό του απέναντι στην Ουκρανία, αλλά αποφεύγει ανοικτές συγκρούσεις με τις Βρυξέλλες, ενώ η Τζόρτζια Μελόνι διατηρεί αποστάσεις. Παρά τη απομονωμένη θέση του, ο Όρμπαν παραμένει πηγή τριβών: έχει μπλοκάρει στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, επιχειρεί να αποδυναμώσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και χρησιμοποιεί το «βέτο» του για να πιέσει την ΕΕ να αποδεσμεύσει τα παγωμένα κονδύλια της Ουγγαρίας.
 
Έτσι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αντιμετωπίζει όχι μια “δεξιά εξέγερση”, αλλά ένα “ουγγρικό πρόβλημα”. Για να παρακάμψει τα εμπόδια, η Ένωση υιοθετεί ήδη «Συμπεράσματα» με τη συμμετοχή 26 κρατών-μελών και αναθέτει στρατιωτικές πρωτοβουλίες σε “συμμαχίες προθύμων”. Αν ο Όρμπαν επιμείνει στα βέτο, η ΕΕ εξετάζει νομικές λύσεις που επιτρέπουν αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία, ιδίως στην εμπορική πολιτική.
 
Η ενεργοποίηση του Άρθρου 7 παραμένει θεωρητική δυνατότητα, καθώς απαιτεί ομοφωνία· γι’ αυτό και η ΕΕ προτιμά πολιτικά παρακαμπτήριους δρόμους αντί θεσμικής σύγκρουσης.
 
 
Μεταναστευτικό, Κλίμα, Εμπόριο: η νέα κανονικότητα
 
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν είναι θεσμική αλλά πολιτισμική: έχει μετατοπίσει τον άξονα του δημόσιου διαλόγου. Η ρητορική της για τη μετανάστευση και το άσυλο έχει ενσωματωθεί στις πολιτικές των παραδοσιακών κομμάτων, οδηγώντας σε μια “κανονικοποίηση” της αυστηρότητας και στην περιθωριοποίηση των ανθρωπιστικών αξιών.
 
Παράλληλα, η χαλάρωση των κλιματικών πολιτικών, επισήμως στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, συντονίζεται με τις επιδιώξεις της δεξιάς, που βλέπει στο Green Deal / «Πράσινο Σύμφωνο» ένα “τεχνοκρατικό” σχέδιο των ελίτ.
 
Στο εμπόριο, οι ριζοσπάστες δεξιοί προωθούν ανοιχτά τον προστατευτισμό και αντιτίθενται στις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση, προτιμώντας μια οικονομία ελεγχόμενη από τα κράτη.
 
 
Το “φαινόμενο Τραμπ” και τα όριά του
 
Η νίκη του Τραμπ το 2024 προκάλεσε ευφορία στους ευρωπαίους ομοϊδεάτες του. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση δεν έκρυψε τη στήριξή της: ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, JD Vance, συναντήθηκε με την Άλις Βάιντελ του γερμανικού AfD· η Αμερικανίδα Υπουργός, Kristi Noem, υποστήριξε ανοιχτά υποψήφιους της ακραίας Δεξιάς σε Πολωνία και Ρουμανία. Κι όμως, τα αποτελέσματα υπήρξαν μεικτά. Ορισμένοι υποψήφιοι ενισχύθηκαν, άλλοι υπέστησαν φθορά λόγω της αμερικανικής ανάμειξης.
 
Ο Τραμπ λειτουργεί ως πολιτικό πρότυπο, όχι όμως ως εκλογικός πολλαπλασιαστής. Η ρητορική του, ο αντι-“woke” λόγος και το αυταρχικό ηγετικό στυλ του εμπνέουν τους Ευρωπαίους ριζοσπάστες δεξιούς, αλλά η ανοιχτή ταύτιση με την Ουάσιγκτον παραμένει αντιδημοφιλής στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
 
Εκεί όπου ο τραμπισμός ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή, είναι στην κανονικοποίηση του αυταρχισμού: τη σύνδεση εθνικισμού, συντηρητικών αξιών και πολιτικής πόλωσης ως νέου μοντέλου διακυβέρνησης.
 
 
Η υπόθεση Charlie Kirk και ο απόηχός της στην Ευρώπη
 
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκφάνσεις αυτής της επιρροής του τραμπισμού υπήρξε η υπόθεση Charlie Kirk. Η δολοφονία του Αμερικανού ακροδεξιού ακτιβιστή τον Σεπτέμβριο του 2025 μετατράπηκε σε σημείο συσπείρωσης: ο πρόεδρος Τραμπ κατηγόρησε αμέσως «ριζοσπάστες αριστερούς μανιακούς», οι σύμμαχοί του μίλησαν για πόλεμο κατά της φιλελεύθερης ελίτ. Η «στιγμή Kirk» λειτούργησε ως καταλύτης για τη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής προς τη ρητορική του μίσους και της θυματοποίησης και δεν έμεινε εντός συνόρων.
 
Στην Ευρώπη, οι λαϊκιστές δεξιοί ηγέτες έσπευσαν να οικειοποιηθούν το αφήγημα.
 
Η Τζόρτζια Μελόνι μίλησε για «μίσος της Αριστεράς» που απειλεί και τους Ιταλούς συντηρητικούς. Ο Geert Wilders στην Ολλανδία, ο Jordan Bardella και ο Eric Zemmour στη Γαλλία, ακόμη και βουλευτές στην Πολωνία και τη Λιθουανία, τίμησαν τη μνήμη του Kirk, ζητώντας σιγή ενός λεπτού. Μια ομάδα ευρωβουλευτών της άκρας Δεξιάς πρότεινε ακόμη το όνομά του για το Βραβείο Ζαχάρωφ 2025, την ανώτατη ευρωπαϊκή διάκριση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εικόνα του γίνεται σύμβολο αντί-φιλελευθερισμού, όπως κάποτε ο Τσε Γκεβάρα έγινε σύμβολο αντί-ιμπεριαλισμού.
 
 
Η ισχύς της παρεμπόδισης
 
Το κύριο χαρακτηριστικό της ριζοσπαστικής Δεξιάς, είναι η ικανότητα να μπλοκάρει. Μπορεί να μη διαθέτει πλειοψηφία, αλλά μπορεί να καθυστερεί ή να αποδυναμώνει κρίσιμες ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις από την οικονομική ένωση και τη διεύρυνση έως την ενεργειακή πολιτική και την Άμυνα. Αυτή ακριβώς η “ισχύς παρεμπόδισης” χρειάζεται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά για να μην μετατραπεί η ΕΕ σε μηχανισμό διαχείρισης αδράνειας, ακριβώς τη στιγμή που η Ιστορία απαιτεί αποφασιστικότητα.
 
 
Η ευθύνη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων
 
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: η ριζοσπαστική Δεξιά κερδίζει επιρροή όχι τόσο επειδή πείθει, αλλά επειδή οι υπόλοιποι παραιτούνται από τη μάχη των ιδεών. Το μέλλον της Ένωσης δεν θα κριθεί από την όρεξη των ακραίων, αλλά από τη θέληση των ευρωπαϊστών να υπερασπιστούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία, το κράτος Δικαίου και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως πολιτισμικό σχέδιο και όχι απλώς ως γραφειοκρατική σύμβαση.
 
Η επόμενη δεκαετία θα δείξει αν η Ευρώπη μπορεί να ανασυγκροτηθεί γύρω από αυτές τις αξίες ή αν θα επιβεβαιώσει, όπως προειδοποιεί ο Όρμπαν, ότι “οι αιρετικοί έγιναν το κυρίαρχο ρεύμα”.
 
 
Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
 
 
Η Μαρωβήτα Νικολαϊδου είναι Επικοινωνιολόγος – Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
 

 

>>

Βρίσκονται οι ΗΠΑ στο χείλος εμφύλιου πολέμου; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2025-09-19 10:08

Βρίσκονται οι ΗΠΑ στο χείλος εμφύλιου πολέμου; 

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 

www.metarithmisi.gr/content/briskontai-oi-epa-sto-kheilos-emphuliou-polemou

 

 Θόδωρος Τσίκας/ Μαρωβήτα Νικολαΐδου

 

Στη δημόσια συζήτηση ο όρος "εμφύλιος πόλεμος" χρησιμοποιείται συχνά με ευκολία, όμως κάθε μορφή πολιτικής βίας ή κάθε τραγικό γεγονός δεν είναι προάγγελος εσωτερικής σύγκρουσης. Ένας εμφύλιος πόλεμος, σύμφωνα με τους κορυφαίους μελετητές, είναι μια κρατική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και οργανωμένης εσωτερικής αντιπολίτευσης που οδηγεί σε τουλάχιστον 1.000 θανάτους σε πεδία μαχών.

Αυτό το όριο των θυμάτων είναι κρίσιμο: είναι αυτό που διαχωρίζει τον εμφύλιο πόλεμο από άλλες μορφές πολιτικής βίας, όπως η τρομοκρατία ή οι μεμονωμένες επιθέσεις. Επιπλέον, για να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να υπάρχουν απώλειες και από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Διαφορετικά, πρόκειται για μονόπλευρη βία, που στην ακραία της εκδοχή μπορεί να εξελιχθεί σε γενοκτονία.

Επίσης, ο εμφύλιος πόλεμος προϋποθέτει ένα θεμελιώδες πολιτικό διακύβευμα: μια ασυμβατότητα σχετικά με την εξουσία ή την επικράτεια μεταξύ κυβέρνησης και ομάδας οργανωμένης αντιπολίτευσης.

Χωρίς τα παραπάνω χαρακτηριστικά μιλάμε απλώς για πολιτική βία – φαινόμενο που, όπως γνωρίζουμε, είναι διαχρονικό στην αμερικανική Ιστορία. Ακόμη και συγκλονιστικά γεγονότα, όπως η δολοφονία του Charlie Kirk , όσο δραματικά κι αν είναι, δεν επαρκούν από μόνα τους για να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο.

 

Τι πυροδοτεί έναν εμφύλιο πόλεμο;

Παρά τη διάχυτη εντύπωση ότι η πολιτική πόλωση ή η ιδεολογική αντιπαράθεση αποτελούν τους βασικούς καταλύτες ενός εμφυλίου, η έρευνα δείχνει ότι χρειάζεται να ισχύουν κάποιες από τις εξής προϋποθέσεις και δομικές αδυναμίες: χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αδύναμη ή ανίσχυρη κεντρική κυβέρνηση, ύπαρξη ασφαλών καταφυγίων –όπως ορεινές ή δυσπρόσιτες περιοχές όπου μπορούν να επιχειρούν αντάρτες– και πρόσβαση σε εκμεταλλεύσιμους φυσικούς πόρους.

Συχνά απαιτείται και ένας κύκλος καταστολής και αντίδρασης: η κρατική βία οδηγεί σε μαζικές διαμαρτυρίες, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις κλιμακώνονται σε ένοπλη εξέγερση. Ακόμη κι έτσι, όμως, οι περισσότερες κρίσεις καταλήγουν σε κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας , όχι σε πόλεμο.

 

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο στοιχείο της αμερικανικής περίπτωσης:
 

Οι ΗΠΑ δεν είναι αδύναμο κράτος ούτε οικονομία σε κατάρρευση. Η θεσμική τους αρχιτεκτονική βασίζεται σε ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών που σχεδιάστηκε από τους Ιδρυτές με σκοπό να αποτρέψει την αυθαιρεσία, είτε προερχόμενη από το Κογκρέσο είτε από την εκτελεστική εξουσία.


Οι Ιδρυτές υποπτεύονταν τόσο την εκτελεστική αυθαιρεσία όσο και την «τυραννία της νομοθετικής εξουσίας». Η αρχιτεκτονική του Συντάγματος προϋποθέτει ότι κάθε λειτουργία θα προστατεύει τα όρια και τα προνόμιά της. Όταν όμως η κομματική πόλωση υπερκαλύπτει τον θεσμικό ρόλο, οι έλεγχοι ατονούν και η εξουσία τείνει να μετατοπίζεται προς το εκτελεστικό σκέλος.


Σήμερα, η εκτελεστική εξουσία διαθέτει περισσότερα από 120 νομοθετικά εργαλεία «έκτακτης ανάγκης» που της επιτρέπουν να επιβάλει δασμούς, να αναστέλλει εμπορικές συμφωνίες, να ρυθμίζει την τεχνολογία και να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική έγκριση. Το αποτέλεσμα είναι ότι κρίσιμες πολιτικές μάχες διεξάγονται όλο και περισσότερο στα δικαστήρια, όχι στους δρόμους.

 

Η πολιτική βία στις ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια χώρα που από τη γέννησή της γνώρισε ανά περιόδους ξεσπάσματα πολιτικής βίας. Από την «εξέγερση του ουίσκι» το 1791, το «αιματοβαμμένο Κάνσας» πριν τον Εμφύλιο , μέχρι τα κύματα τρομοκρατικών επιθέσεων των αναρχικών στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη στιγμές όπου η πολιτική αντιπαράθεση πήρε βίαιη μορφή.

 

Ο ίδιος ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1861–1865 αποτελεί ακραίο ιστορικό παράδειγμα: μια αποσχιστική σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, με μαζικές στρατιωτικές αποστασίες, εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τελική νίκη του Βορρά – μια έκβαση που, σύμφωνα με τις μελέτες, είναι η συνηθέστερη στους εμφυλίους πολέμους. Η περίοδος της Ανασυγκρότησης που ακολούθησε δεν έφερε αμέσως ειρήνη· αντίθετα, πολιτική και φυλετική βία συνέχισαν να μαστίζουν τον Νότο, με στοχοποίηση Ρεπουμπλικανών και των πρόσφατα απελευθερωμένων Αφροαμερικανών.

Η δεκαετία του 1960 και οι αρχές του 1970 αποτελούν ακόμη ένα κομβικό παράδειγμα: καθημερινές συγκρούσεις σε πανεπιστημιουπόλεις, η βομβιστική επίθεση στο Καπιτώλιο από την Weather Underground (εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση), αλλά και οι εμβληματικές πολιτικές δολοφονίες του John FKennedy, του Martin Luther King Jr. και του Robert FKennedy .

Ίσως όμως η περίοδος που μοιάζει περισσότερο με τη σημερινή να είναι οι αρχές του 20ού αιώνα: τότε, οι ΗΠΑ γνώρισαν τρομοκρατικές ενέργειες αναρχικών, όπως η βομβιστική επίθεση στη Wall Street το 1920 που σκότωσε 38 ανθρώπους, η δολοφονία του Προέδρου William McKinley το 1901, καθώς και κύματα βομβιστικών επιθέσεων κατά βιομηχάνων. Παράλληλα, η χώρα αντιμετώπισε αναβίωση της Κου Κλουξ Κλαν και μαζικές κρατικές επιχειρήσεις καταστολής όπως οι Επιχειρήσεις Palmer και ο Πρώτος Κόκκινoς Τρόμος.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι όλες αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίζονταν από υψηλότερα επίπεδα βίας και πόλωσης από ό,τι η σημερινή εποχή – χωρίς όμως να οδηγήσουν σε εμφύλιο πόλεμο. Η ιστορία δείχνει ότι η αμερικανική δημοκρατία έχει αντέξει πολύ πιο ακραίες κρίσεις χωρίς να διαρραγεί.

 

Ο φόβος του αμερικανικού εμφυλίου 

Ακόμη κι αν η επιστημονική βιβλιογραφία απορρίπτει την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο χείλος εμφυλίου, οι φόβοι μπορεί να αποκτήσουν δική τους δυναμική. Η έντονη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και η συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η εντύπωση δεν αντικατοπτρίζει την πλειοψηφία της κοινής γνώμης.

 

 

Εθνική έρευνα του 2023 κατέγραψε ότι μόλις το 5,7% των Αμερικανών συμφωνεί έντονα ή πολύ έντονα με τη δήλωση ότι «θα υπάρξει εμφύλιος πόλεμος τα επόμενα λίγα χρόνια». Ακόμη λιγότεροι –μόνο το 3,8%– πιστεύουν ότι «ένας εμφύλιος πόλεμος είναι αναγκαίος για να μπει τάξη». Με απλά λόγια, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών ούτε περιμένει ούτε επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη. Η ίδια έρευνα επαναλήφθηκε το 2024, επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα.

Αυτό το χάσμα μεταξύ διαδικτυακής ρητορικής και πραγματικών στάσεων δείχνει ότι η «κρίση» που συζητείται στα media είναι σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακό φαινόμενο – όχι μια υπαρξιακή απειλή που αντανακλάται στην κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, η «μάχη» διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό στις αίθουσες δικαστηρίων. Το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για την ερμηνεία της εκτελεστικής εξουσίας, την απομάκρυνση αξιωματούχων ανεξάρτητων αρχών, τα όρια των εκτελεστικών διαταγμάτων και την κανονιστική εξουσία των υπηρεσιών.

Κάθε απόφαση ανακατανέμει ισχύ ανάμεσα σε Πρόεδρο και Κογκρέσο, καθορίζοντας την ισορροπία της δημοκρατίας χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.

 

Όχι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου

Το πραγματικό ρίσκο σήμερα δεν είναι ένας νέος εμφύλιος πόλεμος, αλλά η αύξηση μεμονωμένων πράξεων βίας που ενισχύονται από τα social media και διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή. Παρά την έντονη πόλωση, η αμερικανική κοινωνία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα εμφυλίου.

Η πρόκληση είναι θεσμική: κάθε κρίση ενισχύει τις εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός μοντέλου «προεδρικής κυβέρνησης» με αδύναμα αντίβαρα. Ο διάλογος, η θεσμική αντιπαράθεση και η ειρηνική διαφωνία εξακολουθούν ως ένα βαθμό να αποτελούν τον πυρήνα του «αμερικανικού πειράματος».

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ ------- **Η Μαρωβήτα Νικολαΐδου είναι Επικοινωνιολόγος-Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ

>>

"Η Γαλλία αναζητά συναινέσεις"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 11/9/2025

2025-09-11 15:46

Η  Γαλλία αναζητά συναινέσεις

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 11/9/2025

 

1voice.gr/i-gallia-anazita-synaineseis/

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

Το μεγάλο χρέος και το σοβαρό έλλειμμα της γαλλικής οικονομίας έφτασαν σε σημείο μη επιστροφής. Οι αγορές δείχνουν την ανησυχία τους, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού της χώρας πάνω από αυτό της Ελλάδας και της Ιταλίας. Όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα. Διαφωνούν όμως για το μείγμα.

Στην κατακερματισμένη γαλλική Εθνοσυνέλευση (Βουλή) δεν αρκούν μόνο οι δυνάμεις του κεντρώου συνασπισμού γύρω από τον πρόεδρο Μακρόν, και αυτών της συντηρητικής Δεξιάς με την παράδοση του Ντε Γκωλ και του Σαρκοζύ, για να στηριχθεί η νέα κυβέρνηση και ένας προϋπολογισμός διεξόδου από την κρίση.

Ο ένας βραχίονας της εκτελεστικής εξουσίας, με πολλές εξουσίες, ο Πρόεδρος, παραμένει. Αυτός  διόρισε τον νέο πρωθυπουργό. Ο νέος πρωθυπουργός και η νέα κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένοι στο γαλλικό πολιτικό σύστημα να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή. Πρέπει όμως να μην ανατραπούν από πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης και φυσικά να περνάνε κάποια νομοσχέδια και βεβαίως τον Προϋπολογισμό.

Άρα ο νέος πρωθυπουργός, θα πρέπει να αναζητήσει την ανοχή -αν όχι την στήριξη- και των σοσιαλιστών. Αυτό βέβαια θα σημαίνει και πλήρη ρήξη των τελευταίων με τη λαϊκιστική Αριστερά του Μελανσόν. Η “κυβερνητική υπευθυνότητα” δεν μπορεί να συνδυαστεί με συνεχείς διαμαρτυρίες, είτε από ορισμένες δυνάμεις της Αριστεράς, είτε από την ακροδεξιά της Λεπέν.

Προσφάτως ο ηγέτης των σοσιαλιστών δήλωσε: “Είμαστε έτοιμοι να κυβερνήσουμε”. Και για να δείξουν την ετοιμότητα τους, οι σοσιαλιστές πρότειναν ένα δικό τους πακέτο μεταρρυθμίσεων και περικοπών, ως λύση του οικονομικού προβλήματος. Βέβαια αυτό είναι το μισό (περίπου 22 δισ.) σε σχέση με αυτό που πρότεινε ο παραιτηθείς πρωθυπουργός Μπαϊρού (περίπου 44 δισ.). Δείχνει όμως την διάθεση των σοσιαλιστών να εμπλακούν σοβαρά σε διαπραγματεύσεις.

O Σεμπαστιάν Λεκορνύ, που επελέγη για την πρωθυπουργία, υπήρξε βασικός υπουργός, έχει επιβιώσει όλων των ανασχηματισμών και βρίσκεται πολύ κοντά στον Μακρόν. Στόχος του Προέδρου είναι αυτή η κυβέρνηση (ή και κάποια άλλη) να προχωρήσει, χωρίς να χρειαστεί να πάει σε βουλευτικές εκλογές μέχρι το 2027 που είναι προγραμματισμένες οι προεδρικές, ώστε αυτές να γίνουν ταυτόχρονα.

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας -Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

Ο Πούτιν προκαλεί, η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI News

2025-09-11 15:05

Ο Πούτιν προκαλεί, η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί

ANATROPI News 

 

www.anatropinews.gr/2025/09/11/%ce%bf-%cf%80%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b9%ce%bd-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af-%ce%b7-%ce%b5%cf%85%cf%81%cf%8e%cf%80%ce%b7-%cf%80%cf%81%ce%ad%cf%80%ce%b5%ce%b9-%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%bd/

 

Τα ρωσικά χτυπήματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (κατασκευής του Ιράν) στην Πολωνία, δείχνουν ότι ο Πούτιν θέλει να δοκιμάσει τα όρια των ευρωπαϊκών χωρών και να αξιοποιήσει την απόσταση μεταξύ του Τραμπ και της Ευρώπης.

Η αμφιθυμία που έχει δείξει ο Αμερικανός πρόεδρος ως προς την υλοποίηση των δεσμεύσεων των ΗΠΑ προς τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, η διακηρυγμένη θέση του για μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, η επιδίωξη του για αμερικανο-ρωσική οικονομική, εμπορική και ενεργειακή συμφωνία, ακόμα και σε βάρος της Ουκρανίας, έχουν ενθαρρύνει το αυταρχικό καθεστώς Πούτιν στα επεκτατικά σχέδια του.

Ο στόχος της “Μεγάλης Ρωσίας”, η ανασύσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας, η διαμόρφωση μιας ευρείας ζώνης επιρροής της Μόσχας με κράτη-δορυφόρους γύρω της, αποτελεί συνεκτική ουσία για την ρωσική ηγετική ομάδα. Επενδύει σε αυτόν μακροπρόθεσμα και επιβιώνει από αυτόν. Δεν εξαντλείται μόνο στην Ουκρανία και η υλοποίηση του θα συνεχιστεί και μετά την όποια “διευθέτηση” της ουκρανικής κρίσης, όποτε κι αν αυτή επιτευχθεί. 

Το καλύτερη αντιμετώπιση είναι η συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας, και η επιβολή νέων κυρώσεων, όπως η επιβολή δασμών στα ρωσικά προϊόντα και κυρώσεων στις χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν  πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τη Ρωσία, χρηματοδοτώντας έτσι την ρωσική πολεμική μηχανή. Μόνο έτσι θα υποχρεωθεί κάποια στιγμή ο Πούτιν να έρθει σε σοβαρή διαπραγμάτευση και θα δοθεί στην Ουκρανία δυνατότητα να διαπραγματευθεί με αξιοπρέπεια και να μην οδηγηθεί σε παράδοση και υποταγή.

Η συμμετοχή των ΗΠΑ στα παραπάνω μέτρα θα ήταν σημαντική. Ήδη αυτά προβλέπονται σε σχέδιο νόμου που έχει ετοιμαστεί από Αμερικανούς βουλευτές και γερουσιαστές. Αν όμως ο Τραμπ θελήσει να αγνοήσει την ανάγκη να στηριχτεί η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας, τότε η Ευρώπη θα χρειαστεί να το κάνει μόνη της.

Σε αυτό το πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμμάχους: τη Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα. Αυτές οι χώρες βλέπουν τη συμμαχία των αυταρχικών ηγετών και των επεκτατικών καθεστώτων να διαμορφώνεται: Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Βόρεια Κορέα. 

Η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη να αναδειχθεί σε μια γεωπολιτική δύναμη και έχει αρχίσει -έστω και αργοπορημένα- να κάνει βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Η προσπάθεια να δημιουργηθεί κοινό σύστημα αμυντικών προμηθειών και η συγκρότηση κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας είναι οι πρώτες πράξεις. Δεν επαρκούν όμως και κυρίως πρέπει να επιταχυνθούν.

Η κοινή ευρωπαϊκή Άμυνα δεν πρέπει να είναι απλώς το άθροισμα των επιμέρους αμυντικών συστημάτων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Πρέπει να υπάρξει κοινός ευρωπαϊκός αμυντικός σχεδιασμός, συμφωνία στο πώς θα αξιοποιηθούν οι νέες στρατιωτικές δυνατότητες, ποιοι είναι οι στόχοι και ποιες οι απειλές και βεβαίως κάτι σαν ευρωπαϊκό Γενικό Επιτελείο. Με λίγα λόγια, ενιαία πολιτική-στρατιωτική διοίκηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Η βασική προϋπόθεση για να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ισχυρή διεθνής δύναμη, είναι να αποκτήσει πραγματικά Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας. Αυτή όμως δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί όσο συνεχίζεται το σημερινό σύστημα λήψης αποφάσεων που απαιτεί ομοφωνία. Δεν μπορεί μόνο μία χώρα, όπως κάνει συστηματικά η Ουγγαρία του Όρμπαν, να έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες των άλλων κρατών-μελών. Ένα πιο ευέλικτο σύστημα αποφάσεων που θα μπορούν να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, είναι αναγκαίο.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

Το καλώδιο δεν προχωρά χωρίς οριοθέτηση ή συνεννόηση / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr

2025-09-09 11:12

"ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr , 9/9/2025

 

www.ethnos.gr/opinions/article/380223/tokalodiodenproxoraxorisoriothethshhsynennohsh

 

 

Το καλώδιο δεν προχωρά χωρίς οριοθέτηση ή συνεννόηση

 
1. Δεν μπορεί να προχωρήσει η υλοποίηση του έργου πόντισης καλωδίου για ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, χωρίς να έχει προηγηθεί είτε οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είτε άτυπη συνεννόηση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης.
 

Δεν υπάρχει φυσικά κανένα θέμα για την πορεία του έργου στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως για το τμήμα του έργου που διέρχεται κάτω από διεθνή ύδατα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υπάρχουσες συνθήκες.

 

Στην θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Κάσου και της Καρπάθου η σχεδιασμένη πορεία του καλωδίου περνά από διεθνή ύδατα. Για την περιοχή αυτή υπάρχουν δύο αλληλεπικαλυπτόμενες συμφωνίες, για οικονομική εκμετάλλευση. Το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και η Συμφωνία τμηματικής οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.
 

 

 
2. Η Τουρκία δεν ζητά σταμάτημα του έργου. Βασισμένη στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, θεωρεί ότι αυτή έχει δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης στην περιοχή και ζητά επίσημη ενημέρωση για το καλώδιο από την Ελλάδα.
 
Φυσικά, αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επίσημη ενημέρωση θα είναι σαν να αναγνωρίζει την αρμοδιότητα της Τουρκίας στην θαλάσσια αυτή περιοχή.

 

Επίσης η Τουρκία θέτει κι ένα άλλο σχετιζόμενο ζήτημα, που αφορά τις έρευνες που πρέπει να προηγηθούν της πόντισης του καλωδίου. Επειδή οι έρευνες αυτές αγγίζουν τον βυθό, δηλαδή την υφαλοκρηπίδα που έχει οριοθετηθεί διαφορετικά από τις δύο Συμφωνίες, η Τουρκία θεωρεί ότι με μια τέτοια κίνηση η Ελλάδα θα κατοχυρώσει τα δικαιώματα της εκεί. Αυτό πάλι μας γυρνά στην προϋπόθεση της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών.

 

 
 
3. Το οικονομικό ζήτημα του έργου είναι σοβαρό. Πρόκειται για τεράστια επένδυση.
 

Το οικονομικό πρόβλημα εντείνεται από δύο άλλους παράγοντες:

 

α. Τα τεχνικά προβλήματα. Στο σημείο αυτό το βάθος της Ανατολικής Μεσογείου είναι πολύ μεγάλο. Αν πραγματοποιηθεί η σύνδεση αυτή θα είναι η βαθύτερη και μεγαλύτερη σε μήκος, σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι σήμερα.

 

β. Η αβεβαιότητα λόγω της γεωπολιτικής κατάστασης. Αν υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να μην πραγματοποιηθεί το έργο εξαιτίας των διαφορών Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας, ποιος είναι διαθέσιμος να επενδύσει τόσο μεγάλα ποσά;

 

Επίσης, φαίνεται ότι το Ισραήλ στο οποίο θα έφτανε -σε μεταγενέστερο χρόνο- το καλώδιο, δεν φαίνεται να έχει πλέον μεγάλο ενδιαφέρον.
 
 

 

4. Το γεγονός ότι η Ελλάδα ορθώς δεν αποδέχεται του τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, δεν σημαίνει ότι οι χώρες που το έχουν συνάψει δεν συνεχίζουν να θεωρούν ότι αυτό ισχύει. Όταν έχουμε δύο αλληλεπικαλυπτόμενες Συμφωνίες, μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για να λυθεί το ζήτημα:

 

α. Οι χώρες που έχουν υπογράψει τη μία από τις δύο Συμφωνίες να αποσύρουν την υπογραφή τους, κάτι που φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον.
 

β. Οι έχοντες υπογράψει τις Συμφωνίες αυτές να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ή άλλον διεθνή διαιτητικό, διαμεσολαβητικό ή δικαστικό μηχανισμό) για την επίλυση της διαφοράς.

 

 
 
5. Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) δεν μπορεί να οριστεί μονομερώς από μία μόνο χώρα. Απαιτείται συμφωνία με την χώρα που έχει απέναντι ακτές. Συνεπώς για το Αιγαίο και ένα τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να υπάρξει συμφωνία Ελλάδας-Τουρκίας.

 

Αλλά και η Κύπρος δεν έχει ορίσει ΑΟΖ μεταξύ αυτής και της Τουρκίας. Λόγω του άλυτου Κυπριακού, οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους.

Άρα μόνο η επίλυση των πολιτικών προβλημάτων και διμερών διαφορών μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μείζονες πρωτοβουλίες σε αυτή την τεράστια θαλάσσια περιοχή.

 

Αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν υπάρχει bypass στα σκληρά προβλήματα που θέτει η γεωπολιτική πραγματικότητα.

 

Η επίλυση των διαφορών απαιτεί όμως πολιτικό θάρρος, χωρίς την λανθασμένη αντίληψη περί “πολιτικού κόστους”. Απαιτεί ευελιξία και διάθεση όλων των πλευρών για αμοιβαίες παραχωρήσεις και έντιμους συμβιβασμούς.

 

>>

"Είμαστε μακριά από ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ Εφημερίδα "Κυριακάτικη KONTRA", 24/8/2025

2025-08-24 12:54
 

Εφημερίδα "Κυριακάτικη KONTRA", 24/8/2025

 

 

www.kontranews.gr/apopseis/thodoros-tsikas-ei%C2%B5aste-%C2%B5akria-apo-eirineftiki-sy%C2%B5fonia-stin-oukrania-2/

 

 

Είμαστε μακριά από ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία

 

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

1. Ακόμα και αυτή την στιγμή, υπάρχουν πλευρές των συζητήσεων για την Ουκρανία που δεν γνωρίζουμε. Αλλά και αν τις γνωρίζαμε, δεν είναι βέβαιο πώς θα εξελιχθούν. Πολλά ζητήματα έχουν μείνει ασαφή, όπως η ακριβής μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία και φυσικά οι διάφορες εκδοχές των εδαφικών “διευθετήσεων”.

 

2. Έχουμε μπει σε μια διαδικασία διερεύνησης κατά πόσο μπορεί να γίνει πρώτα μια διμερής συνάντηση Ρωσίας- Ουκρανίας και μετά μια τριμερής Ρωσίας-Ουκρανίας-ΗΠΑ. Επιδίωξη είναι να γίνουν αυτές οι συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών. Ωστόσο, ακόμη από τη ρωσική πλευρά δεν έχουμε ρητή συγκατάθεση. Έχουμε απλώς μια διατύπωση ότι θα συζητηθεί η αναβάθμιση του επιπέδου της συνάντησης μεταξύ ρωσικής και ουκρανικής αντιπροσωπείας. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Πούτιν θα θέλει να συναντήσει τον Ζελένσκι (μάλλον το αντίθετο).

 

3. Είμαστε μακριά από μια ειρηνευτική συμφωνία, καθώς οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Και δεν αποκλείεται σε δύο με τρεις εβδομάδες να βρεθούμε και πάλι σε αδιέξοδο. Άλλωστε ο Πούτιν δεν βιάζεται για συμφωνία, διότι θεωρεί πως έχει περιθώρια στο στρατιωτικό πεδίο και άρα θέλει να κερδίσει χρόνο.

 

4. Στην Αλάσκα ο Τραμπ απέφυγε να πάρει αποφάσεις μόνος του με τον Πούτιν, αγνοώντας την Ουκρανία. Και αυτό επιτεύχθηκε με την παρέμβαση των Ευρωπαίων. Αλλά και το γεγονός ότι ο Τραμπ κάλεσε τους Ευρωπαίους για συναπόφαση, είναι σημαντικό. Μπορεί να μην τους θεωρεί ισοϋψείς, αλλά δείχνει ότι τους έχει ανάγκη: Πρώτον, διότι εκείνοι κατά βάση θα υλοποιήσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία και, δεύτερον, γιατί θα αναλάβουν ένα σημαντικό οικονομικό βάρος της ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον πόλεμο. 

 

5. Η παρουσία των Ευρωπαίων στον Λευκό Οίκο έδωσε στον Ζελένσκι και στην Ουκρανία μια μεγάλη στήριξη. Έδειξε πως η Ουκρανία δεν είναι μόνη της. Οι Ευρωπαίοι ουσιαστικά λειτούργησαν σαν “μαξιλαράκι’’ έναντι μιας πιθανής πίεσης του Τραμπ προς τον Ζελένσκι να υποχωρήσει. Και αυτό -σε ένα βαθμό- λειτούργησε.

 

6. Η παρέμβαση των Ευρωπαίων ήταν πάρα πολύ συντονισμένη και καλοκουρδισμένη. Έχει μετριάσει την πίεση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι και τον απέτρεψε να κάνει κινήσεις σε βάρος της Ουκρανίας. Η Ευρώπη διεκδίκησε τη θέση της σε ένα θέμα, όπως το ουκρανικό, που είναι πρωτίστως θέμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. 

 

7. Από τις συνομιλίες στην Ουάσινγκτον οι Ευρωπαίοι είναι κερδισμένοι. Επανέρχονται ως αποφασιστικός παράγοντας για την επίλυση της κρίσης στη Ουκρανία, ενώ και ο Ζελένσκι είναι σε καλύτερη θέση, σχετικά με εκείνη στην οποία βρισκόταν μετά την συνάντηση της Αλάσκα. Εμφανίστηκε να έχει καλές σχέσεις με τον Τραμπ, έχοντας την υποστήριξη της Ευρώπης. Έχει πλέον άλλον “αέρα”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει δυσκολίες μπροστά του.

 

8. Από την στιγμή που ο Τραμπ αποκλείει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ,  η Ουκρανία ζητάει ενισχυμένες εγγυήσεις, ότι δεν θα δεχθεί στο μέλλον νέα επίθεση από τη Ρωσία. Τα μέλη της “Συμμαχίας των προθύμων”, είναι διατεθειμένα να στείλουν στρατεύματα και παρατηρητές που να εγγυώνται την όποια συμφωνία. Ζητούν όμως στις εγγυήσεις αυτές να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι μόνο τότε θα είναι σίγουρο πως θα τις σεβαστεί ο Πούτιν. Συζητείται, όχι η παρουσία Αμερικανών στρατιωτών στο ουκρανικό έδαφος, αλλά η αμερικανική αεροπορική και πυραυλική κάλυψη των ευρωπαϊκών δυνάμεων που θα βρίσκονται εκεί. Είναι κάτι που για πρώτη φορά ο Τραμπ δήλωσε ότι δέχεται.

 

9. Οι  συζητήσεις για το εδαφικό ζήτημα δεν πρέπει -πάση θυσία- να φτάσουν στο σημείο διπλωματικής, νομικής, διεθνούς “αναγνώρισης” των κατεχόμενων από τη Ρωσία περιοχών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή όλων των διεθνών κανόνων και ρυθμίσεων περί σεβασμού στην εδαφική ακεραιότητα των κρατών και μη αποδοχής της δια της βίας μονομερούς αλλαγής των συνόρων τους. Και φυσικά θα άνοιγε τον δρόμο για ανάλογες ενέργειες από αυταρχικούς ηγέτες και επεκτατικά καθεστώτα..

 

10. Όποια μορφή κι αν λάβει μια παύση εχθροπραξιών, το ζήτημα της Ουκρανίας και του μετα-σοβιετικού χώρου θα συνεχίσει να μας απασχολεί για πολλά χρόνια ακόμα. Κυρίαρχη ιδεολογία του αυταρχικού καθεστώτος Πούτιν είναι η ανασύσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει, είτε την κατάληψη εδαφών από κράτη που ανήκαν στην αυτοκρατορία, είτε την “δορυφοροποίηση” των χωρών αυτών, μέσω του ελέγχου της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής τους από το ίδιο.

 

11. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ενισχύσει την αμυντική συγκρότηση της και να επιταχύνει την διαμόρφωση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αλλάξει ο κανόνας της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων. Δεν μπορεί μόνο μία χώρα, όπως κάνει ο Όρμπαν της Ουγγαρίας, να μπορεί να μπλοκάρει με “βέτο” τις πρωτοβουλίες των υπολοίπων.

 

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

 

>>

"Οι Ευρωπαίοι αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα"/ Άρθρο στην εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 23/8/2025

2025-08-23 13:05

Εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 23/8/2025

 

 

Οι Ευρωπαίοι αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα

 

 

 

 

 

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

Ακόμα και αυτή την στιγμή, υπάρχουν πλευρές των συζητήσεων για την Ουκρανία που δεν γνωρίζουμε. Αλλά και αν τις γνωρίζαμε, δεν είναι βέβαιο πώς θα εξελιχθούν. Πολλά ζητήματα έχουν μείνει ασαφή, όπως η ακριβής μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία και φυσικά οι διάφορες εκδοχές των εδαφικών “διευθετήσεων”.

 

Έχουμε μπει σε μια διαδικασία διερεύνησης κατά πόσο μπορεί να γίνει πρώτα μια διμερής συνάντηση Ρωσίας- Ουκρανίας και μετά μια τριμερής Ρωσίας-Ουκρανίας-ΗΠΑ. Επιδίωξη είναι να γίνουν αυτές οι συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών. Ωστόσο, ακόμη από τη ρωσική πλευρά δεν έχουμε ρητή συγκατάθεση. Έχουμε απλώς μια διατύπωση ότι θα συζητηθεί η αναβάθμιση του επιπέδου της συνάντησης μεταξύ ρωσικής και ουκρανικής αντιπροσωπείας. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Πούτιν θα θέλει να συναντήσει τον Ζελένσκι (μάλλον το αντίθετο).

  

Είμαστε μακριά από μια ειρηνευτική συμφωνία, καθώς οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Και δεν αποκλείεται σε δύο με τρεις εβδομάδες να βρεθούμε και πάλι σε αδιέξοδο. Άλλωστε ο Πούτιν δεν βιάζεται για συμφωνία, διότι θεωρεί πως έχει περιθώρια στο στρατιωτικό πεδίο και άρα θέλει να κερδίσει χρόνο.

 

 Στην Αλάσκα ο Τραμπ απέφυγε να πάρει αποφάσεις μόνος του με τον Πούτιν, αγνοώντας την Ουκρανία. Και αυτό επιτεύχθηκε με την παρέμβαση των Ευρωπαίων. Αλλά και το γεγονός ότι ο Τραμπ κάλεσε τους Ευρωπαίους για συναπόφαση, είναι σημαντικό. Μπορεί να μην τους θεωρεί ισοϋψείς, αλλά δείχνει ότι τους έχει ανάγκη: Πρώτον, διότι εκείνοι κατά βάση θα υλοποιήσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία και, δεύτερον, γιατί θα αναλάβουν ένα σημαντικό οικονομικό βάρος της ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον πόλεμο. 

 

Η παρουσία των Ευρωπαίων στον Λευκό Οίκο έδωσε στον Ζελένσκι και στην Ουκρανία μια μεγάλη στήριξη. Έδειξε πως η Ουκρανία δεν είναι μόνη της. Οι Ευρωπαίοι ουσιαστικά λειτούργησαν σαν “μαξιλαράκι’’ έναντι μιας πιθανής πίεσης του Τραμπ προς τον Ζελένσκι να υποχωρήσει. Και αυτό -σε ένα βαθμό- λειτούργησε.

 

Η παρέμβαση των Ευρωπαίων ήταν πάρα πολύ συντονισμένη και καλοκουρδισμένη. Έχει μετριάσει την πίεση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι και τον απέτρεψε να κάνει κινήσεις σε βάρος της Ουκρανίας. Η Ευρώπη διεκδίκησε τη θέση της σε ένα θέμα, όπως το ουκρανικό, που είναι πρωτίστως θέμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. 

 

Από τις συνομιλίες στην Ουάσινγκτον οι Ευρωπαίοι είναι κερδισμένοι. Επανέρχονται ως αποφασιστικός παράγοντας για την επίλυση της κρίσης στη Ουκρανία, ενώ και ο Ζελένσκι είναι σε καλύτερη θέση, σχετικά με εκείνη στην οποία βρισκόταν μετά την συνάντηση της Αλάσκα. Εμφανίστηκε να έχει καλές σχέσεις με τον Τραμπ, έχοντας την υποστήριξη της Ευρώπης. Έχει πλέον άλλον “αέρα”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει δυσκολίες μπροστά του.

 

 

 

* Πολιτικού Επιστήμονα - διεθνολόγου, αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

 

>>

"Ο Πούτιν κερδίζει χρόνο και ο Τραμπ ... συζητάει"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2025-08-16 16:49

"Ο Πούτιν κερδίζει χρόνο και ο Τραμπ ... συζητάει"

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 

 

www.metarithmisi.gr/content/o-poutin-kerdizei-khrono-kai-o-tramp-suzetaei

 

Με την συνάντηση στην Αλάσκα, ο Πούτιν μπορεί πλέον να συνεχίσει την επίθεση κατά της Ουκρανίας, μέσω της οποίας θεωρεί ότι μπορεί να έχει επιπλέον εδαφικά κέρδη τουλάχιστον μέχρι την έλευση του χειμώνα. Επίσης για μια ακόμα φορά ξεφεύγει από τις επιπλέον κυρώσεις, με τις οποίες τον απειλούσε ο Τραμπ. Πολύ περισσότερο που αυτές οι κυρώσεις αφορούσαν μεταξύ άλλων την Κίνα και την Ινδία που αγοράζουν πετρέλαιο από την Ρωσία, και οι οποίες θα πίεζαν πολύ τον Πούτιν να κάνει υποχωρήσεις για να μην επιβαρυνθούν οι ίδιες.

Ο Τραμπ φαίνεται ότι ήλπιζε πως ο Πούτιν θα δεχόταν κάτι “μικρό”, ώστε να μπορεί να ανακοινώσει κάποια χειροπιαστή εκεχειρία. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια -έστω μερική- αεροπορική εκεχειρία, να μην γίνονται δηλαδή χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και σε κατοικημένες περιοχές. Ο,τιδήποτε και να ήταν αυτό που ανέμενε, φαίνεται ότι ο Πούτιν ζήταγε δυσανάλογα ανταλλάγματα τα οποία δεν μπορούσε να παράσχει μόνος του ο Τραμπ, χωρίς την έγκριση της ουκρανικής ηγεσίας και την αποδοχή των βασικών Ευρωπαίων εταίρων του.

Κρίθηκε λοιπόν αναγκαίο να μεταβεί ο ίδιος ο Ζελένσκι στην Ουάσιγκτον, ώστε να η συζήτηση να γίνει ενώπιος ενωπίω και όχι μόνο μέσω τηλεδιάσκεψης. Από την άλλη, η Ουκρανία μπορεί να αισθάνεται ανακουφισμένη, καθώς δεν ελήφθησαν αποφάσεις ερήμην της, που δεν θα ήταν εύκολο να ανατραπούν. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η παρέμβαση Ευρωπαίων ηγετών, κυρίως της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Βρετανίας.

Υπό αυτή την έννοια η Ευρώπη έπαιξε σημαντικό ρόλο, παρά τα όσα λέγονται για αδυναμία παρέμβασης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει πολλά βήματα να κάνει ακόμα, προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης και επιτάχυνσης της πολιτικής ενοποίησης και της αμυντικής συγκρότησης της.

Είναι προφανές ότι θα μπούμε σε νέα φάση διαβουλεύσεων, οι οποίες θα είναι σύνθετες και περίπλοκες. Σε αυτές δύο θα είναι τα κύρια θέματα:

Πρώτον, οι συζητήσεις για το εδαφικό ζήτημα που όμως -πάση θυσία- δεν πρέπει να φτάσουν στο σημείο διπλωματικής, νομικής, διεθνούς “αναγνώρισης” των κατεχόμενων από τη Ρωσία περιοχών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή όλων των διεθνών κανόνων και ρυθμίσεων περί σεβασμού στην εδαφική ακεραιότητα των κρατών και μη αποδοχής της δια της βίας μονομερούς αλλαγής των συνόρων τους. Και φυσικά θα άνοιγε τον δρόμο για ανάλογες ενέργειες από αυταρχικούς ηγέτες και επεκτατικά καθεστώτα.

Δεύτερον, οι μελλοντικές εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία και τήρησης των συμφωνηθέντων. Από την στιγμή που ο Τραμπ αποκλείει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (άρα θα βάλει “βέτο” σε οποιαδήποτε σχετική πρόταση), η Ουκρανία ζητάει ενισχυμένες εγγυήσεις, ότι δεν θα δεχθεί στο μέλλον νέα επίθεση από τη Ρωσία. Τα ευρωπαϊκά κράτη, μέλη της “συμμαχίας των προθύμων”, είναι διατεθειμένα να στείλουν στρατεύματα και παρατηρητές που να εγγυώνται την όποια συμφωνία (κατάπαυση πυρός, εκεχειρία, ειρηνευτική κ.α.)

Ζητούν όμως στις εγγυήσεις αυτές να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι μόνο τότε θα είναι σίγουρο πως θα τις σεβαστεί ο Πούτιν και δεν θα επιχειρήσει εναντίον τους. Συζητείται, όχι η παρουσία Αμερικανών στρατιωτών στο ουκρανικό έδαφος, αλλά η αμερικανική αεροπορική και πυραυλική κάλυψη των ευρωπαϊκών δυνάμεων που θα βρίσκονται εκεί. Είναι κάτι που -έστω γενικόλογα-  άφησε να εννοηθεί ότι το συζητά για πρώτη φορά ο Τραμπ, πριν την συνάντηση του με τον Πούτιν.

>>

Εμπλοκή με τις ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 12/8/2025

2025-08-14 09:55

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ , 12/8/2025 

 

Εμπλοκή με τις ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ

 

Η διπλωματική ένταση που παρουσιάζεται το τελευταίο διάστημα με τις χρήσεις θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, Ελλάδας-Λιβύης, Ελλάδας-Αιγύπτου, Αιγύπτου-Λιβύης, Τουρκίας-Κύπρου κ.α., αναδεικνύει ένα ήδη υπάρχον ζήτημα, το οποίο δημιουργεί σοβαρή εμπλοκή.

Από την στιγμή που δεν έχει γίνει οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, καθίστανται προβληματικές άλλες πράξεις, σχετικές με έρευνες, εκμετάλλευση, ενεργειακές συνδέσεις (καλώδια, αγωγοί) κλπ. Και αυτό, διότι ιδιαιτέρως στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν αλληλεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις από διάφορες χώρες, για δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης στα διεθνή ύδατα.

Οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και δημιουργία Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-ΑΟΖ στα διεθνή ύδατα δεν μπορούν να γίνουν μονομερώς. Δεν μπορεί μία χώρα να τα υλοποιήσει μόνη της. Απαιτείται πάντα συμφωνία με το κράτος το οποίο έχει απέναντι ή διπλανές ακτές. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, μοναδική εναλλακτική λύση είναι δικαστική προσφυγή, π.χ. στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η Ελλάδα έχει ΑΟΖ μόνο σε δύο περιοχές, μετά από συμφωνίες που έκανε: με την Ιταλία στο Ιόνιο, και μόνο μερικώς με την Αίγυπτο (δηλαδή σε περιορισμένο τμήμα των υδάτων μεταξύ τους, που δεν καλύπτει την περιοχή ανατολικά-νοτιοανατολικά της Ρόδου). Εκκρεμούν οριοθετήσεις με Τουρκία, Αίγυπτο (για την υπόλοιπη περιοχή), Λιβύη και Αλβανία.

Μέχρι να πραγματοποιηθούν, τα διεθνή ύδατα -μεταξύ Ελλάδας και των χωρών αυτών- συνεχίζουν να έχουν το σημερινό καθεστώς. Κανένα κράτος δεν μπορεί να προχωρήσει σε οικονομική εκμετάλλευση. Δυστυχώς, μέσα στην αγωνία τους να προκαταλάβουν μελλοντικές διαπραγματεύσεις, πολλές χώρες σπεύδουν να καταθέσουν δηλώσεις και χάρτες με υπερβολικές και μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις.

Αυτό έγινε με τη θεωρία της “Γαλάζιας Πατρίδας” της Τουρκίας, πάνω στην οποία βασίστηκε το καταχρηστικό τουρκο-λιβυκό μνημόνιο. Επίσης, τα όρια των θαλάσσιων οικοπέδων που προκήρυξε για έρευνες η Ελλάδα νότια- νοτιοδυτικά της Κρήτης, ορίστηκαν μονομερώς, αφού δεν υπάρχει συμφωνία με τη Λιβύη. Αυτό ήταν η αφορμή για τις ρηματικές διακοινώσεις της Λιβύης στον ΟΗΕ.

Εξάλλου, τα όρια θαλασσίων πάρκων στο Αιγαίο που ανακοίνωσε η Ελλάδα, είναι μέσα στα χωρικά ύδατα της, όπως έχει απόλυτο δικαίωμα. Όμως, στον ελληνικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό-ΘΧΣ που προηγήθηκε, περικλείεται μεγάλη έκταση διεθνών υδάτων. Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις  -όχι μόνο από την Τουρκία, αλλά και από την Αίγυπτο προσφάτως. Η Αίγυπτος δεν αμφισβητεί μόνον τα εικαζόμενα “δυνητικά όρια” του ελληνικού ΘΧΣ ανατολικά της Κρήτης, αλλά και σημεία “συνάντησης” τους με τις θαλάσσιες ζώνες της Λιβύης.

Η Τουρκία απάντησε με δικά της θαλάσσια πάρκα, που περιλαμβάνουν και διεθνή ύδατα. Γι' αυτό διαμαρτυρήθηκε με τη σειρά της η Ελλάδα. Από την άλλη, μεταξύ Τουρκίας και Κύπρου δεν έχει συμφωνηθεί ΑΟΖ, καθώς οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του άλυτου Κυπριακού. Επίσης, η Τουρκία θεωρεί ότι σε κάποιες περιοχές κυπριακού ενδιαφέροντος στην οριοθέτηση Κύπρου-Αιγύπτου, παραβιάζονται δικαιώματα της.

Εφόσον δεν υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες ή διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, τίποτα δεν έχει έννομο και έγκυρο αποτέλεσμα. Η καλύτερη λύση θα ήταν να συγκληθεί περιφερειακή Διάσκεψη, στην οποία να συμμετάσχουν όλες οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί θα μπορούσαν να βρεθούν -ισορροπημένες, ρεαλιστικές και αποδεκτές απ’ όλους- λύσεις για ζητήματα θαλασσίων ζωνών, ενέργειας και ασφάλειας. 

 

______________________________________

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

"Οι πόλεμοι χωρίς σαφή πολιτικό στόχο δεν μπορούν να κερδηθούν" / ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΓΑΖΑ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΣΤΗΝ HUFFINGTON POST

2025-08-11 19:17

Οι πόλεμοι χωρίς σαφή πολιτικό στόχο δεν μπορούν να κερδηθούν 

 

HUFFINGTON POST , 11/8/2025

www.huffingtonpost.gr/blogs/oi-polemoi-choris-safi-politiko-stocho-den-boroun-na-kerdithoun/

 

Των Θόδωρου Τσίκα* και Μαρωβήτας Νικολαΐδου**

Η κρίση στη Γάζα, σχεδόν δύο χρόνια μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, αποδεικνύει καθημερινά ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή πολιτικό στόχο. Παρά την εξόντωση μεγάλου μέρους της στρατιωτικής υποδομής της ισλαμο-φασιστικής Χαμάς, η ισραηλινή ηγεσία αδυνατεί να παρουσιάσει ένα ρεαλιστικό όραμα για την «επόμενη μέρα». Το αποτέλεσμα είναι μια παρατεταμένη ανθρωπιστική καταστροφή, μία πολιτική και ηθική φθορά για το ίδιο το Ισραήλ, και η αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής.

 

Στην παρούσα φάση, η ευθύνη για τη συνέχιση του πολέμου αρχίζει να μετατοπίζεται από τη Χαμάς στο Ισραήλ. Η απουσία πολιτικού σχεδίου λειτουργεί ως στρατηγικό κενό που καλούνται πλέον να καλύψουν εξωτερικοί δρώντες. Η πρόσφατη κοινή πρωτοβουλία Γαλλίας και Σαουδικής Αραβίας στον ΟΗΕ υπέρ της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους εντός των συνόρων του 1967 εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Καναδάς, Γαλλία και Μ. Βρετανία έχουν ήδη προαναγγείλει αναγνώριση κράτους της Παλαιστίνης, αν δεν υπάρξει σύντομα πολιτική διέξοδος.

Το στρατηγικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Το Ισραήλ έχει εγκλωβιστεί σε ένα δόγμα στρατιωτικής απάντησης, το οποίο αποδείχθηκε ανεπαρκές μετά την κατάρρευση των αυταπατών για «διαχείριση της σύγκρουσης». Το πλήγμα της 7ης Οκτωβρίου δεν ήταν μόνο μια φρικτή πράξη βίας, ήταν και μια γεωπολιτική αφύπνιση. Κατέρριψε την αντίληψη ότι οι αραβικές κυβερνήσεις μπορούν να ομαλοποιούν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ αγνοώντας τα παλαιστινιακά αιτήματα.

Η πολιτική για τις «Συμφωνίες του Αβραάμ», που περιλαμβάνουν αμοιβαία διπλωματική αναγνώριση και προσέγγιση μεταξύ μετριοπαθών αραβικών χωρών και του Ισραήλ, ήταν και είναι σωστή. Περιείχε όμως μια ψευδαίσθηση -ότι το Παλαιστινιακό είχε πάψει να είναι κομβικό ζήτημα- που αποδείχθηκε αυτοκαταστροφική.

Οι ηγεσίες πολλών αραβικών κρατών είναι εχθρικές απέναντι στη Χαμάς, ορισμένες μάλιστα είναι επιφυλακτικές και έναντι της μετριοπαθέστερης Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς, μοναδικού νόμιμου εκπροσώπου του παλαιστινιακού λαού. Όμως οι κοινωνίες τους -ακόμα και σε καθεστώτα χωρίς ελευθερία έκφρασης- εκφράζουν σταθερή υποστήριξη στους Παλαιστινίους. Αυτή η δυναμική δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η πολιτική επιλογή του Ισραήλ σήμερα είναι ιστορικής σημασίας. Αν συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, κινδυνεύει με:

  • αποσταθεροποίηση των σχέσεών του με την Αίγυπτο και την Ιορδανία,
  • περαιτέρω εσωτερική ρήξη και ιδεολογική πόλωση,
  • μείωση της διεθνούς στήριξης, ακόμα και από τις ΗΠΑ,
  • άνοδο του αντισημιτισμού, του αντι-εβραϊσμού και της εβραιοφοβίας, που αποτελούν απαράδεκτη, την χειρότερη και πιο ύπουλη μορφή ρατσισμού, ως αντίδραση στην ανθρωπιστική τραγωδία στη Γάζα.

Αντιθέτως, η εναλλακτική πορεία περνά μέσα από την επαναφορά της πολιτικής διαδικασίας. Μια σταδιακή, διεθνώς εποπτευόμενη «λύση δύο κρατών» μπορεί να προσφέρει τόσο στους Ισραηλινούς όσο και στους Παλαιστινίους ένα αφήγημα «έντιμης ειρήνης». Η Αραβική Ειρηνευτική Πρωτοβουλία του 2002 παραμένει αξιόπιστο πλαίσιο. Προτείνει ένα κοινό περιφερειακό «ναι»: δύο κράτη, με αμοιβαία αναγνώριση και συνολικό σχέδιο περιφερειακής ασφάλειας Η τελευταία ιδέα θα μπορούσε να λάβει και μορφή συγκρότησης περιφερειακού οργανισμού ασφάλειας, στον οποίο να συμμετέχουν αραβικά κράτη και το Ισραήλ.

Μια ρεαλιστική πρόοδος απαιτεί πρακτικά βήματα:

  • άμεση εκεχειρία και ανταλλαγή Ισραηλινών ομήρων με Παλαιστίνιους κρατούμενους
  • προσωρινή τεχνοκρατική παλαιστινιακή διοίκηση στη Γάζα (που προϋποθέτει συνέχιση της αναγκαίας μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής),
  • πολυεθνική αραβική στρατιωτική-αστυνομική δύναμη για την τήρηση της τάξης,
  • αφοπλισμό της Χαμάς,
  • διεθνώς εποπτευόμενες εκλογές και ανάδειξη ενιαίας παλαιστινιακής ηγεσίας.

Η ασφάλεια του Ισραήλ δεν μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με στρατιωτικά μέσα. Αντιθέτως, η στρατηγική επιβίωση του απαιτεί ένα περιφερειακό πλαίσιο ειρήνης που θα απομονώσει τη Χαμάς, θα ενσωματώσει τους Παλαιστινίους σε μια ρεαλιστική κρατική δομή και θα επαναφέρει τη Μέση Ανατολή σε τροχιά συνεργασίας.

Ούτε αφέλεια ούτε ιδεαλισμός: πρόκειται για στρατηγική αναγκαιότητα. Και η διεθνής κοινότητα οφείλει να την υπηρετήσει με ενότητα και αποφασιστικότητα.

Το Ιράν μετά τα πλήγματα και το νέο πυρηνικό δίλημμα

Το Ιράν μετά τα πλήγματα και το νέο πυρηνικό δίλημμα

Τα κοινά ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων αποτελούν σημείο καμπής στην πυρηνική κρίση της Μέσης Ανατολής. Παρότι η επιχείρηση «Midnight Hammer» πέτυχε την εξουδετέρωση κρίσιμων στόχων, η επόμενη μέρα είναι γεμάτη αβεβαιότητες.

Οι πρώτες αναλύσεις διίστανται: ορισμένοι δυτικοί αξιωματούχοι, όπως ο πρώην διευθυντής της CIA, Ντέϊβιντ Πετρέους, κάνουν λόγο για σημαντική επιχειρησιακή ζημιά. Άλλοι εκτιμούν πως οι επιθέσεις απέτυχαν στρατηγικά, συσπειρώνοντας το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς και επιτείνοντας την αποφασιστικότητά του.

Πράγματι, στο εσωτερικό της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η στρατιωτική επίθεση είχε -εν μέρει- αντίστροφα αποτελέσματα: ενίσχυσε το αίσθημα εθνικής ενότητας και επανέφερε τον κρατικό εθνικισμό στο επίκεντρο. Η δημόσια επανεμφάνιση του Ανώτατου Ηγέτη της Ισλαμικής Επανάστασης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, πλαισιώθηκε από έντονα πατριωτικά και θρησκευτικά σύμβολα, επιδιώκοντας να καταδείξει συνέχεια, σταθερότητα και εσωτερική συνοχή εν μέσω κρίσης.

Παρότι οι υποδομές υπέστησαν σοβαρό πλήγμα και κρίσιμο τεχνικό προσωπικό εξοντώθηκε, η απουσία επιθεωρήσεων από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA) δημιουργεί μια επικίνδυνη «ζώνη σιωπής». Το Ιράν ενδέχεται να χρησιμοποιήσει την αβεβαιότητα για να επανεκκινήσει μυστικά το Πρόγραμμα, επικαλούμενο υπαρξιακή απειλή.

Την ίδια στιγμή, οι περιφερειακοί δρώντες παρακολουθούν με ανησυχία. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φοβούνται ότι ένα απομονωμένο, πληγωμένο Ιράν ενδέχεται να επιστρέψει στον ρόλο του «αντάρτη της περιοχής». Αντί για θρίαμβο της αποτροπής, τα πλήγματα ενδέχεται να ενθαρρύνουν μια νέα κούρσα εξοπλισμών.

Η Τουρκία, ανήσυχη από την εντεινόμενη ισραηλινή δράση στη Συρία, ενδέχεται να κλιμακώσει τη διπλωματική αντιπαράθεση της με το Ισραήλ. Η απειλή ενός κενού ισχύος στη Δαμασκό ή στο Ιράν, φέρνει την Άγκυρα σε τροχιά ενεργότερης εμπλοκής, ακόμη και αντιπαλότητας.

 

Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι το αποτρεπτικό της οπλοστάσιο – η ακραία ισλαμιστική Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι φιλο-ιρανικές σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, η ιρανική επιρροή στη Συρία- έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Το πυρηνικό πρόγραμμα φαντάζει πλέον ως το μοναδικό εργαλείο επιβίωσης της, έστω και υπό τον κίνδυνο νέων διεθνών κυρώσεων ή χτυπημάτων.

Η επιλογή είναι διττή: είτε το Ιράν θα επιστρέψει σε διαπραγματεύσεις υπό ένα νέο πλαίσιο, είτε θα επιδιώξει κλιμάκωση και εσωτερική συσπείρωση υπό το αφήγημα της απειλούμενης κυριαρχίας του. Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι εταίροι τους έχουν περιορισμένο χρονικό περιθώριο να θέσουν διπλωματικά θεμέλια, που να δώσουν στην Τεχεράνη μια εναλλακτική αφήγηση μακριά από τον πυρηνικό τυχοδιωκτισμό.

Η αποτροπή χωρίς πολιτική στρατηγική οδηγεί σε αδιέξοδο. Οι πόλεμοι που δεν οδηγούν σε διαπραγματεύσεις ή πολιτική λύση δεν μπορούν να κερδηθούν. Είτε στη Γάζα είτε στην Τεχεράνη, το κενό στρατηγικού σχεδιασμού γεμίζει πάντα από κλιμάκωση και αμοιβαία καχυποψία.

Η ειρήνη απαιτεί πολιτική πρόθεση. Και για να έχει διάρκεια, πρέπει να έχει στόχο.

 

* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

** Η Μαρωβήτα Νικολαϊδου είναι Επικοινωνιολόγος – Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

"Ζητείται ωριμότητα στις σχέσεις με Λιβύη"/ ΑΡΘΡΟ, "Η Εφημερίδα των Συντακτών"

2025-07-31 19:33

"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 31/7/205

 

www.efsyn.gr/stiles/epilektika/480676_ziteitai-orimotita-stis-sheseis-me-ti-libyi

 

Ζητείται ωριμότητα στις σχέσεις με Λιβύη
 
 
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ
Πολιτικού Επιστήμονα-Διεθνολόγου, 
Αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ
 
 
 
 
 
 
 
Η επίσημη Ελλάδα έχει κάνει ένα σοβαρό λάθος, που το πληρώνουμε. Έβαλε όλα τα κεράσια της στο καλάθι του Χαφτάρ, αγνοώντας την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης (επειδή είναι “φιλο-τουρκική”). 
 
 
1. Η λογική “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου” δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Ο αυτοδιορισμένος “στρατάρχης” είναι μια σκοτεινή προσωπικότητα, που κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου, λαθρεμπόριο, σοβαρότατα οικονομικά εγκλήματα, όχι μόνο στη Λιβύη αλλά και στις ΗΠΑ. 
 
Οι συνομιλίες με τον Χαφτάρ θα ήταν καλό να μην γίνονται σε υψηλό πολιτικό επίπεδο. Δεν πρέπει να δοθεί η εντύπωση, ότι η Ελλάδα ή η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζουν μια παράνομη, αποσχιστική διοίκηση (της “ανατολικής Λιβύης”). Εμείς, επειδή έχουμε και το πρόβλημα με την αυτο-αποκαλούμενη “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου”, πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί. 
 
 
2. Η Λιβύη δεν έχει αποσύρει την υπογραφή της από το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, ούτε και η Τουρκία. Το τουρκο-λιβυκό Σύμφωνο είναι “εκεί”. Εμείς ορθώς δεν το αναγνωρίζουμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ισχύει για τους υπογράφοντες. 
 
Από την άλλη πλευρά, είναι θετικό ότι στα 6 χρόνια που ισχύει το Σύμφωνο, δεν έχει γίνει προσπάθεια να εφαρμοστεί επί του πεδίου. Υπάρχει μόνο σε δηλώσεις, χάρτες κ.α. Επίσης λίγο καιρό πριν, η Λιβύη έδωσε στην δημοσιότητα χάρτες θαλασσίων οικοπέδων για έρευνα σε περιοχές που δεν ενοχλούν την Ελλάδα. Αυτό πρέπει να κατοχυρωθεί και να διευρυνθεί, μέχρι να βρεθεί λύση με το τουρκο-λιβυκό Σύμφωνο. 
 
 
 
3. Στο κείμενο ρηματικής διακοίνωσης που κατέθεσε η λιβυκή πλευρά στον ΟΗΕ, υπάρχουν δύο θετικά στοιχεία. Σε ένα σημείο αναφέρεται ότι το θέμα είναι “αντικείμενο άλυτης διαφοράς”. Άρα λέει ότι υπάρχει θέμα προς συζήτηση, τουλάχιστον διμερώς. Σε άλλο σημείο επισημαίνεται ότι “η διαφορά πρέπει να επιλυθεί μέσω διαλόγου και διαπραγματεύσεων”. Συνεπώς υπάρχει δρόμος που μπορεί να διανυθεί. 
 
Απαιτούνται ουσιαστικές διαβουλεύσεις της Ελλάδας με την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης, που είναι αυτή που εδρεύει στην πρωτεύουσα Τρίπολη. Αν δεν μπορέσουμε να καταλήξουμε, να προετοιμάσουμε προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
 
 
4. Αυτά είναι σημαντικό να γίνουν το γρηγορότερο δυνατόν. Όχι “στον κατάλληλο χρόνο”, ή μετά ... τις εκλογές στη Λιβύη, όπως ακούγεται από κάποιες πλευρές ! Έτσι αργούσαμε και πριν χρόνια, απαιτώντας επί καθεστώτος Καντάφι -την ανέφικτη- πλήρη “επήρεια” (100%) της Γαύδου σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Στο κενό που υπήρχε, μας προέκυψε το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.
 
Με αυτήν την υπερβολική και μαξιμαλιστική λογική, μέχρι να κατατεθεί το τουρκολιβυκό Σύμφωνο δεν είχαμε κατορθώσει να συμφωνήσουμε για οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης -ΑΟΖ, με κανέναν από τους θαλάσσιους γείτονες μας (Τουρκία, Αίγυπτο, Λιβύη, Ιταλία, Αλβανία).
 
 
5. Αφορμή της διαμαρτυρίας της Λιβύης ήταν η προκήρυξη από την Ελλάδα διεθνούς διαγωνισμού για έρευνες στα διεθνή ύδατα ανάμεσα στην Κρήτη και την Λιβύη. Όμως αυτή η ενέργεια της Ελλάδας είναι μονομερής, καθώς δεν έχουμε υπογράψει διμερή συμφωνία που είναι απαραίτητη για υπάρξει ΑΟΖ. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα.  
 
Για να υπάρξει ΑΟΖ και οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας, απαιτείται συμφωνία με τις χώρες που έχουν αντικριστές ακτές. Εν προκειμένω με τη Λιβύη. Η μονομερής κατάθεση γεωγραφικών “συντεταγμένων”, που ορίζουν θαλάσσιες περιοχές στα διεθνή ύδατα, δεν επιτρέπεται. Άρα η διακρατική συμφωνία ή η δικαστική προσφυγή είναι μονόδρομος.  
 
 
 
>>

"Δεν τελείωσε το θέμα με το Ιράν" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One VOICE", 30/6/2025

2025-06-30 21:05

Δεν τελείωσε το θέμα με το Ιράν

 

Εφημερίδα "One VOICE", 30/6/2025

 

1voice.gr/pyrinika-den-teleiose-to-thema-me-to-iran/

 

Του ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*


 

Τα πλεονεκτήματα της απόκτησης πυρηνικού όπλου είναι ξεκάθαρα εδώ και πολύ καιρό και όχι μόνο για το Ιράν. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η Συνθήκη για Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1968.


 

Το σύστημα είχε τις αποτυχίες του (Βόρεια Κορέα, Ινδία, Πακιστάν και το ίδιο το Ισραήλ), αλλά δεδομένου ότι η τεχνολογία για την κατασκευή πυρηνικών όπλων είναι εδώ και χρόνια εντός των δυνατοτήτων των περισσότερων από τα 191 κράτη που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη, και πως τρεις από τις τέσσερις εξαιρέσεις δεν την υπέγραψαν ποτέ, η λίστα παραμένει ευτυχώς μικρή.


 

Το βασικό εργαλείο της Συνθήκης για Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων είναι ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA). Αν και απαξιωμένος από πολλά «γεράκια» στην Ουάσινγκτον και το Ισραήλ, έχει μετατραπεί σε μοναδικό φορέα τεχνογνωσίας και παρείχε τα μέσα για την επιτήρηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.


 

Φυσικά, το Ιράν μπορούσε –και το έκανε– να αποφύγει την πλήρη συμμόρφωση, και η απειλή της βίας ήταν πάντοτε παρούσα στο παρασκήνιο. Χρειάστηκε επίσης η δράση εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών για να αποκαλυφθεί, το 2002, ότι το Ιράν διέθετε πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, ώστε να το παρακολουθεί ο IAEA. Επίσης, το Ιράν έχει τη γνώση και τη δυνατότητα να αντικαταστήσει οτιδήποτε καταστρέφεται.


 

Η εναλλακτική πορεία που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο Τραμπ είναι να επανεκκινήσει τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις, με σαφή επίγνωση ότι οι Ιρανοί δεν πρόκειται απλώς να υποχωρήσουν άνευ όρων. Θα πρέπει να τους προσφερθεί κάτι.

 

 

Μεταξύ των ερωτημάτων είναι εάν πρέπει να αρθούν τουλάχιστον ορισμένες οικονομικές κυρώσεις και αν μπορεί να γίνει αποδεκτό ένα αυστηρά επιτηρούμενο πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου για πολιτική χρήση, περιορισμένο στο 3,5% (ποσοστό που αφορά καύσιμα για πυρηνικά εργοστάσια).

 

 

Είναι πιθανό η Ισλαμική Δημοκρατία να καταρρεύσει και να αντικατασταθεί από μία ηγεσία λιγότερο φανατική. Είναι ένα ενδεχόμενο για το οποίο λίγοι θα θρηνούσαν, αλλά η χάραξη στρατηγικής δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη. Η διπλωματία και οι διεθνείς επιθεωρήσεις παραμένουν οι καλύτεροι -και λιγότερο επικίνδυνοι- τρόποι για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα

 

 

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

 

>>

Θόδωρος Τσίκας / Το αδιέξοδο με το Ιράν και η Συμφωνία του Ομπάμα / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI NEWS

2025-06-18 21:29

Θόδωρος Τσίκας / Το αδιέξοδο με το Ιράν και η Συμφωνία του Ομπάμα 

ANATROPI NEWS 

 

www.anatropinews.gr/2025/06/18/%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%BD/

 

Του ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

Το 2015 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, έφτασε μετά από μακρές διαπραγματεύσεις  σε συμφωνία με το ιρανικό καθεστώς, όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η συμφωνία προέβλεπε άρση των διεθνών κυρώσεων επί του Ιράν, το οποίο αναλάμβανε την δέσμευση να κρατήσει σε χαμηλό ποσοστό τον εμπλουτισμό του ουρανίου που κατείχε (όχι πάνω από 5%).

Αυτό θα διασφάλιζε ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα θα ήταν μόνο για παραγωγή ενέργειας, δηλαδή για ειρηνικούς σκοπούς, και δεν θα μπορούσε να φτάσει σε επίπεδα που θα οδηγούσαν σε κατασκευή πυρηνικού όπλου.  

Η Συμφωνία εγκαθιστούσε μηχανισμό επαλήθευσης, με διεθνείς επιθεωρητές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας να έχουν πρόσβαση σε όλες τις πιθανές πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας. Στην συμφωνία μετείχαν εκτός του Ιράν, τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Μ. Βρετανία, Γαλλία) συν Γερμανία και Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η υλοποίηση της Συμφωνίας προχώρησε αρκετά ομαλά. Μέχρι που εξελέγη στις αμερικανικές εκλογές ο Ντόναλντ Τραμπ, στην πρώτη προεδρική θητεία του. Αυτός, όπως και οι ακροδεξιοί Ρεπουμπλικάνοι, θεωρούσε την συμφωνία “χαλαρή” για το Ιράν. Κάτω και από την επίδραση του Νετανιάχου που έτυχε και τότε να βρίσκεται στην πρωθυπουργία του Ισραήλ, ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από την Συμφωνία, επαναφέροντας τις κυρώσεις στο Ιράν.

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα ; Το ιρανικό καθεστώς θεώρησε εαυτό αποδεσμευμένο από τη Συμφωνία, και επιτάχυνε τον εμπλουτισμό ουρανίου που έφτασε πρόσφατα στο 60-70% ! Σημειωτέον, με ποσοστό εμπλουτισμού στο 90% δημιουργείται ικανότητα παραγωγής πυρηνικού όπλου. Όπως μάλιστα διαπίστωσε πριν λίγες μέρες καταδικαστική για το Ιράν απόφαση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, το ιρανικό καθεστώς αποκρύπτει από τους διεθνείς επιθεωρητές ορισμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις, παραβιάζοντας έτσι την διεθνή Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.

 

 

Τι πιστεύει η διεθνής κοινότητα

Πρέπει να είμαστε σαφείς. Ουδείς στη διεθνή κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των συμμάχων του Ιράν -Ρωσία και Κίνα, επιθυμεί να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα. Μια τέτοια δυνατότητα θα ωθούσε κι άλλες χώρες να μπουν στο πυρηνικό παιχνίδι – με πρώτη την ανταγωνίστρια του Ιράν, Σαουδική Αραβία. Θα οδηγούσε σε μείζονες κινδύνους και αστάθεια, καθώς θα αμφισβητούνταν συνολικά η Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων. Οι ισχυρές δυνάμεις θα αποκτούσαν κι άλλους πυρηνικούς ανταγωνιστές. Κυρίως όμως δεν υπάρχει καμία εγγύηση πώς ένα θεοκρατικό αυταρχικό καθεστώς, όπως το ιρανικό, θα χρησιμοποιούσε αυτή τη δύναμη. 

Η διαφορετικές απόψεις αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποτραπεί η εξέλιξη αυτή. Οι περισσότερες χώρες, μεταξύ αυτών η Ευρωπαϊκή Ένωση και (τουλάχιστον ως πρόσφατα)  οι ΗΠΑ,και διεθνείς οργανισμοί (όπως ο ΟΗΕ) επιθυμούν τον διπλωματικό τρόπο, δηλαδή τη σύναψη μιας Συμφωνίας, όπως αυτή που είχε γίνει επί Ομπάμα.

Με αυτή την αντίληψη διαφωνεί το Ισραήλ. Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις του επιθυμούν τον στρατιωτικό τρόπο. Θεωρούν ότι το Ιράν δεν πρέπει να έχει καθόλου πυρηνικό πρόγραμμα, ούτε καν ειρηνικό. Διότι πιστεύουν ότι πάντα το ιρανικό καθεστώς θα έχει την δυνατότητα να το μετεξελίξει σε πολεμικό. Και η κατάργηση του προγράμματος μπορεί να γίνει μόνο με την ολική καταστροφή του.

Επιθετικές ενέργειες σαν και αυτή που εξελίσσεται, έχουν προετοιμαστεί εδώ και χρόνια από το Ισραήλ. Το οποίο ήταν έτοιμο να τις υλοποιήσει. Απετράπησαν όμως από τις κατά καιρούς αμερικανικές ηγεσίες. Των Δημοκρατικών Ομπάμα και Μπάϊντεν, ακόμα και του Ρεπουμπλικανού Τζορτζ Μπους.

Έχει λόγο το Ισραήλ να ανησυχεί; Έχει. Επίσημος, συνταγματικός, “καταστατικός” και δημόσια διακηρυγμένος στόχος του θεοκρατικού ιρανικού καθεστώτος είναι η καταστροφή του “σιωνιστικού μορφώματος”, όπως αποκαλούν το Ισραήλ. Το Ισραήλ λέει ότι αν το Ιράν φτάσει στην κατασκευή πυρηνικού όπλου, τότε ανοίγει δρόμος χωρίς επιστροφή. Άρα οι πυρηνικές εγκαταστάσεις πρέπει να καταστραφούν πριν το πρόγραμμα φτάσει σε επικίνδυνο σημείο.

Με τις τελευταίες επιθέσεις (για τις οποίες η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν απετράπη από τον πρόεδρο Τραμπ) το Ισραήλ κατάφερε να προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στο ιρανικό πυρηνικό  πρόγραμμα. Αλλά για να φτάσει στην πλήρη εξάρθρωση του χρειάζεται την αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία.

 

Η στάση Τραμπ
 

Ο Τραμπ έχει υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του να σταματήσει τους πολέμους και να μην εμπλέξει τις ΗΠΑ σε νέους. Παράλληλα επιθυμεί την απόσυρση των ΗΠΑ από τις περισσότερες διεθνείς δεσμεύσεις τους, ώστε να επενδύσει ανθρώπινους, οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό, με στόχο την ανάσχεση της ανερχόμενης Κίνας. Αυτό όμως προϋποθέτει προηγούμενες διευθετήσεις στο Ουκρανικό και στο Μεσανατολικό.

Αυτή ήταν η αιτία για να αρχίσει μυστικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν, μάλλον εν αγνοία και του στενού φίλου του Νετανιάχου. Οι όροι της Συμφωνίας που πρότεινε στο Ιράν ήταν παρόμοιοι με αυτούς της Συμφωνίας του Ομπάμα, που είχε ο ίδιος απορρίψει …!

Οι συνομιλίες δεν πήγαν καλά. Η ιρανική ηγεσία υποτίμησε την αποφασιστικότητα του Τραμπ και θεώρησε ότι μπορούσε να αρνηθεί τις προτάσεις του. Την δυσλειτουργία αυτή εκμεταλλεύτηκε η ισραηλινή κυβέρνηση και εξαπέλυσε την επίθεση της.

Η μεγάλη επιτυχία των ισραηλινών χτυπημάτων έχει κάνει τον Τραμπ να θέλει να την αξιοποιήσει και ο ίδιος πολιτικά, αφού έχει αποτύχει στους άλλους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του. Έστειλε τελεσίγραφο στην ιρανική ηγεσία να αποδεχθεί ως έχει την πρόταση του, για να αποφύγει τα χειρότερα.

Μήπως, όμως, θεωρεί πως τώρα είναι η ευκαιρία να απαλλαχθεί μια για πάντα από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, είτε συμμετέχοντας άμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, είτε έμμεσα,  προσφέροντας δηλαδή τα αμερικανικά μέσα που χρειάζεται το Ισραήλ ;

* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης- ΕΕνΟΕ

 

 

 

>>

" Έχει χάσει η Ουκρανία τον πόλεμο; " - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST

2025-06-01 14:25

" Έχει χάσει η Ουκρανία τον πόλεμο; " - 

ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST, 1/6/2025

 

www.huffingtonpost.gr/entry/echei-chasei-e-oekrania-ton-polemo_gr_6839693de4b02a937ce20bce

 

 
 
 
 
Έχει χάσει η Ουκρανία τον πόλεμο;
 
Γιατί από πολιτική και στρατηγική άποψη, ο Πούτιν έχει αποτύχει...
 
 
 
 
 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διατηρήσει τη ηθική και γεωπολιτική δέσμευση της υπέρ της Ουκρανίας, καθώς σε αυτή τη χώρα διακυβεύεται η ασφάλεια και η σταθερότητά μας. Αυτό απαιτεί τη διατήρηση και ενίσχυση της στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία, την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας για την αποτροπή μιας ειρηνευτικής συμφωνίας με δυσμενείς όρους για τη χώρα που δέχεται την επίθεση, καθώς και την επιτάχυνση της διαδικασίας ένταξής της στην ΕΕ. Η Ουκρανία είναι η ασπίδα της Ευρώπης και, αν αυτή υποχωρήσει, ολόκληρη η Ένωση θα απειληθεί άμεσα από τη Ρωσία.
 
Μήπως ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει ήδη κερδίσει ή κερδίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία στο πεδίο της μάχης; Η αλήθεια είναι ότι ούτε το κατακτημένο έδαφος, ούτε η πορεία των μαχών μέχρι σήμερα, ούτε η κατάσταση της ρωσικής οικονομίας, ούτε καν ο παράγοντας Τραμπ, οδηγούν αναπόφευκτα σε μια νίκη του Πούτιν, υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΕ είναι διατεθειμένη να ενεργήσει αυτόνομα, ακολουθώντας μια γραμμή σαφήνειας και στρατηγικής σταθερότητας.
Από πολιτική και στρατηγική άποψη, ο Πούτιν έχει αποτύχει, καθώς ο αρχικός (και κύριος) στόχος του ήταν να κερδίσει έναν αστραπιαίο πόλεμο, με την κατάληψη του Κιέβου, να ανατρέψει τον Ζελένσκι και να εγκαταστήσει μια φιλική κυβέρνηση που θα μετέτρεπε την Ουκρανία σε δορυφόρο της Ρωσίας, όπως η Λευκορωσία. Επιπλέον, ως συνέπεια της επιθετικής ενέργειας, η Φινλανδία και η Σουηδία προσχώρησαν στο ΝΑΤΟ, επεκτείνοντας τα σύνορά της Ρωσίας με την Ατλαντική Συμμαχία κατά περισσότερο από 1.000 χιλιόμετρα.
 
Ο Πούτιν δεν έχει επιτύχει μέχρι στιγμής ούτε τον δευτερεύοντα στόχο του: την πλήρη κατάκτηση των τεσσάρων ανατολικών και νότιων περιφερειών (”ομπλάστ”) που θέλει να προσαρτήσει στη Ρωσία: Ντονέτσκ, Λουγκάνσκ, Χερσώνα και Ζαπορίζια. Γι′ αυτό ο Πούτιν συνεχίζει τις μάχες και επιβραδύνει τις ειρηνευτικές συνομιλίες, ενώ το λογικό θα ήταν να προσπαθήσει να εδραιώσει τα πολύ σημαντικά εδαφικά κέρδη που έχει επιτύχει μέχρι σήμερα, δεδομένου του τεράστιου ανθρώπινου και οικονομικού κόστους του πολέμου.
 
Είναι αναμφισβήτητο ότι με τη μεγάλης κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία έχει επεκτείνει σημαντικά την παρουσία της στο Ντονμπάς (που περιλαμβάνει το Ντόνετσκ και το Λουγκάνσκ), στην οποία έχει προσθέσει σημαντικά τμήματα των περιφερειών Χερσώνας και Ζαπορίζια, δημιουργώντας επίσης μια στρατηγική χερσαία «γέφυρα» μεταξύ της κατεχόμενης ανατολικής περιοχής και της χερσονήσου της Κριμαίας. Αυτό είναι το κύριο επίτευγμα του Πούτιν και δεν μπορεί να ανατραπεί εύκολα στο πεδίο της μάχης. Ωστόσο, αυτή η απώλεια εδαφών δεν εμποδίζει από μόνη της τη βιωσιμότητα της Ουκρανίας ως κυρίαρχου και δημοκρατικού κράτους.
 
Όσον αφορά τη στρατιωτική δυναμική, από το 2023 η σύγκρουση έχει εξελιχθεί σε έναν πόλεμο φθοράς παρόμοιο με αυτόν των τελευταίων ετών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με ελάχιστες εδαφικές προόδους εκ μέρους της Ρωσίας. Παρά την αριθμητική και εξοπλιστική υπεροχή τους, κατά τη διάρκεια του 2024 οι ρωσικές δυνάμεις έχουν προχωρήσει ελάχιστα από την πρώτη γραμμή, καταλαμβάνοντας περίπου 4.000 km2, που αντιστοιχούν στο 0,7% του συνολικού εδάφους της Ουκρανίας.
 
Από τις 18 Ιουλίου 2024, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις έχουν προσπαθήσει μάταια να κατακτήσουν τη στρατηγική πόλη Ποκρόβσκ, στο Ντόνετσκ. Επιπλέον, η Μόσχα χρειάστηκε εννέα μήνες και τη βοήθεια των βορειοκορεατικών στρατευμάτων για να εκδιώξει τα ουκρανικά στρατεύματα από το Κουρσκ (αρχές Αυγούστου 2014-τέλη Απριλίου 2025), μια επιχείρηση που ανάγκασε τη Ρωσία να στρέψει την προσοχή και τους πόρους της προς αυτό το μέτωπο, σε βάρος του κύριου θεάτρου των επιχειρήσεων στο Ντονμπάς. Από την αρχή του πολέμου, η Ρωσία έχει χάσει 850.000 άτομα, νεκρούς, τραυματίες και αγνοούμενους. Εκτιμάται ότι ο αριθμός θα φτάσει το ένα εκατομμύριο στα τέλη του 2025, σύμφωνα με στοιχεία του βρετανικού Υπουργείου Άμυνας. Οι απώλειες της Ουκρανίας εκτιμώνται σε μισό εκατομμύριο, αθροίζοντας τις τρεις κατηγορίες.
 
Αυτή η διαφορά εξηγείται από δύο λόγους: είναι συνηθισμένο ο επιτιθέμενος να υφίσταται περισσότερες απώλειες από τον αμυνόμενο, και από την έμφαση που δίνει η ρωσική στρατηγική στην εντατική χρήση στρατιωτών – δεδομένου του μεγαλύτερου πληθυσμού και της μεγαλύτερης ικανότητας στρατολόγησης σε σχέση με την Ουκρανία – τους οποίους χρησιμοποιεί κυριολεκτικά ως «κρέας για τα κανόνια» , με σκοπό να ξεπεράσει την πρώτη γραμμή. Η χώρα που δέχεται την επίθεση αναγκάζεται, αντίθετα, να βασίζεται σε οπλισμό (κυρίως drones) και σε τεχνολογία δυτικής προέλευσης, η οποία είναι, κατ′ αρχήν, ανώτερη από τη ρωσική.
 
 
Κανένας πόλεμος εξάντλησης, όπως ο ρωσο-ουκρανικός, δεν μπορεί να συνεχιστεί στο χρόνο χωρίς την απαραίτητη οικονομική υποδομή. Από αυτή την άποψη, η αύξηση του ΑΕΠ της Ρωσίας με βάση την πολεμική της οικονομία έχει αποδειχθεί προσωρινή. Το 2022, η ρωσική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 1,4% λόγω του αρχικού αντίκτυπου των κυρώσεων και της αποχώρησής της από την παγκόσμια οικονομία, για να φτάσει σε ποσοστά 4% το 2023 και το 2024 χάρη στις δημόσιες δαπάνες και την ώθηση της βιομηχανίας όπλων. Ωστόσο, το πρώτο τρίμηνο του 2025 το ΑΕΠ αυξήθηκε μόνο κατά 1,4% έως 1,7% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2024, και εκτιμάται ότι δεν θα αυξηθεί περισσότερο από 2,5% για το σύνολο του έτους, στην καλύτερη περίπτωση. Αυτό οφείλεται στη μείωση της απόδοσης των στρατιωτικών δαπανών και σε ένα επιτόκιο 20% που έχει καθοριστεί για να προσπαθήσει να ελέγξει τον πληθωρισμό του 10%.
 
Από την άλλη πλευρά, οι οικονομικοί πόροι που έχει στη διάθεσή του το κράτος συνεχίζουν να μειώνονται λόγω της πτώσης των εσόδων από την πώληση φυσικού αερίου και πετρελαίου, η οποία θα επιδεινωθεί με τη μείωση της διεθνούς τιμής του αργού πετρελαίου. Η πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας δεν θα μπορεί να συνεχιστεί επ′ αόριστον χωρίς επαρκή χρηματοοικονομική και παραγωγική ικανότητα. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, η Ρωσία θα έχει χάσει 10.000 άρματα μάχης από την έναρξη του πολέμου, και η ετήσια παραγωγική της ικανότητα θα είναι ισοδύναμη με το ένα τρίτο των απωλειών, οπότε, αν διατηρηθεί αυτός ο ρυθμός, το 2026 το απόθεμα τεθωρακισμένων θα φτάσει σε ένα κρίσιμο ελάχιστο.
 
Από την πλευρά της, η Ουκρανία έχει το πλεονέκτημα ότι είναι πλήρως ενσωματωμένη στην παγκόσμια οικονομία, αν και εξακολουθεί να εξαρτάται από τη χρηματοδοτική στήριξη της Δύσης, ή τουλάχιστον της Ευρώπης, για να διατηρήσει τη σταθερότητα του κράτους της.
 
Μπροστά σε αυτό το σενάριο, η ΕΕ δεν στερείται ούτε οράματος (να αναγκάσει τη Ρωσία να αποδεχτεί την κατάπαυση του πυρός) ούτε μέσων (πρόσθετες κυρώσεις) για να επιτύχει τους στόχους της. Το 17Ο πακέτο περιοριστικών μέτρων, που υιοθετήθηκε στις 20 Μαΐου 2025, περιλαμβάνει το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και οικονομικές απαγορεύσεις σε 75 οντότητες, μεταξύ των οποίων μεγάλες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες όπως η Lukoil, μέτρα κατά του «σκιώδους στόλου», που αποτελείται από 200 πλοία που χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των περιορισμών στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, καθώς και άλλους εμπορικούς περιορισμούς, όπως απαγορεύσεις σε ορισμένες ρωσικές εξαγωγές και περισσότερους ελέγχους σε προϊόντα διπλής χρήσης (πολιτικής και στρατιωτικής). Επίσης, έχουν αυξηθεί στο 100% οι δασμοί στα λιπάσματα που προέρχονται από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Η Ένωση ετοιμάζεται επίσης να σταματήσει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μεσοπρόθεσμα και εξετάζει το ενδεχόμενο να μειώσει το ανώτατο όριο της τιμής του ρωσικού πετρελαίου, προκειμένου να μειώσει ακόμη περισσότερο τα έσοδά της από αυτό.
 
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι ζωτικής σημασίας η ΕΕ να αυξήσει τη ροή όπλων προς την Ουκρανία, τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα, προκειμένου να αντισταθμίσει την αριθμητική υπεροχή της Ρωσίας και την πιθανή παύση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, έτσι ώστε τουλάχιστον η χώρα που δέχεται την επίθεση να μην χάσει περαιτέρω έδαφος. Για το σκοπό αυτό, η Ευρώπη πρέπει να επεκτείνει τη δική της παραγωγική ικανότητα (η ΕΕ διαθέτει πλέον τα νέα χρηματοδοτικά μέσα EDIP και SAFE) και να επενδύσει στην ουκρανική αμυντική βιομηχανία. Είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν δικές της ικανότητες στον τομέα των επικοινωνιών, της δορυφορικής αναγνώρισης και της πληροφορίας, καθώς πρόκειται για βασικά στοιχεία για τη δυναμική στο μέτωπο και οι Ουκρανοί εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τους Αμερικανούς. Η συνέργεια της υποστήριξης προς την Ουκρανία και της οικοδόμησης της «Ευρώπης της Άμυνας» δεν θα μπορούσε να είναι πιο προφανής.
 
Η Ουκρανία δεν έχει χάσει τον πόλεμο, αλλά για να μην συμβεί αυτό, εξακολουθεί να χρειάζεται την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη της Ευρώπης, καθώς και την ικανότητά της να συνεχίσει να περιορίζει τη ρωσική οικονομία, ανεξάρτητα από το τι κάνει ή δεν κάνει ο Τραμπ.
 
 
 
 
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

 

>>

Υπάρχει διέξοδος στο Κυπριακό; / Άρθρο σχετικά με τη Διάσκεψη για το Κυπριακό στη Γενεύη- " Η Εφημερίδα των Συντακτών "

2025-03-17 20:47

Υπάρχει διέξοδος στο Κυπριακό;

 "Η Εφημερίδα των Συντακτών ", 17/3/2025


https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/466316_yparhei-diexodos-sto-kypriako

Θόδωρος Τσίκας*


H πενταμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό (Γενεύη, 17-18 Μαρτίου) είναι η πρώτη σοβαρή διεργασία έπειτα από 8 χρόνια πλήρους ακινησίας. Συγκαλείται από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, με τη συμμετοχή των ηγετών της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς, των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας και του υφυπουργού Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας. Στόχος δεν είναι -σε αυτή τη φάση- να φτάσουμε σε επίλυση του ζητήματος, αλλά να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν οι δυνατότητες για να ξεκινήσει η επί της ουσίας διαπραγμάτευση.


Ο γ.γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, δεν θα αποφασίσει επανέναρξη της διαδικασίας των συνομιλιών «ελαφρά τη καρδία». Γιατί οι τελευταίες συνομιλίες στο Κραν Μοντανά το 2017, μολονότι έφτασαν πάρα πολύ κοντά σε συμφωνία, δεν κατέληξαν. Υπήρξε μια «αποτυχία». Ο γ.γ. του ΟΗΕ δεν θα διακινδυνέψει το πολιτικό κεφάλαιό του εξαιτίας μιας νέας αποτυχίας. Θέλει να λάβει ορισμένες εγγυήσεις πριν ξεκινήσει τη συζήτηση αυτή. Ούτε θα ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με ανοιχτό τέλος. Θα βάλει σαφές χρονοδιάγραμμα.


Τι εγγυήσεις θέλει ο γ.γ. ; Θέλει μία εγγύηση από την Τουρκία και μία εγγύηση από την ελληνοκυπριακή ηγεσία, που είναι οι βασικοί συζητητές.


Η Τουρκία το τελευταίο διάστημα έχει φέρει στην επιφάνεια μια νέα πολιτική για το Κυπριακό, που είναι η «λύση των δύο κρατών». Λέει ότι απέτυχαν οι συνομιλίες για μια ομοσπονδία που έγιναν μέχρι τώρα.


Όλες οι προτάσεις λύσεων μέχρι τώρα ήταν ομοσπονδιακές. Ομοσπονδία σημαίνει ότι το νέο κυπριακό κράτος που θα προκύψει από τη συμφωνία θα αποτελείται από δύο Πολιτείες, όπως είναι στην Αμερική τα States. Θα υπάρχει μια μεγάλη Πολιτεία στον Νότο που θα είναι υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και μια μικρότερη Πολιτεία στον Βορρά που θα είναι υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Θα υπάρχει επίσης μια κεντρική κυβέρνηση του κράτους, στην οποία θα ανατεθούν ορισμένες αρμοδιότητες.


Ο γ.γ. του ΟΗΕ από τη μεν Τουρκία θέλει την εγγύηση ότι δεν θα επιμείνει στη «λύση δύο κρατών», ενώ από την ελληνοκυπριακή πλευρά θέλει μια σαφή, έμπρακτη εγγύηση ότι εννοεί πραγματικά την «πολιτική ισότητα».


Η Τουρκία ξέρει ότι η «λύση δύο κρατών» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή διεθνώς. Τη χρησιμοποιεί για διαπραγματευτικούς λόγους. Δεν θα την αποσύρει πριν από τις συνομιλίες, αλλά μέσα στις συνομιλίες για το Κυπριακό, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αν λάβει τα κατάλληλα ανταλλάγματα μπορεί να το κάνει. Και μάλιστα, η τουρκική ηγεσία έχει διαμηνύσει στον σημερινό Τουρκοκύπριο ηγέτη Ερσίν Τατάρ, ο οποίος είναι αδιάλλακτος, να μην κάνει πολύ σκληρές δηλώσεις, γιατί «δένει τα διπλωματικά χέρια» της Τουρκίας.


Δηλαδή αν θέλει η Τουρκία να προχωρήσει, είναι πολύ πιθανό να παραμερίσει κάποια στιγμή τον Τατάρ, εάν πάνε όλα καλά στις διαπραγματεύσεις. Οταν ήρθε το Σχέδιο Ανάν (2004), ο Ερντογάν παραμέρισε τον ιστορικό ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, τον Ραούφ Ντενκτάς, τον κακό δαίμονα του Κυπριακού, διότι είχε σχεδόν βρεθεί μια λύση. Αρα μπορεί να το κάνει και τώρα. Υπάρχουν προοδευτικές δυνάμεις στην τουρκοκυπριακή Κοινότητα, η οποία έχει εκλογές μέσα στο 2025 και μπορεί να αναδειχθούν τότε.


Η ελληνοκυπριακή ηγεσία πρέπει να εγγυηθεί την «πολιτική ισότητα». Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, στα οποία εμείς στην Ελλάδα ομνύουμε, μιλούν για διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Κάθε ομοσπονδία βασίζεται στην πολιτική ισότητα. Στις ΗΠΑ, η μικροσκοπική Πολιτεία του Βερμόντ είναι ίση πολιτικά με την τεράστια Πολιτεία της Καλιφόρνιας. Σημαίνει λοιπόν ότι μιλάμε για ένα «συνεταιρικό κράτος».


Αυτό σημαίνει ότι όλοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, θα συμμετέχουν στη λήψη όλων των αποφάσεων που αφορούν το κοινό κράτος, έχοντας μια ευρεία αυτονομία για τις δικές τους υποθέσεις στην περιοχή τους, και ότι δεν μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις που είναι σε βάρος της μιας από τις δύο πλευρές, δηλαδή να αγνοείται η μία από τις δύο πλευρές. Αυτό είναι πολιτική ισότητα σε ένα κοινό συνεταιρικό κράτος. Αυτή περιλαμβάνει την «εκ περιτροπής» προεδρία του κράτους (από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους), καθώς και τη συμφωνία τουλάχιστον ενός Τουρκοκύπριου υπουργού στις αποφάσεις που θα λαμβάνονται στο κοινό υπουργικό συμβούλιο του κεντρικού κράτους. Σε αυτά πρέπει να δεσμευτεί η ελληνοκυπριακή ηγεσία.


Άρα λοιπόν ο γ.γ. του ΟΗΕ, μέσα από τις συζητήσεις που γίνονται, περιμένει μία εγγύηση από την Τουρκία και μία από την ελληνοκυπριακή ηγεσία για να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις. Οι πλευρές πρέπει να τις δώσουν, για να προχωρήσει ο γ.γ. του ΟΗΕ σε αυτές τις διαπραγματεύσεις.


* Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ



>>

Μπορεί η Ευρώπη να γίνει «μεγάλη» ; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2025-03-12 13:03
"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ" 
 

 
 
 
 
 
 
Μπορεί η Ευρώπη να γίνει «μεγάλη»;

 

 

 
 
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

 

 
1. Η μακρά περίοδος των ψευδαισθήσεων τελείωσε:
 
  • Η ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να βασίζεται επ' αόριστον στην αμερικανική προστασία εντός του ΝΑΤΟ 
 
  • Η ψευδαίσθηση ότι ένας παγκοσμιοποιημένος κόσμος θα μπορούσε να εγγυηθεί την ειρήνη και τη σταθερότητα μέσω της απελευθέρωσης του εμπορίου και της οικονομικής αλληλεξάρτησης.
 
  • Η ψευδαίσθηση ότι το δημοκρατικό μοντέλο έμελλε να επικρατήσει παντού, οδηγούμενο από το άνοιγμα της αγοράς και τη διάδοση των νέων τεχνολογιών.

 

Δύο γεγονότα ανάγκασαν τους Ευρωπαίους -και τον κόσμο- να ανοίξουν τα μάτια τους: η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά τις διαφορές τους, και τα δύο γεγονότα έχουν σημαδέψει οριστικά την πτώση της διεθνούς τάξης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία βασίστηκε στον έλεγχο της χρήσης βίας, στη δημιουργία πολυμερών οργανισμών και στην ενίσχυση της βαθύτερης οικονομικής αλληλεξάρτησης.

 

α. Από τη μια πλευρά, η Ρωσία επέστρεψε στην ανοιχτή άσκηση της πολιτική ισχύος: στην Ουκρανία εισέβαλε απλά γιατί βρίσκεται μέσα στην σφαίρα επιρροής της και ως εκ τούτου αντιμετωπίζεται ως «ιδιοκτησία» της, ανεξάρτητα από την επιθυμία του τοπικού πληθυσμού να πλησιάσει την Ευρώπη. 

 

Αυτή η επιθετικότητα κατέστη δυνατή χάρη στην υποστήριξη των συμμαχικών απολυταρχιών -κυρίως της Κίνας, του Ιράν και της Βόρειας Κορέας- τα οποία έχουν προμηθεύσει τη Ρωσία με σημαντικούς οικονομικούς, υλικούς και ανθρώπινους πόρους για να διατηρήσει την πολεμική της προσπάθεια και να αντέξει τις δυτικές κυρώσεις.

 

Αυτά τα αυταρχικά καθεστώτα επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα «προηγούμενο» που νομιμοποιεί τις δικές τους ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες, ανοίγοντας το δρόμο για νέες στρατιωτικές επεμβάσεις στην Ασία σε βάρος των ασθενέστερων γειτόνων τους. 

 

 

β. Από την άλλη πλευρά, η Αμερική του Τραμπ εγκαταλείποντας ουσιαστικά τον ρόλο της ως ηγέτης του ελεύθερου κόσμου, επέλεξε μια ριζική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική

 

Δεν επιδιώκει πλέον κοινές λύσεις μέσω παγκόσμιων φόρουμ, αλλά αντίθετα εμπλέκεται σε σχέσεις που βασίζονται αποκλειστικά στην οικονομική και στρατιωτική ισχύ.

 

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, καθώς και το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, σηματοδοτούν το τέλος της    δι-κομματικής αμερικανικής υποστήριξης για την πολυμέρεια και την αρχή μιας νέας εθνικιστικής πορείας, επικεντρωμένης στην επιβολή διμερών «συμφωνιών» σε μεμονωμένες χώρες -είτε συμμάχους, είτε αντιπάλους.

 

Ακόμη πιο δυσοίωνο, οι αξιώσεις του Τραμπ για τη Διώρυγα του Παναμά, τον Καναδά και τη Γροιλανδία απηχούν τη ρητορική του Πούτιν για την Ουκρανία και τα πρώην σοβιετικά εδάφη, καθώς και τις αξιώσεις της Κίνας για την Ταϊβάν, πράγμα που τις δικαιολογεί. Αυτό σηματοδοτεί την επιστροφή της πολιτικής ισχύος, όπου η οι ισχυροί υπαγορεύουν όρους και οι αδύναμοι πρέπει να συμμορφώνονται. 


 

 2. Για την Ευρώπη, αυτό είναι ένας εφιάλτης που έγινε πραγματικότητα. Από τη δεκαετία του 1990, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομήσει ένα οικονομικό και θεσμικό μοντέλο που βασίζεται σε εντελώς διαφορετικές γεωπολιτικές παραδοχές: σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις, άνοιγμα της αγοράς, διάδοση των κανονιστικών της προτύπων, διάλογος και συνεργασία μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και ενίσχυση διεθνών οργανισμών.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο του «τέλους της Ιστορίας», η ΕΕ πίστευε ότι θα μπορούσε να ευημερήσει με τη μείωση των στρατιωτικών δαπανών, τον εμπλουτισμό μέσω εξαγωγών στην Κίνα και τις ΗΠΑ, ακόμη και καλλιεργώντας την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, ελπίζοντας να «δαμάσει» τον επικίνδυνο γείτονά της μέσω της οικονομικής αλληλεξάρτησης.

 

 

 

Για τους ίδιους λόγους, η ενίσχυση της πολιτικής ολοκλήρωσης με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων στην ΕΕ κρίθηκε περιττή, δικαιολογώντας την επιθυμία των κρατών μελών να διατηρήσουν την κυριαρχία σε βασικούς τομείς όπως η άμυνα, η εξωτερική πολιτική και η φορολογία. 

 

 Αυτό το μοντέλο –που ενσαρκώθηκε πάνω απ’ όλα από τη Γερμανία επί Σρέντερ και Μέρκελ– έχει πλέον καταρρεύσει, αφήνοντας την Ευρώπη εύθραυστη, αποπροσανατολισμένη και εκτεθειμένη σε σοβαρές απειλές σε πολλαπλά μέτωπα.


 

α. Το πρώτο μέτωπο είναι η ασφάλεια: η Ρωσία τώρα ακολουθεί ανοιχτά μια επιθετική πολιτική με στόχο την ανάκτηση εδαφών που χάθηκαν με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

 

Η μετατροπή της σε «οικονομία εν καιρώ πολέμου», η ολοένα και πιο βάναυση καταστολή των αντιφρονούντων και οι ενισχυμένες στρατιωτικές συνεργασίες με το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα υποδηλώνουν ότι το Κρεμλίνο εφαρμόζει μεθοδικά μια νεο-αυτοκρατορική στρατηγική που βασίζεται στη βία.

 

Εν τω μεταξύ, τρία χρόνια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει για μια άμεση συμφωνία με τον Πούτιν, χωρίς τη συμμετοχή ούτε του Κιέβου ούτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Σύμφωνα με μια τέτοια συμφωνία, η Ρωσία θα μπορούσε ουσιαστικά να διατηρήσει το έδαφος που έχει ήδη καταλάβει, με αντάλλαγμα αόριστες υποσχέσεις για μη επέκταση.

 Αυτή είναι μια πραγματική πολιτική «κατευνασμού» που σίγουρα δεν θα μπορέσει να εξουδετερώσει τους στόχους του Πούτιν σε νέα εδάφη, στοχεύοντας πιθανώς τη Μολδαβία, τη Γεωργία, ακόμη και, μια μέρα, τα κράτη της Βαλτικής.

 

 

β. Το δεύτερο μέτωπο είναι οικονομικό: η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε αναμφισβήτητη παρακμή λόγω του πολιτικού κατακερματισμού και της τάσης των κρατών μελών να δίνουν προτεραιότητα στα εθνικά συμφέροντα έναντι των κοινών πολιτικών.

 

 

 Αυτό που επιδεινώνει αυτό το πρόβλημα —συχνά ως αποτέλεσμα της έλλειψης ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής διακυβέρνησης— είναι οι γραφειοκρατικές ακαμψίες, η ελλιπής εσωτερική αγορά και η βραδύτητα στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων. Ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα κάνουν τεράστιες επενδύσεις στην ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη και τη βιομηχανική παραγωγή, η Ευρώπη δυσκολεύεται να διατηρήσει το ρυθμό.

 

Δεν διαθέτει κοινή επενδυτική ικανότητα, παραμένει δεσμευμένη από αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, υποφέρει από κατακερματισμένη κεφαλαιαγορά και αντιμετωπίζει ανεπαρκή τεχνολογική καινοτομία και συνεχή εξάρτηση από εξωτερική ενέργεια και στρατηγικές πρώτες ύλες.

 

Χωρίς αποφασιστική στροφή, η προοδευτική διάβρωση της βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης της Ευρώπης θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην απασχόληση, την ευημερία και την κοινωνική συνοχή — υπονομεύοντας τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας.

 

 
γ. Το τελευταίο, και ίσως πιο καθοριστικό, μέτωπο είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό: η άνοδος αντιευρωπαϊκών και εξτρεμιστικών δυνάμεων στην κοινή γνώμη και στους θεσμούς. Αυτά τα κόμματα, αξιοποιώντας τη ρητορική κατά της μετανάστευσης και της ασφάλειας, έχουν κατακτήσει μεταξύ 20% και 35% των προθέσεων των ψηφοφόρων, αποκτώντας αυξανόμενη επιρροή στην πολιτική συζήτηση.

 

Μερικά από αυτά τα κινήματα είναι ήδη στην κυβέρνηση, ενώ άλλα φιλοδοξούν να αναλάβουν την εξουσία, και τώρα έχουν βρει έναν νέο ηγέτη στον Έλον Μασκ - τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου, έναν σύμβουλο του Προέδρου Τραμπ, επικεφαλής του Τμήματος Αποτελεσματικότητας του Λευκού Οίκου και χειραγωγό της κοινής γνώμης μέσω της προσωπικής του πλατφόρμας μέσων κοινωνικής δικτύωσης, «X».

 

Είναι ο ίδιος ο Musk που, αφού υποστήριξε ανοιχτά ακροδεξιά κόμματα όπως το Alternative für Deutschland - AfD της Γερμανίας, λάνσαρε το σύνθημα «MAKE EUROPE GREAT AGAIN", συσπειρώνοντας εθνικιστικές και εξτρεμιστικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. 

 

Ο στόχος του είναι ξεκάθαρος: να παράσχει μέσα ενημέρωσης και οικονομική υποστήριξη σε ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα που, μόλις ανέβουν στην εξουσία, θα διαλύσουν την ΕΕ και θα επιστρέψουν σε μια Ευρώπη των εθνικών κρατών. 


Ακόμη πιο σοκαριστικό, ο ίδιος ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, J. D. Βανς, επιτέθηκε ευθέως στην Ευρώπη στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου, δείχνοντας ότι οι πραγματικοί εχθροί της δεν ήταν η Ρωσία ή η Κίνα, αλλά οι κανόνες της ΕΕ για την καταπολέμηση των ψεύτικων ειδήσεων και της ρητορικής μίσους, οι οποίες, όπως είπε, αποτελούν απαράδεκτη λογοκρισία.

 

Δίχως να περιοριστεί εκεί, ο Βανς κάλεσε ανοιχτά τους Γερμανούς και τους Ευρωπαίους πολιτικούς να συνεργαστούν με ακροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες προς το παρόν τηρούνται σε απόσταση ασφαλείας από το συνταγματικό τόξο. 

 


 

3. Μπροστά σε αυτούς τους σοβαρούς κινδύνους και τις πρωτοφανείς επιθέσεις, οι λύσεις υπάρχουν, ευτυχώς, έχουν ήδη περιγραφεί σε πρόσφατες εκθέσεις: στην Έκθεση Λέτα για την εσωτερική αγορά, την Έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα και την Έκθεση Νιινίστο για την ασφάλεια.

 

Το μήνυμα είναι σαφές: η ΕΕ πρέπει να υποστεί ριζικές αλλαγές. Πρέπει να υιοθετήσει κανονισμούς και πρωτοβουλίες για τη χρηματοδότηση και την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, να ολοκληρώσει την ένωση κεφαλαιαγορών, να ενθαρρύνει στρατηγικές επενδύσεις σε πράσινες και ψηφιακές μεταβάσεις και να ενισχύσει τη στρατιωτική υποστήριξη για την Ουκρανία.

 

Ταυτόχρονα, αυτά τα επείγοντα μέτρα πρέπει να συνοδεύονται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις της ΕΕ που να αντιμετωπίζουν δύο κρίσιμες προτεραιότητες: τη δημιουργία αυτόνομης δημοσιονομικής ικανότητας της ΕΕ και τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, μέσα από την κατάργηση του δικαιώματος "βέτο" μεμονωμένων κρατών-μελών.

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότεινε μια τέτοια μεταρρύθμιση τον Νοέμβριο του 2023. Τώρα εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να το υποστηρίξει και να πιέσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να προχωρήσει στις αναθεωρήσεις των Συνθηκών. 

 

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη λύσεων αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή τους.

 

Εάν αυτές οι πολλαπλές κρίσεις δεν αξιοποιηθούν ως ευκαιρία για την ενίσχυση της πολιτικής ενοποίησης, ο πραγματικός κίνδυνος είναι η διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

 

·         είτε με ορισμένες κυβερνήσεις να υποκύπτουν στις «σειρήνες» του Τραμπ, διασπώντας έτσι το κοινό μέτωπο,

 

 

·         είτε με την επιλογή μιας «πραγματιστικής» προσέγγισης που θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο σε παθητική αποδοχή όλων των απαιτήσεων του Λευκού Οίκου σε θέματα αγοράς φυσικού αερίου και οπλισμού, αποσυναρμολόγησης των κανονιστικών προτύπων της ΕΕ και, γιατί όχι, στον de facto έλεγχο της Γροιλανδίας.

 

Σε τελική ανάλυση, για να γίνει η Ευρώπη πραγματικά «μεγάλη», δεν πρέπει να στραφούμε στις «μικρές πατρίδες» του παρελθόντος: ο εθνικισμός δεν υπήρξε ποτέ φορέας μεγαλείου, αλλά, αντιθέτως, στις ακραίες του συνέπειες, οδήγησε στην οικονομική, πολιτική και ηθική καταστροφή της Ευρώπης. 

 

Αν στόχος είναι το αληθινό «μεγαλείο», τότε αυτό πρέπει να οικοδομηθεί στο μέλλον: μόνο μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη μπορεί να επιβιώσει και να ευημερήσει στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, κατακτώντας εκείνη την "κυριαρχία" (sovereignty) την οποία τα μεμονωμένα εθνικά κράτη μπορούν μόνο ψευδαίσθηση να τρέφουν ότι εξακολουθούν να κατέχουν.

 

 

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ
 
 
 
 
 
 
 
>>

How will Europe respond? / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "EUROPEAN INTEREST"

2025-03-10 15:17

EUROPEAN INTEREST", 10/3/2025 

www.europeaninterest.eu/how-will-europe-respond/

 

How will Europe respond?

The aggression and humiliation that Europeans are suffering at the hands of the Trump Administration leave no room for doubt or speculation. A dual attack is underway: on European security — now seen as nothing more than a burden by Washington, which has no problem to decide together with Putin about the future of our continent, starting with Ukraine; and on democracy — also regarded as an obstacle to the project of a new autocratic and populist international order.

For Europe, the darkest hour has returned; and this time, there are no saviours to call for help. Europe can only count on itself and must decide whether to remain passive and allow itself to be destroyed or to react.

At this moment, the greatest drama in and for Europe is that no one has the power to decide how to react. The European institutions do not: the President of the European Commission, Ursula von der Leyen, despite her attempt to represent the EU, has a very limited margin of action, constrained by the mandate given to her by the 27 member states, which are always divided and in conflict with each other. It is the member states that remain the sole primary source of law and power in Europe, as governments never tire of emphasising; but in turn, national governments alone do not have the capacity to react, as each is too weak when faced with threats and dangers.

Given this situation, the only way to send an effective political signal to Trump and Putin is to go beyond the legal and political framework that currently governs the EU. For years, Europe has debated the need to become capable of acting as one; the path forward has been clearly outlined, starting with the Conference on the Future of Europe. There is no more time left.

It is up to the most responsible governments to find the courage to lead the way. In light of the opening of negotiations between the U.S. and Russia for the partition of Ukraine, what alternatives remain? The future of Ukraine is at stake, and with it, the future of Europe itself. If Europeans cannot provide Ukraine with support and the certainty of a future within the Union, the European Union itself will be overwhelmed. It is imperative to move beyond the framework of 27, which progresses too slowly and insufficiently, and begin constructing, among the willing, not just sectoral projects (which experience has shown to be inadequate) but a coherent, unified strategy to ensure both internal and external security.

This is also the recommendation found in the Niinistö and Draghi reports, which emphasise the need to prioritise the development of comprehensive and coherent strategies. Right now, citizens want a common defence, as confirmed by surveys with overwhelmingly high percentages; and many European states are already directly threatened by Russia. Yet, the projects that have been launched over the decades have neither worked in the past nor are taking off now. The only current alternative seems to be the individual rearmament of countries, aiming to increase integration and interoperability but only on a voluntary basis and without challenging national decision-making primacy. Moreover, under these conditions, the rush to rearm will inevitably result in a significant portion of new defence investments being spent on purchasing arms and technology from third countries, primarily the U.S.

The failures and limitations of the sectoral approaches attempted so far make it clear that building autonomous security and defence requires strong political will for integration, which is essential to address two crucial issues: developing a collective strategy based on a shared analysis of priority threats and interests to be protected; and mobilising significant financial resources. Whatever model is chosen to build a European armed force (and there are no shortages of proposals, starting with the 28th Army proposal put forward by SPD Bundestag members in 2020), it must be acknowledged that, in parallel, the formation of a unified political leadership is necessary—one capable of representing the common interest and making political decisions accordingly.

The European institutions lack both the competence and the resources to immediately develop such an ambitious project; governments, however, are sovereign and can decide to proceed. There are two possible paths.

One option is to push the legal framework of existing treaties (such as Permanent Structured Cooperation) to create new decision-making bodies within the EU capable of making majority decisions on joint defence investments and military deployments, involving the Commission and Parliament in this embryonic supranational European government within the EU.

Alternatively, willing governments can choose to establish this new cooperation outside of the Treaties, with the goal of creating a common governing body. In this case, they can still find ways to involve the Commission, using the 2012 European Stability Mechanism as a precedent; subsequently, they could open negotiations to incorporate the new structure into the Union, implementing the necessary institutional reforms.

Both options, particularly the second, depend solely on the political will of the governments most aware of the value of European unity and the stakes involved in Ukraine. These steps can be taken immediately. There is no other way at this moment to ensure our security and the future of our freedom and democracy.

In a world of great autocratic imperial powers, the only way to save democracy and freedom is to counterbalance them with the political weight of a great democratic and federal state. It is, first and foremost, up to European governments to build it—by taking the first steps now, starting with the urgent need to ensure security for their citizens and partners. Failing to do so means condemning them to a future of political and moral misery.

*Theodoros TSIKAS is Political Scientist – International Relations Expert, Vice-President of the Greek Union for the Federation of Europe –EEnOE / UEF Greece

>>

"Τώρα είναι η στιγμή της Ευρώπης " / Άρθρο στην Huffington Post

2025-03-06 19:20

"HUFFINGTON POST"

https://www.huffingtonpost.gr/entry/tora-einai-e-stiyme-tes-eeropes_gr_67c9702de4b0bdda614fa87f 


Τώρα είναι η στιγμή της Ευρώπης

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

Έχει περάσει λίγο περισσότερο από ένας μήνας από την ορκωμοσία του Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ και έχει ήδη καταστεί απολύτως σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ δεν είναι σύμμαχοί μας.

Δεν χρειάζεται να θυμηθούμε τις αρχικές επεκτατικές δηλώσεις του για τη Διώρυγα του Παναμά, τον Καναδά ή τη Γροιλανδία, τις απειλές για εμπορικούς πολέμους, τον άμεσο διάλογο με τον αυταρχικό ηγέτη Πούτιν, ο οποίος ευθύνεται για τον σοβαρότερο επιθετικό πόλεμο στην Ευρώπη από το 1945, ή την επίθεση του Αμερικανού αντιπροέδρου Βανς στην ευρωπαϊκή δημοκρατία.


Όσον αφορά την ευρωπαϊκή εδαφική άμυνα, είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες -και ως εκ τούτου- ούτε στο ΝΑΤΟ, όπως το είχαμε αντιληφθεί μέχρι σήμερα, έναν Οργανισμό που θα εισέλθει σε περίοδο "χειμερίας νάρκης" για τα επόμενα τέσσερα χρόνια τουλάχιστον.


Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτον, χρειάζεται συλλογική συνειδητοποίηση αυτής της νέας πραγματικότητας. Ορισμένοι από τους ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να βγουν από τη σύγχυσή τους. Κάποιοι αρνούνται να δεχτούν ότι οι Αμερικανοί υπό την ηγεσία Τραμπ δεν είναι φίλοι μας. Πρόκειται για καθαρή φαντασίωση. Όπως η Βρετανία το 1940, η Ευρώπη στέκεται μόνη της μπροστά στον κίνδυνο και πρέπει να αναλάβει πρώτη την ευθύνη να βοηθήσει την Ουκρανία και να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και ασφάλεια.


Δεύτερον, πρέπει να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή οικονομική και στρατιωτική υποστήριξή προς την Ουκρανία. Η αμερικανική βοήθεια μέχρι στιγμής ήταν κρίσιμη, αλλά δεν είναι αναντικατάστατη. Στην πραγματικότητα, το συνολικό ποσό της ευρωπαϊκής βοήθειας είναι ήδη υψηλότερο. Υπάρχουν σε ευρωπαϊκά χέρια τουλάχιστον 200 δισεκατομμύρια ευρώ από τα δεσμευμένα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία του επιτιθέμενου κράτους. Η Γερμανία πρέπει να παραδώσει τους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς Taurus και πρέπει να αρθεί κάθε περιορισμός στη χρήση όπλων κατά ρωσικών συμβατικών στρατιωτικών στόχων. Πρέπει να εμβαθύνουμε τις κυρώσεις κατά του ρωσικού πετρελαϊκού "στόλου-φάντασμα" και του έμμεσου εμπορίου μέσω της Κεντρικής Ασίας.


Τρίτον, πρέπει να αντιμετωπιστεί η διπλή γεωοικονομική και γεωστρατηγική απειλή που θέτει ο Τραμπ. Με ένα νέο ευρωπαϊκό σχέδιο που θα χρηματοδοτείται από «κοινό χρέος» και νέους "ίδιους" πόρους για να καλυφθεί το κενό τεχνολογίας, επενδύσεων και ανταγωνιστικότητας, που εντοπίζεται στην Έκθεση του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Τράπεζας Εξοπλισμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση το έκανε αυτό λόγω της πανδημίας του Covid. Τώρα αντιμετωπίζει και πάλι μια υπαρξιακή πρόκληση.


Αλλά δεν θα διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή συλλογική άμυνα μόνο με την κοινή παραγωγή όπλων. Πρέπει να ενισχυθεί η πολιτική ένωση της Ευρώπης, καταργώντας τα εθνικά "βέτο" και δημιουργώντας έναν ευρωπαϊκό πυλώνα στο ΝΑΤΟ, τον οποίο θα μπορούμε να ενεργοποιήσουμε ανεξάρτητα από την Ουάσιγκτον. Αυτό μπορεί να γίνει εφαρμόζοντας τις νομικές βάσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, ενώ παράλληλα θα μεταρρυθμίζουμε την Συνθήκη με ομοσπονδιακή προοπτική.



* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ

>>

Θόδωρος Τσίκας / Τι σημαίνουν για ΕΕ και ΗΠΑ τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ Anatropi News

2025-02-26 15:57

Θόδωρος Τσίκας / Τι σημαίνουν για ΕΕ και ΗΠΑ τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών

Anatropi News 

 

www.anatropinews.gr/2025/02/26/%ce%b8%cf%8c%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%83%ce%af%ce%ba%ce%b1%cf%82-%cf%84%ce%b9-%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b1%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%85%ce%bd-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%ce%b5-%ce%ba%ce%b1%ce%b9/

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

Οι εκλογές στη Γερμανία δεν μπορεί παρά να αποτελούν μείζον γεγονός, καθώς αφορούν την πολυπληθέστερη και οικονομικά ισχυρότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ευρισκόμενη στο κέντρο της ευρωπαϊκής ηπείρου μπορεί να έχει και γεωπολιτική επίδραση.

 

Είναι γνωστό πως η Γερμανία μαζί με τη Γαλλία αποτελούν την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Άρα η συγκρότηση σταθερών κυβερνήσεων στις δύο αυτές χώρες είναι αναγκαία για την επανεκκίνηση της Ε.Ε. Τόσο διότι συνεχίζεται ένας ανοιχτός πόλεμος στην καρδιά της Ευρώπης, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όσο και λόγω της προσπάθειας του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να υποβαθμίσει τον ρόλο των ευρωπαϊκών χωρών. 

Το γεγονός ότι ο επικεφαλής του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Φρίντριχ Μερτς, θα είναι ο νέος καγκελάριος, μάλλον σε συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες (πιο δύσκολα και με τους Πράσινους), πρέπει να τύχει ανάλυσης τόσο στο εσωτερικό γερμανικό επίπεδο, όσο και διεθνώς -κυρίως όσον αφορά τον ρόλο της Γερμανίας στην Ε.Ε., όσο και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Εδώ θα αναφερθούμε στις διεθνείς επιδράσεις. 

Εάν ο Μερτς μπορέσει να σχηματίσει μια σταθερή κυβέρνηση, αυτό θα αποτελέσει μια σημαντική ένεση σταθερότητας για την ΕΕ από το μεγαλύτερο κράτος- μέλος της. Σε μια εποχή τεράστιας αστάθειας, δύσκολων ευρω-ατλαντικών σχέσεων και θεμελιωδών προκλήσεων για την ασφάλεια και την οικονομία της Ευρώπης, η Ευρώπη απλά δεν μπορεί πλέον να αντέξει μια Γερμανία που λείπει από τη δράση – τόσο ως πολιτικό ειδικό βάρος, όσο και ως οικονομική μηχανή.

 

Ο Μερτς, ως αφοσιωμένος Ευρωπαίος, μπορεί να προσφέρει μια νέα αρχή αν παίξει σωστά τα χαρτιά του. Η επαναπροσέγγιση με τη Γαλλία και τα έγκαιρα και πειστικά μηνύματα προς την Πολωνία και τους εταίρους στη Σκανδιναβία και την Βαλτική Θάλασσα, θα μπορούσαν να δώσουν έναν νέο τόνο σε βασικές πρωτοβουλίες.

Το τι θα κάνει η Ευρώπη στη συνέχεια θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν ο Μερτς μπορεί να πείσει το κόμμα του και τους ανθρώπους του να υποστηρίξουν κάποιες δημιουργικές λύσεις. Αυτό θα χρειαστεί, ώστε να αντιμετωπιστούν ζητήματα όπως η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, η συνεργασία για κοινή ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η χρηματοδότηση τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο πλαίσιο ενός νέου προϋπολογισμού της ΕΕ, καθώς και μια πιθανή πρωτοβουλία για κοινό ευρωπαϊκό χρέος. Αυτό θα απαιτήσει ευελιξία που θα παρακάμπτει ορισμένα γερμανικά “δόγματα”. 

Ο Μερτς το βράδυ των εκλογών υποσχέθηκε να ενισχύσει την ανεξαρτησία της Γερμανίας και της Ευρώπης έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό θα μπορούσε να ταιριάζει σε κάποια από τα αιτήματα της κυβέρνησης Τραμπ, αν σημαίνει μια ώθηση για την ενίσχυση των γερμανικών αμυντικών δυνατοτήτων και μια νέα ενεργειακή πολιτική που θα εστιάζει στα μεταβατικά καύσιμα.

Ο Τραμπ και η ομάδα του θα πρέπει να περιμένουν μια πεισματικά φιλοευρωπαϊκή Γερμανία που δεν θα πάρει αψήφιστα οποιονδήποτε αντιληπτό εκφοβισμό των ΗΠΑ. Ο Μερτς έχει ήδη πει ότι η ανάμειξη των ΗΠΑ στις εκλογές της Γερμανίας μέσω του Μασκ και του Βανς ήταν εξίσου «θρασύτατη» με εκείνη της Μόσχας. Επίσης, άσκησε έντονη κριτική στον Λευκό Οίκο για τον αποκλεισμό της Ευρώπης  από τις ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία.    

 

Ο Μερτς θα μπορούσε ίσως να κάνει μια νέα αρχή με την Ουάσινγκτον – υπό την προϋπόθεση όμως ότι η νέα αμερικανική κυβέρνηση δεν του το κάνει πρόωρα πολύ δύσκολο για το εσωτερικό της χώρας. Το κύριο θέμα εδώ είναι οι απειλές για επιβολή δασμών, στους οποίους θα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη η παραπαίουσα, εξαρτώμενη από τις εξαγωγές οικονομία της Γερμανίας. Ένας μελλοντικός καγκελάριος Μερτς θα είναι λιγότερο πιθανό να σπάσει την αλληλεγγύη της ΕΕ, που θα έχει στόχο μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση. 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

Προϊόντα: 1 - 50 από 228

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>

Αναζήτηση στο site

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα