Θόδωρος Τσίκας - Theodoros TSIKAS


  • Αρχική Σελίδα
  • Σχετικά με Eμάς
  • Επικοινωνία
  • Νέα
  • Έκθεση Φωτογραφιών
  • Blog- ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ

Αρχική Σελίδα > Blog- ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ

Blog

"Η ώρα του πολιτικού ρεαλισμού στο Κυπριακό"/ "Η Εφημερίδα των Συντακτών", 15/7/2026

2026-07-15 19:24
"Η ώρα του πολιτικού ρεαλισμού στο Κυπριακό"
 
 
"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 15/7/2026
 
www.efsyn.gr/stiles/1428019/i-ora-toy-politikoy-realismoy-sto-kypriako/
 
 
 

Η ώρα του πολιτικού ρεαλισμού στο Κυπριακό

 
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ, πολιτικού επιστήμονα-διεθνολόγου, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 
 
Η νέα προσπάθεια στο Κυπριακό από την προσωπική απεσταλμένη του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Άνχελα Ολγίν, δεν επιχειρεί απλώς αναβίωση Σχεδίων του παρελθόντος. Συζητείται ένα πιο ευέλικτο ομοσπονδιακό σχήμα, με δύο «συνιστώντα κρατίδια» που θα έχουν εκτεταμένες αρμοδιότητες αυτοδιοίκησης, και με μία «περιορισμένη» κεντρική κυβέρνηση επιφορτισμένη με εξωτερικές σχέσεις, ευρωπαϊκή εκπροσώπηση, μακροοικονομική συνοχή και ασφάλεια. Λιγότερες κοινές αρμοδιότητες σημαίνουν λιγότερες πιθανότητες θεσμικής παράλυσης και περισσότερες δυνατότητες συνεννόησης.
 
 
Οι δύο Κοινότητες θα έχουν μεγαλύτερο βαθμό αυτοδιαχείρισης, ενώ θα μοιράζονται μόνο εξουσίες απαραίτητες για τη διεθνή παρουσία και τη λειτουργία ενός κοινού «συνεταιρικού κράτους» μέσα στην Ε.Ε. Πρόκειται για προσπάθεια συμβιβασμού ανάμεσα στην ανάγκη των Ελληνοκυπρίων για λειτουργικότητα και στην απαίτηση των Τουρκοκυπρίων για πολιτική ισότητα.
 
 
Καμία συμφωνία δεν θα καταστεί βιώσιμη εάν δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά την πολιτική ισότητα των Τουρκοκυπρίων. Η πολιτική ισότητα δεν αποτελεί παραχώρηση της μίας Κοινότητας προς την άλλη. Αποτελεί αναγκαία συνθήκη για δημιουργία κοινού πολιτειακού πλαισίου, στο οποίο οι δύο πλευρές θα αισθάνονται ασφαλείς και πολιτικά κατοχυρωμένες. Η έμφαση μετατοπίζεται στη δημιουργία μηχανισμών που επιτρέπουν ουσιαστική συμμετοχή και των δύο Κοινοτήτων στις αποφάσεις, χωρίς να οδηγούν σε συστηματικά αδιέξοδα.
 
 
Η απαίτηση των Ελληνοκυπρίων για λειτουργικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η πρόκληση είναι να διαμορφωθούν θεσμοί που θα συνδυάζουν «αποτελεσματική συμμετοχή» των Τουρκοκυπρίων, με αποφυγή των αδιεξόδων που στο παρελθόν τροφοδότησαν αμοιβαίες φοβίες και καχυποψία. Η συζήτηση για περιορισμένες κοινές αρμοδιότητες, για συλλογικά σχήματα διακυβέρνησης και για μηχανισμούς επίλυσης διαφορών κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.
 
 
Η προσέγγιση επιχειρεί να καταστήσει τη Συμφωνία πολιτικά και κοινωνικά βιώσιμη, ήδη από τα πρώτα στάδια εφαρμογής της. Η επιστροφή εδαφών στην ελληνοκυπριακή πλευρά, με πρώτη αναφορά στο Βαρώσι (Αμμόχωστος) αλλά και σε άλλες περιοχές που είχαν συζητηθεί σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις, η σταδιακή άρση εμποδίων στις μεταφορές και το εμπόριο της τουρκοκυπριακής πλευράς, καθώς και η δημιουργία κοινών ενεργειακών υποδομών, δεν αντιμετωπίζονται ως τελικό αποτέλεσμα της λύσης, αλλά ως μέρος μεταβατικής διαδικασίας οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις διάρκειας δύο ή τριών ετών, σταδιακή εναρμόνιση της τουρκοκυπριακής Κοινότητας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, και μέτρα που θα επιτρέψουν στις δύο πλευρές να βιώσουν έμπρακτα τα οφέλη της επανένωσης.
 
 
Η ευρωπαϊκή διάσταση προσφέρει δυνατότητες που δεν υπήρχαν σε προηγούμενες δεκαετίες. Η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την Κύπρο θα λειτουργούσε ως ισχυρός μηχανισμός προστασίας δικαιωμάτων, δημοκρατικών εγγυήσεων και ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Μια πιο ευέλικτη μορφή ομοσπονδιακής οργάνωσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποχώρηση, αλλά ως δημιουργική προσαρμογή στις πραγματικότητες του 21ου αιώνα.
 
 
Στο «πακέτο» περιλαμβάνεται η αναζήτηση νέων μορφών συλλογικής ασφάλειας. Είτε μέσω ενός ισχυρότερου ευρωπαϊκού πλαισίου ασφάλειας, είτε μέσω πολυμερών διεθνών ρυθμίσεων, είτε ακόμη μέσω μιας μεταβατικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας που θα αντικαταστήσει σταδιακά το καθεστώς του 1960, αναζητείται φόρμουλα που επιτρέπει την υπέρβαση των αναχρονιστικών ρυθμίσεων για «Εγγυήτριες Δυνάμεις», χωρίς να δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας σε καμία από τις δύο Κοινότητες.
 
 
Η επίλυση του Κυπριακού συνδέεται με τη συνολική πορεία των ευρω-τουρκικών σχέσεων, με την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο και με νέα αρχιτεκτονική σταθερότητας στην περιοχή. Η αξιοποίηση κοιτασμάτων φυσικού αερίου, η πιθανότητα δημιουργίας νέων δικτύων μεταφοράς ενέργειας και η σύνδεση της Κύπρου με περιφερειακές ενεργειακές υποδομές δημιουργούν κοινά συμφέροντα. Μια λύση μπορεί να μετατρέψει την ενέργεια από πεδίο αντιπαράθεσης σε πεδίο συνεργασίας, προσφέροντας οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη στις εμπλεκόμενες πλευρές.
 
 
Η Τουρκία εμφανίζεται διατεθειμένη να εντάξει το Κυπριακό σε ευρύτερο πακέτο ευρω-τουρκικής προσέγγισης, στο οποίο περιλαμβάνονται οικονομική συνεργασία, Τελωνειακή Ένωση, μεταφορές και ενέργεια. Το Κυπριακό παύει να είναι μόνο δι-κοινοτικό ή ελληνοτουρκικό πρόβλημα και μετατρέπεται σε κομβικό ζήτημα ευρωπαϊκής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
 
 
 
>>

———

"Οι συσχετισμοί μεταβάλλονται" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (9/7/2026) ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ

2026-07-09 17:18

"Οι συσχετισμοί μεταβάλλονται" 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" (9/7/2026)

 

Οι συσχετισμοί μεταβάλλονται

 

Θόδωρος Τσίκας*

 

Η σημαντικότερη εξέλιξη της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν ήταν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τα F-35, τα F-16 ή το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος Κaan. Ήταν η επιβεβαίωση ότι, παρά τις ιδιαιτερότητες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, η Ουάσιγκτον και οι υπόλοιποι σύμμαχοι θεωρούν στρατηγικά αναγκαία τη διατήρηση της Τουρκίας στον πυρήνα της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

 

Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι η Τουρκία θα απομονωθεί διεθνώς ή ότι οι σύμμαχοί της θα διατηρούν επ’ αόριστον περιορισμούς εις βάρος της. Η διεθνής πολιτική δεν λειτουργεί με όρους επιβράβευσης ή τιμωρίας, αλλά με βάση την ιεράρχηση συμφερόντων. Οι κυρώσεις CAATSA (που επέβαλε το 2020 η Ουάσιγκτον στην Τουρκία λόγω της προμήθειας των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400) και οι αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο αποτελούν υπαρκτά, αλλά όχι ανυπέρβλητα εμπόδια. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι όταν υπάρχει σαφής πολιτική βούληση αναζητούνται τρόποι υπέρβασής τους.

 

Η Τουρκία δεν είναι πλέον μόνο μια σημαντική περιφερειακή δύναμη. Αποτελεί μια χώρα με αυξανόμενη διεθνή εμβέλεια και επιρροή, μια τάση που δεν αναμένεται να ανακοπεί. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.

 

Οι συσχετισμοί στην περιοχή μας μεταβάλλονται και η πολιτική της αναβολής στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών αποδεικνύεται ολοένα και πιο προβληματική. Η επιτάχυνση και η εμβάθυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι αναγκαίες, πριν οι νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες καταστήσουν ακόμη δυσκολότερη την επίτευξη λύσεων.

 

Η αξία της Τουρκίας, όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ενωση, αυξάνεται. Η ελληνική επιμονή σε ένα στείρο «όχι» στη συνεργασία Ε.Ε. – Τουρκίας στον αμυντικό τομέα θα απομονώσει την Ελλάδα από τους εταίρους της, χωρίς ουσιαστικό πρακτικό όφελος. Η ελληνική θέση πρέπει να είναι «ναι, υπό προϋποθέσεις».

 

Παράλληλα, είναι απολύτως αναγκαίο η Ελλάδα να επιδιώξει την ένταξή της στον πρώτο κύκλο των χωρών που θα διαμορφώσουν τον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής άμυνας, ώστε να ενισχύσει τη θέση της μέσα στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

 

* Ο κ. Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμων – διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και πρακτική των διεθνών σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).

 

www.kathimerini.gr/politics/foreign-policy/564332953/dialogoi-stin-k-oi-ymnoi-tramp-stin-toyrkia-kai-i-arsi-toy-casus-belli/

>>

———

NATO 3.0: Ankara and the End of Strategic Complacency. Why the 2026 Summit Matters More Than Its Communiqué/ Άρθρο στο EUROPEAN INTEREST για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, 6/7/2026

2026-07-06 13:21

NATO 3.0: Ankara and the End of Strategic Complacency. Why the 2026 Summit Matters More Than Its Communiqué

 



EuropeanInterest, 6/7/2026
 

 

 

www.europeaninterest.eu/nato-3-0-ankara-and-the-end-of-strategic-complacency-why-the-2026-summit-matters-more-than-its-communique/

Theodoros Tsikas & Marovita Nikolaidou

Abstract

When Allied leaders gather in Ankara on 7–8 July 2026, public attention will inevitably focus on defence spending, President Donald Trump’s demands and the future of transatlantic relations. Yet these debates risk obscuring a deeper transformation already underway. The significance of the Ankara Summit lies less in its final communiqué than in what it reveals about NATO’s strategic evolution. For the first time since the end of the Cold War, the Alliance is adapting to a reality in which the United States is recalibrating its global priorities, Europe is assuming greater responsibility for its own defence, and Russia is preparing to rebuild its military power after the war in Ukraine. Ankara may therefore come to represent not the beginning of transatlantic fragmentation but the emergence of a more balanced—and more demanding—Alliance.

NATO 3.0: A Structural Transition

For more than seven decades, NATO rested on a durable strategic bargain. The United States provided the military backbone of European security, while European allies contributed political cohesion, regional legitimacy and gradually expanding military capabilities. Although disagreements over burden sharing periodically emerged, the basic division of responsibilities remained intact: American military primacy underpinned Allied deterrence, allowing Europe to prosper under an American-led security architecture.

That bargain is not collapsing. It is being fundamentally renegotiated.

The Ankara Summit should therefore not be interpreted primarily through the prism of domestic American politics or President Trump’s personality. His administration has accelerated existing trends, but it did not create them. Long before 2025, successive U.S. administrations had already begun redirecting strategic attention toward the Indo-Pacific while encouraging European allies to assume greater responsibility for the continent’s defence.

The debate has consequently shifted. The question is no longer whether Europe should contribute more, but whether it can translate political commitments into credible military capability quickly enough.

This challenge extends far beyond defence budgets. Sustainable deterrence depends on industrial production, logistics, ammunition stockpiles, integrated command structures, technological innovation and operational readiness. Military credibility is ultimately measured not by percentages of GDP but by deployable capabilities.

Three structural developments now define NATO’s strategic transition.

First, the United States is redistributing responsibilities within the Alliance. Washington increasingly expects Europe to assume primary responsibility for conventional deterrence on the continent while the United States preserves critical enabling capabilities and devotes greater strategic attention to the Indo-Pacific.

Second, Europe has entered an unprecedented cycle of defence investment. Governments across the continent are expanding military budgets, increasing ammunition production, strengthening defence industries and accelerating joint procurement. For the first time in decades, European defence policy is being driven not only by political declarations but also by capability development.

Third, Russia remains the central long-term military challenge. Despite enormous losses in Ukraine, Moscow is already laying the foundations for military reconstitution. NATO must therefore prepare not only for today’s war but also for the capabilities Russia could regenerate during the next decade.

Taken together, these developments point toward something more significant than another debate over burden sharing. They indicate the gradual emergence of a stronger European pillar within NATO—one that reinforces, rather than replaces, the transatlantic partnership. 

The American Recalibration and Europe’s Strategic Response

The debate surrounding NATO is often presented as a question of American commitment. In reality, it reflects a broader reassessment of U.S. global strategy. For more than a decade, successive administrations have identified the Indo-Pacific as the principal theatre of long-term strategic competition. The current administration has accelerated this shift, but the direction itself predates President Trump.

This evolution has generated understandable anxiety across Europe, particularly among NATO’s eastern members. The credibility of Article 5 has always depended not only on political declarations but also on the visible presence of American forces and the certainty that the United States would provide indispensable capabilities—including strategic airlift, intelligence, missile defence and nuclear deterrence.

The Baltic states illustrate this dilemma. Estonia, Latvia and Lithuania have carefully avoided public confrontation with Washington despite uncertainty surrounding future American deployments. Their restraint reflects strategic realism rather than political caution. Their objective is simple: preserve the American military presence while Europe builds the capabilities necessary to sustain deterrence should U.S. priorities continue shifting elsewhere.

Time has become a strategic resource.

This is why the debate increasingly focuses on capabilities rather than spending alone. Higher defence budgets are necessary, but money by itself does not generate deterrence. Military power requires resilient defence industries, integrated logistics, secure supply chains, modern air and missile defence, long-range precision fires, cyber resilience and rapidly deployable forces. These capabilities require years—not months—to develop.

Encouragingly, Europe has begun moving decisively in this direction. Defence budgets are rising at levels unseen since the end of the Cold War, while governments are investing in industrial resilience, joint procurement and emerging technologies such as artificial intelligence, autonomous systems and advanced software.

Russia’s invasion of Ukraine exposed the limits of a defence industrial model designed for peacetime efficiency rather than prolonged high-intensity conflict. Europe has consequently rediscovered a fundamental strategic principle: deterrence depends not only on technological sophistication but also on the capacity to produce, replenish and sustain military equipment at scale.

Ukraine has become both the catalyst and the laboratory for this transformation. Military assistance to Kyiv is increasingly understood not simply as solidarity with a partner under attack but as an investment in Europe’s own long-term security. The war has revealed critical capability gaps while accelerating industrial cooperation and defence innovation across the continent.

Nevertheless, Europe remains heavily dependent on American support in key areas, including strategic lift, intelligence, missile defence and high-end command-and-control systems. Bridging these gaps will require sustained political commitment extending well beyond current electoral cycles.

What is emerging is therefore not European strategic autonomy in the traditional sense, but a more balanced Alliance in which Europe assumes greater responsibility while the United States continues to provide indispensable strategic capabilities. Such an evolution strengthens NATO by adapting it to changing geopolitical realities rather than preserving outdated assumptions.

Russia‘s Reconstitution and NATO’s Strategic Clock

NATO’s transformation cannot be understood solely through the evolution of transatlantic relations. It must also be assessed against Russia’s long-term military trajectory.

The scale of Russia’s losses in Ukraine has encouraged the perception that its conventional military power has suffered an irreversible decline. While the war has undoubtedly imposed enormous human and material costs, history suggests that great powers often emerge from prolonged conflicts with armed forces that are different rather than simply diminished.

The critical question is therefore not whether Russia will attempt to rebuild its military. It is how quickly it can do so—and whether NATO will complete its own transformation before that process reaches maturity.

Moscow has already demonstrated an ability to sustain defence production despite sanctions, expand ammunition output, integrate unmanned systems into military operations and adapt its doctrine to a rapidly changing battlefield. Structural weaknesses remain, including demographic pressures and industrial constraints, but Russia continues to treat military power as the principal instrument of state policy.

For NATO, this makes time a decisive strategic variable.

Every year in which Europe strengthens its military capabilities enhances deterrence. Every year lost to political hesitation narrows the window before Russia completes a substantial part of its military regeneration.

This explains why NATO’s agenda has increasingly shifted from spending targets to readiness, resilience and industrial capacity. The Alliance is preparing not for the strategic assumptions of the post-Cold War era but for a future in which Russia fields a more experienced, technologically adapted and operationally resilient military.

Ukraine has accelerated innovation in autonomous systems, electronic warfare, artificial intelligence and long-range precision strike at a pace few defence planners anticipated. NATO’s challenge is no longer simply to learn from these developments but to institutionalise them across Allied forces.

The strategic window is limited. If Europe succeeds in translating today’s political momentum into credible military capability, deterrence will remain robust. If it fails, the Alliance may face a Russia capable of exploiting military, hybrid and political vulnerabilities before Europe’s transformation is complete.

Turkey and the Geography of NATO’s Next Phase

Holding the Summit in Ankara carries significance that extends beyond symbolism.

Turkey occupies a unique position within NATO. It controls access to the Black Sea, borders some of the Alliance’s most unstable regions and fields one of NATO’s largest armed forces. At the same time, it has developed one of Europe’s fastest-growing defence industries, particularly in unmanned systems, naval platforms and missile technologies.

Yet Turkey also illustrates one of NATO’s central dilemmas.

Political disagreements over democratic governance, relations with Russia and regional policy continue to complicate trust between Ankara and several European allies. Nevertheless, strategic realities increasingly encourage cooperation despite these differences.

Defence-industrial partnerships between Turkish and European companies continue to expand because security requirements often evolve faster than political consensus. This reflects a defining characteristic of what may be called NATO 3.0: political differences no longer automatically prevent military cooperation when common security interests are at stake.

Managing this balance will remain one of the Alliance’s principal challenges over the coming decade.

Leadership During Strategic Transition

Periods of structural change also require institutional leadership capable of preserving cohesion while guiding adaptation.

In this respect, NATO Secretary General Mark Rutte has inherited one of the Alliance’s most demanding political environments since the end of the Cold War. His task is not merely to maintain Allied unity but to ensure that political consensus translates into practical military transformation.

This requires balancing two equally important objectives.

On the one hand, transatlantic cohesion must be preserved while Europe strengthens its conventional military capabilities. On the other, cohesion cannot become an end in itself. Political unity remains meaningful only if it supports credible deterrence.

In many respects, the Secretary General is managing time as much as diplomacy. His challenge is to help ensure that Europe’s military transformation progresses before shifting American priorities and Russia’s military recovery create a less favourable strategic environment.

Conclusion: From Burden Sharing to Strategic Maturation

The Ankara Summit is unlikely to be remembered because of a single communiquι or political declaration.

Its significance lies elsewhere.

For decades, NATO’s effectiveness rested on a relatively stable division of labour in which the United States provided the overwhelming share of strategic military power while European allies progressively expanded their contributions within an American-led security architecture.

That model is evolving.

The United States is rebalancing its global priorities. Europe has recognised that assuming greater responsibility for its own defence is no longer a political preference but a strategic necessity. Russia’s military reconstitution has become a central planning assumption rather than a distant contingency.

These developments do not signal the decline of NATO.

They signal its adaptation.

Describing this evolution merely as greater burden sharing understates its importance. What is emerging is a more mature European pillar operating within a transatlantic framework that remains politically indispensable while becoming militarily more balanced.

Whether this transition succeeds will depend not on summit declarations but on implementation. Political ambition must now be matched by deployable forces, resilient defence industries, integrated command structures and sustained investment in advanced military capabilities.

History shows that military power is built gradually but tested suddenly.

The central question facing NATO is therefore no longer whether Europe should assume greater responsibility for its own security. That debate has largely been settled.

The real question is whether Europe can transform today’s unprecedented political consensus into credible military capability before Russia completes its military regeneration and before American strategic priorities continue shifting toward other theatres.

If historians eventually look back on the Ankara Summit as a turning point, they will do so not because it transformed the Alliance overnight, but because it openly acknowledged that the assumptions underpinning NATO’s post-Cold War order no longer correspond to the strategic realities of the twenty-first century.

The next chapter of the Alliance will not be defined by abandoning the transatlantic bond. It will be defined by renewing it on more balanced, more resilient and ultimately more sustainable foundations. 

That is the essence of NATO 3.0

 

Author profile
Theodoros Tsikas & Marovita Nikolaidou

Mr. Theodoros Tsikas is a Political Scientist and International Relations Expert, Head of the Programme "Theory and Practice of International Relations" at the Institute of International Economic Relations (IDOS/IIER), Greece.

Ms. Marovita Nikolaidou is a Communications Specialist - Political Scientist, Communications Officer of the Greek Union for the Federation of Europe – EEnOE/ UEF Greece

 

>>

———

"Η Συμμαχία καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ-Σαββατοκύριακο" ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΚΟΡΥΦΗΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟ ΣΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ

2026-07-04 17:07

Η Συμμαχία καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον

 
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ-Σαββατοκύριακο", 4-5 Ιουλίου 2026
 
 
www.tanea.gr/print/2026/07/04/opinions/i-symmaxia-kaleitai-na-prosarmostei-se-ena-neo-geopolitiko-perivallon/
 
 
 

Θόδωρος Τσίκας

Οταν οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συγκεντρωθούν στην Αγκυρα, η δημόσια συζήτηση θα περιστραφεί γύρω από τις αμυντικές δαπάνες, τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τους ευρωπαίους συμμάχους και το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων. Πίσω όμως από την επικαιρότητα εξελίσσεται μια βαθύτερη στρατηγική μετάβαση, σημαντικότερη από οποιαδήποτε επιμέρους απόφαση για τις αμυντικές δαπάνες. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Συμμαχία καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν σταδιακά το στρατηγικό βάρος τους προς τον Ινδο-Ειρηνικό, η Ευρώπη αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά της, ενώ η Ρωσία προετοιμάζεται να ανασυγκροτήσει τη στρατιωτική ισχύ της μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Ευρώπη πρέπει να συνεισφέρει περισσότερο στη συλλογική άμυνα. Είναι αν μπορεί να μετατρέψει εγκαίρως τις πολιτικές δεσμεύσεις της σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες. Παράλληλα η συζήτηση μετατοπίζεται, από το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες στο ΝΑΤΟ, στον τρόπο με τον οποίο θα εκδηλώνεται αυτή η δέσμευση την επόμενη δεκαετία. Η διάκριση αυτή έχει στρατηγική σημασία. Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδίως εκείνες που βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία, ακόμη και περιορισμένη αβεβαιότητα επηρεάζει τους υπολογισμούς αποτροπής και άμυνας.

Η αξιοπιστία του Αρθρου 5 της Συμμαχίας δεν στηριζόταν μόνο στις πολιτικές διακηρύξεις. Εδραιώθηκε στη φυσική παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη και στη βεβαιότητα ότι μεγάλες αμερικανικές ενισχύσεις θα έφθαναν ταχύτατα σε περίπτωση κρίσης. Εδραιώθηκε επίσης στην πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον θα εξακολουθούσε να παρέχει τις κρίσιμες στρατηγικές δυνατότητες, που κανένας άλλος σύμμαχος δεν μπορεί να προσφέρει στον ίδιο βαθμό: στρατηγικές αερομεταφορές, πληροφορίες, αντιπυραυλική άμυνα, πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς και πυρηνική αποτροπή. Ακόμη και μικρότερες αμερικανικές δυνάμεις διατηρούν υψηλή αποτρεπτική αξία, καθώς η παρουσία τους διασφαλίζει την άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε περίπτωση κρίσης. Ετσι αυξάνεται το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε ρωσικής επιθετικής ενέργειας και ενισχύεται η αξιοπιστία της συλλογικής άμυνας.

Εάν οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες δεν έχουν ενισχυθεί επαρκώς πριν αρχίσει η σταδιακή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, η Συμμαχία κινδυνεύει να εισέλθει σε μια ασταθή μεταβατική περίοδο. Οι παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας θα αποδυναμώνονται, ενώ οι νέες ευρωπαϊκές δυνατότητες δεν θα έχουν ακόμη ωριμάσει.

Η αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου προϋποθέτει νέους στρατιωτικούς σχηματισμούς, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανική βάση, μεγαλύτερα αποθέματα πυρομαχικών, προηγμένα συστήματα αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και βελτιωμένη στρατιωτική κινητικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ολα αυτά απαιτούν χρόνο, θεσμική συνέχεια και σταθερό πολιτικό σχεδιασμό.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να μετατραπούν εγκαίρως οι οικονομικοί πόροι της Ευρώπης σε αξιόπιστες και διατηρήσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες, πριν μεταβληθεί περαιτέρω το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας. Υπό αυτή την έννοια,η Σύνοδος της Αγκυρας αποτελεί κάτι περισσότερο από μία ακόμη Σύνοδο Κορυφής. Είναι το πρώτο ουσιαστικό τεστ, για το αν το ΝΑΤΟ μπορεί να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη ανακατανομή στρατηγικών ευθυνών μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και από την έκβασή του θα εξαρτηθεί όχι μόνο η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά και η συνοχή του ΝΑΤΟ στη νέα στρατηγική εποχή.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

———

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα όπλα. Χρειάζεται Αμυντική Ένωση/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST

2026-06-26 10:48

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα όπλα. Χρειάζεται Αμυντική Ένωση

HUFFINGTON POST

 

www.huffingtonpost.gr/blogs/i-evropi-den-chreiazetai-mono-perissotera-opla-chreiazetai-amyntiki-enosi/

 
Του Θόδωρου Τσίκα
 
Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που για δεκαετίες απέφευγε να αναγνωρίσει: η ασφάλειά της δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Ο πόλεμος αποκάλυψε όχι μόνο τα κενά των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά και τις δομικές αδυναμίες του τρόπου με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση οργανώνει την άμυνά της.
 
Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στα επίπεδα των αμυντικών δαπανών, στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα ή στις νέες τεχνολογίες. Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο και πρωτίστως πολιτικό. Η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ποτέ μια αποτελεσματική και ανταγωνιστική αμυντική βιομηχανία όσο συνεχίζει να αντιμετωπίζει την Άμυνα ως άθροισμα εθνικών πολιτικών και όχι ως κοινό ευρωπαϊκό εγχείρημα. 
 
 
Το δίδαγμα του FCAS
Η πρόσφατη κρίση του προγράμματος FCAS (Future Combat Air System), της κοινής γαλλο-γερμανο-ισπανικής προσπάθειας για την ανάπτυξη μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς, ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτό το πρόβλημα. Οι διαφωνίες μεταξύ των εταιρειών Dassault και της Airbus παρουσιάστηκαν ως μια βιομηχανική αντιπαράθεση για την κατανομή του έργου και την τεχνολογική κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, αντανακλούσαν διαφορετικές εθνικές στρατηγικές αντιλήψεις.
 
Η Γαλλία εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στην εθνική στρατηγική αυτονομία και στον έλεγχο κρίσιμων αμυντικών τεχνολογιών. Η Γερμανία, αντίθετα, προσεγγίζει την Άμυνα περισσότερο μέσα από τη λογική της δια-λειτουργικότητας και της πολυμερούς συνεργασίας. Όταν τέτοιες διαφορές μεταφέρονται στα μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, η βιομηχανική συνεργασία καταλήγει συχνά να υπονομεύεται από πολιτικές αντιθέσεις.
 
Το FCAS δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου προβλήματος: της ύπαρξης δεκάδων διαφορετικών οπλικών συστημάτων, παράλληλων εθνικών προγραμμάτων και κατακερματισμένων βιομηχανικών πολιτικών στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής λειτουργούν ως ενιαία στρατηγική οντότητα, με ενιαίο σχεδιασμό και παραγωγή.
 
Το αποτέλεσμα είναι ένας δαπανηρός κατακερματισμός. Η Ευρώπη επενδύει σημαντικούς πόρους, αλλά δεν μετατρέπει αυτές τις δαπάνες σε αντίστοιχη στρατιωτική ισχύ. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται, αλλά κυρίως πώς κατανέμονται και με ποια στρατηγική λογική. 
 
 
Από τις εθνικές προμήθειες στις κοινές ευρωπαϊκές δυνατότητες
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερες εθνικές δαπάνες. Χρειάζεται μια πραγματική Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση. Αυτό σημαίνει ισχυρότερο ρόλο των ευρωπαϊκών θεσμών στον καθορισμό κοινών επιχειρησιακών αναγκών, στον συντονισμό των προμηθειών και στη χρηματοδότηση κοινών προγραμμάτων.
 
Η πρόσφατη απόφαση των συμμάχων στο ΝΑΤΟ να κινηθούν προς υψηλότερους στόχους αμυντικών δαπανών επιβεβαιώνει ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή αυξημένων υποχρεώσεων. Ωστόσο, η αύξηση των δαπανών από μόνη της δεν αρκεί. Εάν οι πρόσθετοι πόροι συνεχίσουν να κατευθύνονται μέσα από αποσπασματικά εθνικά προγράμματα, ο κατακερματισμός θα διαιωνιστεί. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερα χρήματα, αλλά καλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική.
 
Οι πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως το SAFE και το ReArm Europe, αναγνωρίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βάσης. Όμως παραμένουν κυρίως εργαλεία στήριξης εθνικών επιλογών. Χωρίς βαθύτερη θεσμική ολοκλήρωση, κινδυνεύουν να αναπαράγουν το πρόβλημα που επιχειρούν να λύσουν.
 
Οι ευρωπαϊκοί πόροι πρέπει σταδιακά να κατευθυνθούν σε κοινά εξοπλιστικά προγράμματα, κοινή έρευνα και ανάπτυξη και κοινές προμήθειες. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση της Ένωσης πρέπει να συνδέεται με πολυεθνική συνεργασία και όχι με παράλληλες εθνικές πρωτοβουλίες.
 
Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει αυτάρκεια σε όπλα. Σημαίνει ικανότητα αυτόνομης δράσης. Αυτό προϋποθέτει κοινό σχεδιασμό, κοινές δυνατότητες και σταδιακά κοινές ευρωπαϊκές στρατιωτικές δομές.
 
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι τομείς στους οποίους η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη: δορυφορικές επικοινωνίες, πληροφορίες και επιτήρηση, στρατηγικές αερομεταφορές,      αντι-πυραυλική άμυνα, κυβερνο-άμυνα και ασφαλή στρατιωτικά δίκτυα. 
 
 
Η νέα στρατηγική πραγματικότητα
Η μετατόπιση των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον Ινδο-Ειρηνικό Ωκεανό καθιστά αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Ανεξάρτητα από πολιτικές αλλαγές στην Ουάσιγκτον, η τάση είναι σταθερή: η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της.
 
Αυτό αποτυπώνεται και στον σχεδιασμό του ΝΑΤΟ, όπου οι ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να σηκώσουν το βάρος των δυνάμεων υψηλής ετοιμότητας σε περίπτωση κρίσης. Η Ευρώπη οφείλει να προετοιμαστεί για έναν κόσμο, όπου δεν θα μπορεί να βασίζεται στον ίδιο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
 
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ως χώρα στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σύνθετες γεωπολιτικές προκλήσεις στην περιοχή της, έχει άμεσο συμφέρον από μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική. Μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση δεν αντικαθιστά το ΝΑΤΟ ούτε τις εθνικές άμυνες, αλλά ενισχύει τη συλλογική αποτροπή και τη στρατηγική ανθεκτικότητα. 
 
 
Προς μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση
Η Ευρώπη ήδη διαθέτει θεμέλια συνεργασίας: το Eurocorps, τη Γαλλογερμανική Ταξιαρχία, την PESCO και την Ευρωπαϊκή Δύναμη Ταχείας Ανάπτυξης. Αυτό που λείπει δεν είναι οι δομές, αλλά η πολιτική απόφαση να μετατραπούν σε συνεκτικό σύστημα.
 
Η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Δύναμης Ταχείας Ανάπτυξης και η σταδιακή δημιουργία κοινής χρηματοδότησης μέσω Ευρωπαϊκών Αμυντικών Ομολόγων θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρίσιμα βήματα. Όπως το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως απάντηση σε μια οικονομική κρίση, έτσι και η κοινή χρηματοδότηση της Άμυνας μπορεί να αποτελέσει απάντηση στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
 
Η Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση δεν προϋποθέτει ομοσπονδιακό κράτος. Προϋποθέτει όμως κοινή λήψη αποφάσεων, κοινή χρηματοδότηση και κοινή στρατηγική σε έναν τομέα που αφορά άμεσα την επιβίωση και την κυριαρχία της Ένωσης.
 
Η πρόοδος δεν θα είναι ομοιόμορφη. Οι πολιτικές και στρατηγικές διαφορές καθιστούν δύσκολη μια λύση για όλους. Όμως η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι οι μεγάλες τομές ξεκινούν συχνά από έναν πυρήνα χωρών, που προχωρούν ταχύτερα και λειτουργούν ως μοχλός ολοκλήρωσης.
 
Ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να περιλαμβάνει χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πολωνία, με δυνατότητα σταδιακής διεύρυνσης. Ο στόχος δεν είναι ο αποκλεισμός, αλλά η επιτάχυνση της ολοκλήρωσης εκεί όπου υπάρχει πολιτική βούληση.
 
Το FCAS αναδεικνύει το κεντρικό δίδαγμα: η Ευρώπη δεν μπορεί να έχει κοινή αμυντική βιομηχανία χωρίς κοινή αμυντική πολιτική. Δεν μπορεί να έχει στρατηγική αυτονομία χωρίς βαθύτερη πολιτική ολοκλήρωση.
 
Η επιλογή είναι πλέον σαφής: είτε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρήσει προς μια πραγματική Αμυντική Ένωση είτε θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε έναν κατακερματισμό που υπονομεύει την ασφάλεια, την αποτελεσματικότητα και τη συνοχή της. Σε έναν κόσμο αυξανόμενης αστάθειας, η κοινή ευρωπαϊκή Άμυνα δεν είναι επιλογή μακρινής προοπτικής, αλλά προϋπόθεση στρατηγικής επιβίωσης.
 
 
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 
>>

———

Τα «δώρα» του Τραμπ προς την Τουρκία και οι προκλήσεις για την ελληνική στρατηγική/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΤΟ ΒΗΜΑ" - tovima.gr, 25/6/2026

2026-06-26 01:13

Τα «δώρα» του Τραμπ προς την Τουρκία και οι προκλήσεις για την ελληνική στρατηγική

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΤΟ ΒΗΜΑ" - tovima.gr, 25/6/2026

 

www.tovima.gr/2026/06/25/opinions/ta-dora-tou-tramp-pros-tin-tourkia-kai-oi-prokliseis-gia-tin-elliniki-stratigiki/

 

Θόδωρος Τσίκας

 

Oι δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για πιθανά «δώρα» προς την Τουρκία, που μπορεί να περιλαμβάνουν την πώληση αμερικανικών κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος ΚΑΑΝ, την περαιτέρω αναβάθμιση των τουρκικών F-16 και την αναζήτηση διαδικασίας που θα επιτρέψει την επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, προκάλεσαν -ως μη όφειλαν- έκπληξη σε σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος και των μέσων ενημέρωσης της χώρας μας.

Η αντίδραση αυτή αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αδυναμία ορθής και σε βάθος ανάλυσης των περιφερειακών και διεθνών συσχετισμών. Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στη μονομερή εκφώνηση του «δικαίου μας», ούτε στην προσδοκία ότι τρίτοι θα υιοθετήσουν αυτομάτως τις ελληνικές θέσεις.

Η ουσία της εξωτερικής πολιτικής βρίσκεται στην εναρμόνιση των εθνικών συμφερόντων με τα συμφέροντα άλλων κρατών, μέσα από σχέσεις ισοτιμίας, αμοιβαίων συμβιβασμών και κοινά συμφωνημένων στόχων. Έτσι ενεργούν τα κράτη που επιδιώκουν τη σταθερότητα και τη συνεργασία και όχι τη διαιώνιση των αντιπαραθέσεων.

Η στρατηγική αξία της Τουρκίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες

Η Τουρκία και οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σύμμαχοι, παρά τις κατά καιρούς εντάσεις στις σχέσεις τους. Η Άγκυρα διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ και βρίσκεται στο επίκεντρο των σημαντικότερων γεωπολιτικών κρίσεων της εποχής μας.

Συνορεύει με τη Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, διαδραματίζει ρόλο στις εξελίξεις στον Νότιο Καύκασο και έχει άμεση σχέση με το μέτωπο Ρωσίας-Ουκρανίας μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα, συμμετέχει ενεργά σε διπλωματικές πρωτοβουλίες για μια σειρά περιφερειακών ζητημάτων.

Δεν είναι επίσης μυστικό ότι ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί προνομιακή προσωπική σχέση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Από την αρχή σχεδόν της δεύτερης θητείας του, ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τον Τούρκο ομόλογό του και έχει επανειλημμένα εκφράσει δημόσια την εκτίμησή του για τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η αναζήτηση τρόπων αποκατάστασης της αμυντικής συνεργασίας Ουάσιγκτον-Άγκυρας δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν.

Δεν υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια

Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι υπάρχουν σοβαρά νομικά και πολιτικά εμπόδια για την ικανοποίηση των τουρκικών αιτημάτων. Τα εμπόδια αυτά είναι πραγματικά, αλλά δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστα.

Οι αντιρρήσεις μελών του αμερικανικού Κογκρέσου απέναντι στην πώληση αμυντικού υλικού προς την Τουρκία μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να παρακαμφθούν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Ειδικά σε ζητήματα εξοπλισμών, ο Λευκός Οίκος διαθέτει σημαντικά θεσμικά εργαλεία, ενώ η σημερινή πολιτική σύνθεση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη συγκρότηση των αυξημένων πλειοψηφιών που απαιτούνται για να ανατραπούν προεδρικές πρωτοβουλίες.

Πιο σύνθετο είναι το ζήτημα των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες συνδέονται με την προμήθεια των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία. Ωστόσο, ακόμη και εδώ διαφαίνονται σενάρια διεξόδου. Η αναζήτηση μιας φόρμουλας απεμπλοκής της Τουρκίας από τους S-400 βρίσκεται εδώ και καιρό στο παρασκήνιο των αμερικανοτουρκικών διαβουλεύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό έχουν κατά καιρούς συζητηθεί διάφορες επιλογές: μεταφορά του συστήματος σε τρίτη χώρα, επαναγορά του από τη Ρωσία, μόνιμη αδρανοποίησή του ή ακόμη και ειδικό καθεστώς επιτήρησής του. Εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση στην Ουάσιγκτον και την Άγκυρα, λύσεις μπορούν να αναζητηθούν.

Ο παράγοντας Ισραήλ

Αντίστοιχα, δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται η δυνατότητα του Ισραήλ να μπλοκάρει επ’ αόριστον μια πιθανή πώληση F-35 προς την Τουρκία.

Το Ισραήλ δίνει μεγάλη σημασία στη διατήρηση του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του στην περιοχή και έχει εκφράσει επιφυλάξεις όχι μόνο για την Τουρκία αλλά και για άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως τη Σαουδική Αραβία. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε πολλαπλούς στρατηγικούς εταίρους.

Δεν είναι εύκολο για μια αμερικανική κυβέρνηση να αγνοήσει ταυτόχρονα τις επιδιώξεις δύο σημαντικών συμμάχων, όπως η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται λύσεις που θα επιτρέπουν την πώληση προηγμένων αεροσκαφών σε αυτές χωρίς να θίγεται η τεχνολογική υπεροχή που απολαμβάνει το Ισραήλ.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι όταν υπάρχει σαφής πολιτική βούληση, τα τεχνικά εμπόδια συνήθως ξεπερνιούνται.

Τα όρια της ελληνικής στρατηγικής

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει επενδύσει υπερβολικά στην προσπάθεια παρεμπόδισης ή καθυστέρησης αμερικανικών εξοπλιστικών προγραμμάτων προς την Τουρκία, στηριζόμενη σε μεγάλο βαθμό στις παρεμβάσεις της ελληνικής ομογένειας και των φίλων της Ελλάδας στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.

Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα αποτελέσματα, δεν συνιστά όμως μακροπρόθεσμη στρατηγική. Μια εξωτερική πολιτική που βασίζεται κυρίως στο «όχι» και στην παρεμπόδιση των επιλογών τρίτων, είναι καταδικασμένη να συναντά τα όριά της.

Η ελληνική διπλωματία χρειάζεται περισσότερο θετικό περιεχόμενο και μεγαλύτερη στρατηγική αυτοπεποίθηση. Χρειάζεται να επενδύσει στη δημιουργία συνθηκών που θα καθιστούν την ελληνοτουρκική προσέγγιση συμφέρουσα για όλους τους εμπλεκόμενους διεθνείς παράγοντες.

Το πραγματικό διακύβευμα

Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει ένα σχέδιο για τη διαχείριση μιας περιφερειακής πραγματικότητας στην οποία οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις αναβαθμίζονται και η Τουρκία παραμένει ένας κρίσιμος παράγοντας για τη δυτική στρατηγική.

Η Αθήνα δεν μπορεί να οικοδομεί την πολιτική της πάνω στην υπόθεση ότι η Τουρκία θα απομονωθεί διεθνώς ή ότι οι σύμμαχοί της θα διατηρούν επ’ αόριστον κυρώσεις και περιορισμούς σε βάρος της. Μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί αναπόφευκτα σε διαδοχικές διαψεύσεις.

Αντίθετα, η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει πώς μπορεί να αξιοποιήσει τη βελτίωση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας προς όφελος της περιφερειακής σταθερότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτουν σημαντική επιρροή τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία. Η επιρροή αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί όχι μόνο για τη διαχείριση κρίσεων, αλλά και για τη δημιουργία ενός πλαισίου σταδιακής επίλυσης των εκκρεμών ελληνοτουρκικών διαφορών.

Αυτό σημαίνει ενεργούς διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, ουσιαστική προετοιμασία για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις διαφορές που μπορούν να επιλυθούν δικαστικά, αξιοποίηση της επιρροής των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση μιας διαδικασίας εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και διασύνδεση της ευρωπαϊκής πορείας ή μιας ειδικής προνομιακής σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση με πρόοδο στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών και του Κυπριακού.

Ο κύριος Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).

 

 

>>

———

ΗΠΑ – Ιράν: Στρατιωτική υπεροχή, αβέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 24/6/2026

2026-06-24 12:50

ΗΠΑ – Ιράν: Στρατιωτική υπεροχή, αβέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 24/6/2026

 

1voice.gr/ipa-iran-stratiotiki-yperochi-avevaio-politiko-apotelesma/

 

του Θόδωρου Τσίκα*

Η εκεχειρία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν μπορεί να έβαλε τέλος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, δεν έδωσε όμως απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα ποια πλευρά εξέρχεται με ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση;

Στις διεθνείς σχέσεις, οι πόλεμοι σπανίως αποτελούν αυτοσκοπό. Συνήθως, αποτελούν συνέχεια της διαπραγμάτευσης με άλλα μέσα. Η πραγματική επιτυχία τους δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά και στο κατά πόσο βελτιώνουν τη θέση μιας χώρας στο τραπέζι των συνομιλιών.

Αναμφιβόλως, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επέφεραν σοβαρά πλήγματα στο Ιράν. Υψηλόβαθμα στελέχη εξουδετερώθηκαν, στρατιωτικές υποδομές καταστράφηκαν και η ήδη πιεσμένη ιρανική οικονομία υπέστη νέο πλήγμα. Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν κατέρρευσε, ούτε υποχρεώθηκε να αποδεχτεί τους όρους των αντιπάλων της.

Αντιθέτως, απέδειξε ότι διατηρεί σημαντικές δυνατότητες αντίδρασης. Το σημαντικότερο είναι ότι κατέστησε σαφές πως μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα κρισιμότερα σημεία της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Η δυνατότητα αυτή συνιστά ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και την παγκόσμια οικονομία.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η σύγκρουση ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ως μέσου πολιτικής επιβολής. Παρά τις εκτεταμένες επιχειρήσεις, η Ουάσιγκτον δεν πέτυχε τους πιο φιλόδοξους στόχους που είχαν κατά καιρούς διατυπωθεί, από την ανατροπή του καθεστώτος έως την πλήρη εξουδετέρωση των πυρηνικών και πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν. Όταν οι στόχοι παραμένουν ανολοκλήρωτοι, το πεδίο μεταφέρεται αναπόφευκτα στη διπλωματία.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο σύνθετος. Σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται περισσότερο να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή τους σε πολιτικά αποτελέσματα, καθώς περιφερειακές δυνάμεις όπως το Ιράν διαθέτουν πλέον περισσότερες δυνατότητες να αντέχουν πιέσεις και να αξιοποιούν τις διεθνείς αντιθέσεις προς όφελός τους.

Παράλληλα, η αμερικανική επιλογή στρατιωτικής κλιμάκωσης ανέδειξε διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του δυτικού στρατοπέδου. Ευρωπαίοι σύμμαχοι, αλλά και χώρες του Κόλπου, εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί απέναντι στην αμερικανική στρατηγική, ενώ ακόμη και το Ισραήλ δείχνει να έχει διαφορετικές προτεραιότητες από την Ουάσιγκτον ως προς την επόμενη ημέρα.

Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει μια διαχρονική αλήθεια της γεωπολιτικής· η στρατιωτική νίκη δεν ταυτίζεται πάντοτε με την πολιτική επικράτηση. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μετατρέψουν μια δαπανηρή στρατιωτική εκστρατεία σε διπλωματικό κέρδος.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και πρακτική των διεθνών σχέσεων», στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

The FCAS failure and the case for a European Defence Union/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "EUROPEAN INTEREST"

2026-06-24 01:08
 

 

 

The FCAS failure and the case for a European Defence Union

"EUROPEAN INTEREST"

 

www.europeaninterest.eu/the-fcas-failure-and-the-case-for-a-european-defence-union/

 

ByTheodoros Tsikas

Europe cannot build a common defence industry without a common defence policy

Four years after Russia’s full-scale invasion of Ukraine, European security remains under unprecedented pressure. The war has exposed not only the fragility of the continent’s security architecture but also the limitations of Europe’s defence-industrial model. While defence spending is rising across the European Union, progress towards genuine military integration remains slow and fragmented.

The debate on European defence is often presented as a question of budgets, industrial competitiveness or technological innovation. In reality, the central challenge is political. Europe cannot build an effective common defence industry without first developing the institutions and mechanisms of a genuine European Defence Union.

 

The political lesson of FCAS

The political lesson of FCAS

The recent collapse of the Franco-German-Spanish Future Combat Air System (FCAS) provides a revealing example. Officially, the programme stalled because of disagreements between Dassault Aviation and Airbus over workshare, intellectual property rights and access to sensitive technologies. In reality, the industrial deadlock reflected deeper political divergences between the participating states.

France has traditionally pursued a doctrine of strategic and industrial sovereignty, seeking autonomous control over its military capabilities, from nuclear deterrence to combat aviation and defence production. Germany, by contrast, has generally favoured greater interoperability within allied frameworks and has adopted different operational priorities. The conflict between Dassault and Airbus, therefore, represented not simply a corporate dispute but the manifestation of competing national strategic cultures.

The inability of the participating governments to impose a compromise demonstrates a broader structural problem. National governments and national defence industries remain closely intertwined and are therefore ill-equipped to drive genuine European military integration. As long as defence procurement is primarily shaped by national priorities, Europe will continue to duplicate efforts, fragment resources, and weaken its collective capabilities.

The consequences are already visible. Following the FCAS crisis, German and Spanish industrial actors began exploring an alternative sixth-generation fighter concept outside the original framework. At the same time, the Global Combat Air Programme (GCAP), involving Italy, the United Kingdom and Japan, continues to move forward. Europe now risks investing in multiple competing next-generation combat aircraft projects where strategic logic would suggest the development of a single platform.

The FCAS experience therefore illustrates a broader reality: industrial integration cannot succeed where political integration remains incomplete.

Europe’s fragmentation problem

Europe’s fragmentation problem

This fragmentation comes at a considerable cost. The twenty-seven EU member states collectively operate around 130 major land, air and naval weapons systems, compared to roughly 30 in the United States. As a result, Europe spends roughly one-third of US defence expenditure while generating only a fraction of comparable military capability. The problem is therefore not only one of spending levels but also of efficiency and coordination.

Addressing this challenge requires moving beyond voluntary cooperation towards a genuine European Defence Union. The European Commission and the European Defence Agency should play a significantly stronger role in determining capability requirements, coordinating procurement and directing European funding towards common projects. Access to EU defence financing should increasingly be linked to multinational programmes and common procurement.

The objective should not simply be cooperation among national industries but the gradual creation of a European defence market capable of producing common strategic assets. In the case of sixth-generation combat aircraft, European institutions should actively encourage the convergence of existing programmes rather than financing parallel and competing initiatives.

Achieving genuine strategic autonomy will also require member states to accept limited but meaningful centralisation of procurement authority for major defence systems. Industrial leadership should be allocated primarily on the basis of technological capability and operational effectiveness rather than political balancing among participating states.

Ultimately, successful common procurement depends on the existence of common armed forces capable of employing the systems being developed. For this reason, the creation of a European multinational force should become a strategic priority. The EU Rapid Deployment Capacity could serve as the nucleus of such a force, with EU-funded military equipment increasingly allocated to European rather than purely national formations.

 

From national procurement to European capability

From national procurement to European capability

Recent EU initiatives have not yet addressed this structural challenge. While national defence spending is increasing significantly, joint procurement remains stuck at around 20 per cent of total expenditure. More importantly, the incentives embedded in current European instruments remain insufficient to reverse decades of fragmentation.

The Security Action for Europe (SAFE) initiative is a case in point. Although it mobilises substantial financial resources, it largely supports national procurement decisions rather than creating strong incentives for genuinely European programmes. As a result, a significant share of additional European defence spending continues to flow to non-European suppliers. Between 2021 and 2024, US arms exports to Europe more than doubled, reflecting both Europe’s urgent security needs and the continuing weakness of its industrial integration.

A different approach is needed. Rather than primarily financing national purchases, European resources should increasingly be channelled through common instruments such as the European Defence Fund, the European Defence Agency and joint procurement mechanisms. Their objective should be to support large-scale multinational programmes capable of reducing duplication and creating genuine economies of scale. In the long term, Europe should seek the convergence of competing flagship projects, including in the field of next-generation combat aviation.

At the same time, defence industrial integration cannot succeed without a corresponding effort to develop common military capabilities. Strategic autonomy does not simply mean producing European weapons; it means possessing the capacity to employ them effectively. The first priority should therefore be the development of critical strategic enablers, including satellite communications, intelligence and surveillance systems, strategic airlift, missile defence, cyber defence capabilities, and secure military communications. These remain areas where Europe depends heavily on American support.

The European Union already possesses instruments that could contribute to this objective. Joint Undertakings could provide an effective framework bringing together the European Commission, Member States and private industry in the development of key strategic capabilities. Properly designed, such structures would help bridge the persistent gap between industrial policy and defence planning.

 

A new strategic reality for Europe

A new strategic reality for Europe

The geopolitical context makes these reforms increasingly urgent. The gradual reduction in American commitment to European security did not begin with the current administration, though recent developments have accelerated the trend. In reality, successive US administrations have encouraged Europeans to assume greater responsibility for their own defence.

This evolution is reflected even within NATO planning. Under NATO’s New Force Model, the first large-scale response to a conventional attack against a European ally would rely overwhelmingly on European forces. European countries are expected to generate the bulk of the 300,000 high-readiness troops required during the initial phases of a crisis. As American military resources become increasingly focused on the Indo-Pacific, Europe must be prepared to assume a far greater share of responsibility for territorial defence.

For this reason, Permanent Structured Cooperation (PESCO) should be used more ambitiously. Willing Member States could gradually transform the EU Rapid Deployment Capacity into a permanent multinational European force. Such a development would not start from scratch. Europe already possesses a range of multinational military formations and structures, including the Eurocorps, the Franco-German Brigade and various regional cooperation frameworks. What is missing is not military experience but political integration, common planning and an effective command-and-control structure operating at the European level and fully compatible with NATO.

A genuine European Defence Union will also require a European financing mechanism commensurate with its ambitions. The experience of the Recovery and Resilience Facility demonstrated that the Union can mobilise substantial common resources when confronted with a strategic challenge. Defence should be approached with the same level of urgency. The issuance of European Defence Bonds could provide the long-term funding necessary for strategic capabilities, joint procurement programmes, defence-industrial investments and critical infrastructure. Beyond their economic benefits, such instruments would signal a shared political commitment to European security and help transform defence from a collection of national policies into a truly common European project.

 

Towards a European Defence Union

Towards a European Defence Union

Ultimately, the debate on European defence is not only about military capabilities. It is also about political sovereignty. Common defence, common industrial policy, common investment instruments and stronger political integration are mutually reinforcing dimensions of the same project. None can fully succeed without the others.

A Europe capable of protecting its citizens requires institutions capable of acting collectively. This does not require the immediate creation of a federal state. It does, however, require a federal logic in strategic sectors such as defence, industrial policy and security, with a core group of Member States willing to move beyond purely intergovernmental cooperation.

The lesson of FCAS is therefore broader than the future of a single weapons programme. As long as Europe attempts to build a common defence industry without a common defence framework, fragmentation will persist. If the European Union is serious about strategic autonomy, it must move decisively towards a European Defence Union capable of defining common priorities, procuring common capabilities, and ultimately providing common security.

Otherwise, Europe’s military weaknesses will continue to grow, public confidence in the Union’s capacity to provide security will further erode, and nationalist forces will increasingly exploit that perception of decline.

 

Author profile
Theodoros Tsikas

Mr. Theodoros TSIKAS is a Political Scientist and International Relations Expert, Head of the Programme "Theory and Practice of International Relations" at the Institute of International Economic Relations (IDOS/IIER), Greece.

 

>>

———

ΗΠΑ - Ιράν: Στρατιωτική υπεροχή, αβέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα/ Άρθρο στην Εφημερίδα One Voice, 23/6/2026

2026-06-23 14:27

ΗΠΑ - Ιράν: Στρατιωτική υπεροχή, αβέβαιο πολιτικό αποτέλεσμα

 

Εφημερίδα One Voice, 23/6/2026

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

Η εκεχειρία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν μπορεί να έβαλε τέλος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, δεν έδωσε όμως απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα: ποια πλευρά εξέρχεται με ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση;

Στις διεθνείς σχέσεις, οι πόλεμοι σπανίως αποτελούν αυτοσκοπό. Συνήθως αποτελούν συνέχεια της διαπραγμάτευσης με άλλα μέσα. Η πραγματική επιτυχία τους δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο της μάχης, αλλά στο κατά πόσο βελτιώνουν τη θέση μιας χώρας στο τραπέζι των συνομιλιών.

Αναμφίβολα, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επέφεραν σοβαρά πλήγματα στο Ιράν. Υψηλόβαθμα στελέχη εξουδετερώθηκαν, στρατιωτικές υποδομές καταστράφηκαν και η ήδη πιεσμένη ιρανική οικονομία υπέστη νέο κόστος. Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν κατέρρευσε, ούτε υποχρεώθηκε να αποδεχθεί τους όρους των αντιπάλων της.

Αντίθετα, απέδειξε ότι διατηρεί σημαντικές δυνατότητες αντίδρασης. Το σημαντικότερο είναι ότι κατέστησε σαφές πως μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα κρισιμότερα σημεία της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Η δυνατότητα αυτή συνιστά ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, καθώς επηρεάζει όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και την παγκόσμια οικονομία.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η σύγκρουση ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ως μέσου πολιτικής επιβολής. Παρά τις εκτεταμένες επιχειρήσεις, η Ουάσιγκτον δεν πέτυχε τους πιο φιλόδοξους στόχους που είχαν κατά καιρούς διατυπωθεί, από την ανατροπή του καθεστώτος έως την πλήρη εξουδετέρωση των πυρηνικών και πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν. Όταν οι στόχοι παραμένουν ανολοκλήρωτοι, το πεδίο μεταφέρεται αναπόφευκτα στη διπλωματία.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο σύνθετος. Σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται περισσότερο να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή τους σε πολιτικά αποτελέσματα, καθώς περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν, διαθέτουν πλέον περισσότερες δυνατότητες να αντέχουν πιέσεις και να αξιοποιούν τις διεθνείς αντιθέσεις προς όφελός τους.

Παράλληλα, η αμερικανική επιλογή στρατιωτικής κλιμάκωσης ανέδειξε διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του δυτικού στρατοπέδου. Ευρωπαίοι σύμμαχοι, αλλά και χώρες του Κόλπου, εμφανίστηκαν επιφυλακτικοί απέναντι στην αμερικανική στρατηγική, ενώ ακόμη και το Ισραήλ δείχνει να έχει διαφορετικές προτεραιότητες από την Ουάσιγκτον ως προς την επόμενη ημέρα.

Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει μια διαχρονική αλήθεια της γεωπολιτικής: η στρατιωτική νίκη δεν ταυτίζεται πάντοτε με την πολιτική επικράτηση. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μετατρέψουν μια δαπανηρή στρατιωτική εκστρατεία σε διπλωματικό κέρδος.

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

Η ευρωπαϊκή ευκαιρία μετά το Μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ" - ethnos.gr, 19/6/2026

2026-06-22 10:57

 

Η ευρωπαϊκή ευκαιρία μετά το Μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν 

"ΕΘΝΟΣ" - ethnos.gr,  19/6/2026

 

www.ethnos.gr/opinions/article/411874/heyropaikheykairiametatomnhmoniohpairan

 

 

Όταν ανακοινώθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης ΗΠΑ-Ιράν, η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία δήλωσαν έτοιμες να συμβάλουν στην εκκαθάριση ναρκών στα Στενά του Ορμούζ και στην άρση των πυρηνικών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης.

 

 

Πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν ότι η Ευρώπη περιορίζεται για μία ακόμη φορά σε υποστηρικτικό ρόλο, παρακολουθώντας τις εξελίξεις που διαμορφώνουν άλλοι. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.

 

Η ευρωπαϊκή διπλωματία δεν είναι ξεπερασμένη. Αντιθέτως, παραμένει σημείο αναφοράς σε ένα πεδίο όπου η στρατιωτική ισχύς έχει αποδειχθεί πολύ λιγότερο αποτελεσματική, από όσο συχνά υποστηρίζεται. 

 

Η πυρηνική Συμφωνία του 2015 επί αμερικανικής προεδρίας Ομπάμα, στην οποία η Ευρώπη είχε παίξει σημαντικό ρόλο, υπήρξε το πιο ολοκληρωμένο και αυστηρό πλαίσιο μη διάδοσης πυρηνικών όπλων που έχει ποτέ συμφωνηθεί με το Ιράν.

 

Δεν ήταν απλώς μια διπλωματική επιτυχία. Ήταν ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα της πολυμερούς διεθνούς συνεργασίας που χαρακτήρισε την περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.

 

Η υπονόμευση εκείνης της Συμφωνίας από τον Τραμπ -ο οποίος βρήκε «πάτημα» σε παλινωδίες του ιρανικού καθεστώτος- και η μετατόπιση προς τη λογική της πίεσης και της στρατιωτικής κλιμάκωσης δεν παρήγαγαν καλύτερα αποτελέσματα. Αντίθετα, οδήγησαν σε πολεμικές συγκρούσεις, σε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και σε αυξημένη αβεβαιότητα για την περιφερειακή ασφάλεια.

 

 

Το τωρινό Μνημόνιο Συνεννόησης, αν και θετικό ως βήμα αποκλιμάκωσης, παραμένει περιορισμένο. Οι πυρηνικές διατάξεις του είναι γενικές και αφήνουν αναπάντητα τα κρίσιμα ερωτήματα, που καθορίζουν την επιτυχία ή την αποτυχία κάθε συμφωνίας:

  1. τα όρια εμπλουτισμού,
  2. τους μηχανισμούς επιθεώρησης,
  3. τις διαδικασίες επαλήθευσης,
  4. τη σταδιακή άρση κυρώσεων, και
  5. την επίλυση διαφορών.

 

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ευρωπαϊκή ευκαιρία. Όσο οι διαπραγματεύσεις κινούνται στο επίπεδο των γενικών πολιτικών συνεννοήσεων, η Ευρώπη φαίνεται να βρίσκεται στο περιθώριο. Όταν όμως η συζήτηση περάσει στις τεχνικές λεπτομέρειες μιας βιώσιμης συμφωνίας, η εμπειρία και η τεχνογνωσία της καθίστανται ιδιαίτερα πολύτιμες.

 

Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν πώς να σχεδιάζουν σύνθετους μηχανισμούς επιτήρησης και επαλήθευσης, πώς να συνδέουν σταδιακές δεσμεύσεις με αντίστοιχα κίνητρα και πώς να διαμορφώνουν πολυμερή πλαίσια εφαρμογής που αντέχουν στον χρόνο.

 

Ο συνασπισμός των ευρωπαϊκών χωρών που προτίθεται να συμβάλει στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, μπορεί να προσφέρει χρήσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες.

 

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραμείνει αναντικατάστατος παράγοντας όταν τεθεί το ζήτημα της άρσης των κυρώσεων και της οικονομικής επανένταξης του Ιράν στη διεθνή οικονομία. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία εργαλείων, αλλά η περιορισμένη αξιοποίησή τους.

 

Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οφείλουν να επικεντρωθούν σε τρεις αλληλένδετες προτεραιότητες.

 

 

Πρώτον, να υποστηρίξουν ένα σύστημα ελέγχου και περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με αξιόπιστη επαλήθευση της υλοποίησης του από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.

 

Δεύτερον, να εργαστούν σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε η άρση των κυρώσεων να είναι οικονομικά και εμπορικά αξιόπιστη.

 

Τρίτον, να φέρουν στο ίδιο τραπέζι το Ιράν και τα αραβικά κράτη του Κόλπου, για συζητήσεις σχετικά με τη θαλάσσια ασφάλεια, τη διαχείριση κρίσεων και την περιφερειακή αποκλιμάκωση.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής, αν ληφθούν υπόψη οι μεταβολές που έχουν συντελεστεί στη Μέση Ανατολή. Περιφερειακοί παίκτες, όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το Πακιστάν, αλλά και παγκόσμιοι δρώντες όπως η Κίνα, διαδραματίζουν πλέον σημαντικότερο ρόλο από ό,τι πριν από μια δεκαετία.

 

Ταυτόχρονα, οι χώρες του Κόλπου δεν αντιμετωπίζουν πλέον το Ιράν αποκλειστικά ως αντίπαλο προς απομόνωση. Η προτεραιότητά τους είναι η σταθερότητα, η οικονομική ανάπτυξη και η αποφυγή νέων συγκρούσεων, που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα φιλόδοξα αναπτυξιακά σχέδια τους.

 

Από την άλλη πλευρά, η προτεραιότητα της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να είναι κυρίως ο τερματισμός της κρίσης και η σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών. Είναι λιγότερο σαφές κατά πόσο η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται να επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στη διαμόρφωση μιας ευρύτερης και μακροπρόθεσμα βιώσιμης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

 

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν σταδιακά να απομακρυνθούν από τη διαχείριση των συνεπειών της σύγκρουσης, θα δημιουργηθεί ένα διπλωματικό κενό που άλλοι θα επιχειρήσουν να καλύψουν.

 

Υπό αυτή την έννοια, η περιορισμένη φύση του σημερινού Μνημονίου μπορεί να αποδειχθεί ευκαιρία για την Ευρώπη. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια ευρύτερη Συμφωνία που θα συνδυάζει μια νέα πυρηνική ρύθμιση τύπου JCPOA (της Συμφωνίας που επιτεύχθηκε το 2015 μέσω διαπραγματεύσεων):

 

1. αξιόπιστη άρση κυρώσεων,

 

2. διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, και

 

3. μηχανισμούς οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ του Ιράν και των αραβικών κρατών του Κόλπου.

 

 

Μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα απαιτούσε από την Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ως κύριο διαπραγματευτή. Θα απαιτούσε, όμως, να αξιοποιήσει εκείνα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που κανένας άλλος διεθνής δρών δεν διαθέτει στον ίδιο βαθμό:

 

α. την πολυμέρεια,

 

β. τη θεσμική εμπειρία, και

 

γ. την ικανότητα οικοδόμησης συναινέσεων.

 

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται νέα εργαλεία. Χρειάζεται να ξαναπιστέψει στη δική της διπλωματία.

>>

———

Ο «σκληρός πυρήνας» των διαφορών/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" ΓΙΑ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ

2026-06-12 18:41
Εφημερίδα "H ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 12/6/2026
 
 
www.kathimerini.gr/politics/foreign-policy/564279331/dialogoi-stin-k-i-ellada-i-toyrkia-kai-ta-irema-nera/
 
Ο «σκληρός πυρήνας» των διαφορών
 
 
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
 
 
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» μοιάζει να δοκιμάζεται, αλλά η χρησιμότητά της δεν εξαντλήθηκε. Η Διακήρυξη των Αθηνών αποτέλεσε σημαντική προσπάθεια διαμόρφωσης πλαισίου ειρηνικής συνύπαρξης Ελλάδας - Τουρκίας. Για να αποκτήσει όμως στρατηγικό βάθος και διάρκεια, απαιτούνταν πολιτική βούληση των δύο ηγεσιών να προχωρήσουν πέρα από τη διαχείριση εντάσεων, προς την ουσιαστική αντιμετώπιση των εκκρεμών διαφορών. Αυτό δεν συνέβη.
 
 
Παράλληλα, ο διάλογος ατόνησε. Αρνητική εξέλιξη, καθώς ακόμη και όταν δεν οδηγεί άμεσα σε συμφωνίες, λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοσυγκράτησης. Η απουσία του αυξάνει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων και περιορίζει τη δυνατότητα πρόληψης κρίσεων.
 
 
Η Διακήρυξη των Αθηνών περιλαμβάνει δέσμευση αποφυγής ενεργειών που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προκλητικές από την άλλη πλευρά. Αργότερα, τόσο η Τουρκία όσο και η  Ελλάδα προχώρησαν σε κινήσεις που η απέναντι πλευρά θεώρησε επιβαρυντικές, με αποτέλεσμα αλληλοκατηγορίες και φθορά του θετικού κλίματος.
 
 
Καμία από τις δύο χώρες δεν πρόκειται να μεταβάλει θέσεις επισήμως, προτού  ο διάλογος αγγίξει τον «σκληρό πυρήνα» των διαφορών. Μέχρι τότε, Αθήνα και Άγκυρα θα ενισχύουν νομικά, πολιτικά και διπλωματικά τα επιχειρήματά τους. Εκεί εντάσσεται το φημολογούμενο τουρκικό νομοσχέδιο περί θαλασσίων ζωνών, που εμφανίζεται να αποσκοπεί κυρίως στην κωδικοποίηση ήδη γνωστών τουρκικών απόψεων.
 
 
Ωστόσο κανένα κράτος δεν μπορεί, μέσω μονομερών νομοθετικών πράξεων (π.χ. ένας τουρκικός νόμος, αλλά και ο ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός), να μεταβάλει το νομικό καθεστώς διεθνών υδάτων ή να επιβάλει οριοθετήσεις θαλάσσιων ζωνών. Αυτές προϋποθέτουν συμφωνία μεταξύ των παράκτιων κρατών. Κίνδυνος κρίσης θα προέκυπτε μόνο εάν κάποια πλευρά επιχειρούσε να εφαρμόσει μονομερώς διεκδικήσεις της επί του πεδίου, που δεν φαίνεται ως η πιθανότερη εκδοχή.
 
 
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην εγκατάλειψη του διαλόγου. Βρίσκεται στην εμβάθυνσή του. Η εμπειρία δείχνει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν αρκούν. Όσο παραμένουν άλυτες εκκρεμότητες, επανέρχονται τριβές. Μόνο μέσω ουσιαστικών διαπραγματεύσεων και Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης μπορεί να διαμορφωθεί σταθερό, βιώσιμο πλαίσιο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η επιλογή δεν είναι «σύγκρουση ή ήρεμα νερά». Είναι μεταξύ ενός αέναου κύκλου περιοδικών εντάσεων και της επίτευξης αμοιβαίως επωφελών λύσεων. 
 
 
 
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 

 

>>

———

Τα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 28/5/2026

2026-05-28 00:29

Τα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 28/5/2026

 

 

 

www.tanea.gr/print/2026/05/28/opinions/ta-dilimmata-tis-ellinikis-eksoterikis-politikis/

 

Θόδωρος Τσίκας

Η πολεμική σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ με Ιράν δεν αποτελεί απλώς επεισόδιο αστάθειας. Συνιστά βαθιά γεωπολιτική τομή, που αναδιαμορφώνει περιφερειακές ισορροπίες και επαναφέρει με οξύτητα στρατηγικά διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο η παραδοσιακή λογική πολλαπλών «αξόνων» και αλληλοεπικαλυπτόμενων συνεργασιών (overlapping alignments χωρίς ιεράρχηση) φτάνει στα όριά της. Για χρόνια, η Αθήνα επένδυσε στη δημιουργία σχημάτων όπως Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ και Ελλάδα – Κύπρος – Αίγυπτος, ενώ παράλληλα επιδίωξε εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία. Ομως η Γαλλία του Μακρόν έχει αυστηρά κριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση Νετανιάχου.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα διατηρεί στρατηγική συνεργασία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στενή στρατιωτική σχέση με τη Σαουδική Αραβία, ενώ οι δύο αυτές χώρες ανταγωνίζονται έντονα μεταξύ τους στη Μ. Ανατολή, στην Αραβική Χερσόνησο και στο Κέρας της Αφρικής. Η βασική αντίφαση είναι εμφανής: η Ελλάδα επιχειρεί να μεγιστοποιήσει τη γεωπολιτική επιρροή της μέσω διαδοχικών συνεργασιών, αποφεύγοντας την απαραίτητη πολιτική υπέρβαση για ουσιαστικές ρυθμίσεις στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Η λογική αυτή στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι οι περιφερειακές ισορροπίες θα παραμείνουν σχετικά «χαλαρές». Δεν είναι πλέον.

Κάθε «άξονας» παράγει «αντι-άξονα». Το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο υπήρξε τέτοια αντίδραση. Το ίδιο ισχύει για τη διαμόρφωση νέων σχημάτων συνεργασίας, όπως μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Η αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να «απομονωθεί» μέσω πλέγματος περιφερειακών συνεργασιών αποδεικνύεται στρατηγικά προβληματική. Οι συνεργασίες ασφαλώς είναι αναγκαίες. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν ούτε τη γεωγραφία ούτε την ανάγκη πολιτικής επίλυσης βασικών διαφορών. Καθεμία θα μπορούσε να συνεχιστεί – σε επιμέρους τομείς – με Ισραήλ, Αίγυπτο και Γαλλία, χωρίς να παρουσιάζονται ως (ή να είναι) «αντι-τουρκικός συνασπισμός». Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον ως policy of bypass.

Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο υπό την όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ – Ευρωπαϊκής Eνωσης. Η επάνοδος Τραμπ επαναφέρει ερωτήματα για τη συνοχή του ΝΑΤΟ και την αξιοπιστία της αμερικανικής στρατηγικής δέσμευσης στην Ευρώπη. Για την Ελλάδα, το δίλημμα δεν είναι «ΗΠΑ ή Ευρώπη». Η συμμετοχή της στον «σκληρό» ευρωπαϊκό πυρήνα δεν είναι αναστρέψιμη χωρίς τεράστιο κόστος. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα περιορίσει το κόστος ενδεχόμενης αναγκαστικής ιεράρχησης μεταξύ των δύο επιλογών, εάν η διατλαντική σχέση μετατραπεί από συμπληρωματική σε ανταγωνιστική. Η μόνη ρεαλιστική επιλογή για την Αθήνα είναι: σαφής ευρωπαϊκή αγκύρωση χωρίς αμφισημίες και παράλληλα διατήρηση λειτουργικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, όπου αυτή είναι αμοιβαία επωφελής.

Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι βαθύτερο: μετάβαση από αποκλειστικούς «άξονες» σε ευέλικτα δίκτυα συνεργασίας και, κυρίως, επανεισαγωγή της διπλωματίας επίλυσης διαφορών. Δίχως κάποια μορφή συνεννόησης στα ελληνοτουρκικά και χωρίς επανεκκίνηση του Κυπριακού σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση, η Ελλάδα θα συνεχίσει να επενδύει σε εξωτερικά αντισταθμίσματα που βραχυπρόθεσμα μπορεί να προσφέρουν κάποια αίσθηση ασφάλειας, αλλά μακροπρόθεσμα παράγουν νέες εντάσεις και ανταγωνιστικές συσπειρώσεις.

Η πραγματική στρατηγική πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι επιλογή στρατοπέδου. Είναι η σταδιακή μείωση της ανάγκης εξωτερικών εξισορροπήσεων. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει μέσω πολιτικών διευθετήσεων με βασικούς «ανταγωνιστές» της. Διαφορετικά, η συσσώρευση συνεργασιών θα συνεχίσει να υποκαθιστά τη στρατηγική, μέχρι τη στιγμή που οι αντιφάσεις δεν θα είναι πλέον διαχειρίσιμες.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

"Οι αυταπάτες των «απόλυτων συμμαχιών» και η ανάγκη ελληνοτουρκικής διευθέτησης"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ "Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ", 19/5/2026

2026-05-19 17:32

"Οι αυταπάτες των «απόλυτων συμμαχιών» και η ανάγκη ελληνοτουρκικής διευθέτησης"

 

"Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ", 19/5/2026

 

www.efsyn.gr/stiles/apopseis/1387069/oi-aytapates-ton-apolyton-symmahion-kai-i-anagki-ellinotoyrkikis-dieythetisis/

 

Θόδωρος Τσίκας*

 

Ηελληνική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα σε δύο τάσεις: Από τη μία, την προσπάθεια θωράκισης μέσω συμμαχιών και εξοπλισμών. Από την άλλη, την απροθυμία ουσιαστικής αντιμετώπισης του πυρήνα των ελληνοτουρκικών διαφορών. Ομως η πραγματικότητα είναι σκληρότερη από τις εθνικές βεβαιότητες και τις πολιτικές ευκολίες: καμία συμμαχία δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια βιώσιμη στρατηγική διευθέτησης.

 

Η τουρκική ρητορική περί «προσπάθειας περικύκλωσης» της Τουρκίας δεν αποτελεί ούτε συγκυριακή υπερβολή, ούτε αποκλειστικό εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης. Πρόκειται για βαθιά εδραιωμένο στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής κουλτούρας, με ιστορικές ρίζες, το οποίο συμμερίζεται σημαντικό μέρος του τουρκικού πολιτικού, στρατιωτικού και ακαδημαϊκού συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, οι τριμερής συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ ή η εμβάθυνση των ελληνογαλλικών σχέσεων εντάσσονται εύκολα στο τουρκικό αφήγημα περί «αντι-τουρκικών αξόνων».

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αναπτύσσει διεθνείς συνεργασίες. Σημαίνει όμως ότι, εφόσον στρατηγικός στόχος είναι η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, δεν υπάρχει λόγος να ενισχύονται οι φοβίες απειλών της άλλης πλευράς. Η διαχείριση των αντιλήψεων ασφάλειας αποτελεί κρίσιμο στοιχείο κάθε σοβαρής στρατηγικής. Η Αθήνα οφείλει να αποδεικνύει εμπράκτως ότι οι συνεργασίες της δεν συνιστούν έναν ενιαίο και συνεκτικό αντι-τουρκικό συνασπισμό, αλλά επιμέρους συμπράξεις με διαφορετικά κίνητρα.

 

Αντίστοιχα, απαιτείται μεγαλύτερη νηφαλιότητα και ως προς τις λεγόμενες «στρατηγικές συμμαχίες». Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα συνεχίσουν να λειτουργούν -στην καλύτερη περίπτωση- με λογική ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Πολύ περισσότερο, σε μια περίοδο κατά την οποία η προνομιακή προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η εκτίμηση που ο Αμερικανός πρόεδρος εκφράζει για τη γεωπολιτική βαρύτητα της Τουρκίας είναι εμφανείς. Οι ψευδαισθήσεις περί μονομερούς αμερικανικής στήριξης της Ελλάδας δεν βοηθούν τη στρατηγική σκέψη.

 

Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Παρά τις ορθές επικρίσεις προς την Αγκυρα για το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Τουρκία παραμένει για την Ευρώπη κρίσιμος εταίρος σε ζητήματα ασφάλειας, μετανάστευσης και περιφερειακής σταθερότητας. Δεν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να επενδύει σε μια στρατηγική «απομόνωσης» της Τουρκίας από την Ευρώπη. Αντιθέτως, μια περισσότερο ευρωπαϊκά δεσμευμένη Τουρκία θα ήταν πιθανότατα πιο προβλέψιμη και θεσμικά ελέγξιμη.

Ακόμα και η στενή σχέση με τη Γαλλία χρειάζεται μέτρο και σχετική αυτονομία. Η Γαλλία επιχειρεί να αναδειχτεί κεντρική δύναμη στη Μεσόγειο. Αυτό μπορεί να δημιουργεί κάποιες ευκαιρίες για την Ελλάδα, αλλά εγκυμονεί και κινδύνους εάν η ελληνική πολιτική ευθυγραμμιστεί άκριτα με γαλλικές στρατηγικές επιδιώξεις. Η διαρκής προσπάθεια «εξαγοράς» πολιτικής στήριξης μέσω πανάκριβων γαλλικών εξοπλιστικών προγραμμάτων δεν μπορεί να αποτελεί υποκατάστατο εθνικής στρατηγικής. Ο εξοπλιστικός ανταγωνισμός με την Τουρκία δεν λύνει προβλήματα. Απλώς τα μεταθέτει χρονικά, επιβαρύνοντας οικονομικά και κοινωνικά τις δύο χώρες.

Το βασικό ζήτημα παραμένει πολιτικό: χωρίς ουσιαστική διευθέτηση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα συνεχίσουν να ταλαντεύονται μεταξύ πρόσκαιρης ύφεσης και περιοδικών κρίσεων, με διαρκή κίνδυνο ατυχήματος ή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Κομβικής σημασίας θα ήταν να επιδειχθεί πολιτική βούληση και πολιτικό θάρρος των δύο ηγεσιών να προχωρήσουν πέρα από τα «εύκολα» ζητήματα και να αγγίξουν τον «σκληρό πυρήνα» των διμερών διαφορών. Η μόνη σοβαρή στρατηγική είναι η επιτάχυνση και εμβάθυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου, με στόχο είτε μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία είτε την κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ή με συνδυασμό των δύο.

Καμία λύση δεν μπορεί να υπάρξει άνευ πολιτικού θάρρους, δίχως ευελιξία και χωρίς κατανόηση της οπτικής, των φόβων και των νόμιμων συμφερόντων της άλλης πλευράς. Η πραγματική ασφάλεια δεν οικοδομείται πάνω σε «άξονες», ούτε μπορεί να είναι «δανεισμός» από τρίτους. Οικοδομείται μόνο μέσα από σταθερές σχέσεις, θεσμικές διευθετήσεις και βιώσιμες συμφωνίες.

*Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος

 

 

 

 

 

>>

———

Η Ευρώπη χρειάζεται μια «Ένωση 2.0» για να επιβιώσει/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2026-05-12 09:51

Η Ευρώπη χρειάζεται μια «Ένωση 2.0» για να επιβιώσει

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ", 12/5/2026

 

www.metarithmisi.gr/content/e-europe-khreiazetai-mia-enose-20-gia-na-epibiosei

 

Για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε το πιο επιτυχημένο ειρηνευτικό σχέδιο στην ιστορία. Αυτή η επιτυχία, ωστόσο, σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Η ΕΕ οικοδομήθηκε για να τιθασεύσει τους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς, όχι για να ανταγωνιστεί ηπειρωτικές αυτοκρατορίες. Σήμερα, ο διεθνής καταμερισμός ισχύος καθορίζεται από γίγαντες και η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί σε ρυθμιστικό αντικείμενο αντί για υποκείμενο.

 

Η τριπλή κρίση που απειλεί το ευρωπαϊκό μοντέλο

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις παράλληλες, υπαρξιακές πιέσεις.

Πρώτον, είναι μια γηράσκουσα ήπειρος που υστερεί συστηματικά έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας σε ανάπτυξη και παραγωγικότητα. Οι χαμηλές επενδύσεις υπονομεύουν την καινοτομία, ενώ το κοινωνικό μοντέλο χρηματοδοτείται όλο και πιο δύσκολα. 

Δεύτερον, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει μεταβληθεί ριζικά. Η Ρωσία αποτελεί άμεση στρατιωτική απειλή από την Ανατολή. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο παραδοσιακός σύμμαχος της Ευρώπης, μετακινούνται από τον ρόλο του εγγυητή ασφαλείας σε εκείνον του αναξιόπιστου εταίρου ή ακόμη και του ανταγωνιστή.

Τρίτον, η Ένωση πάσχει από θεσμική παράλυση. Με μόλις το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού και ένα φθίνον μερίδιο στην παγκόσμια οικονομία, μόνο μια οικονομικά και πολιτικά ενωμένη Ευρώπη, ικανή να διασφαλίζει η ίδια την άμυνά της, μπορεί να σταθεί απέναντι σε δυνάμεις που επιδιώκουν να διαιρέσουν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής. Κι όμως, ακόμη και μετά την εισβολή στην Ουκρανία και τις απειλές για τη Γροιλανδία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν παρουσιάσει καμία τολμηρή πρωτοβουλία αναβάθμισης της Ένωσης.

 

Οι λύσεις υπάρχουν. Λείπει η συναίνεση

Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη σχεδίων. Οι Εκθέσεις των πρώην πρωθυπουργών της Ιταλίας, Λέτα και Ντράγκι, κατέθεσαν μια σαφή δέσμη πολιτικών: ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς. Η άρση των εθνικών φραγμών στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τις τηλεπικοινωνίες, τις ψηφιακές αγορές και την ενέργεια θα έδινε άμεση ώθηση στην οικονομία της ΕΕ. Το ίδιο ισχύει για την εναρμόνιση του πτωχευτικού και του εταιρικού δικαίου. 

Η ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και της Τραπεζικής Ένωσης είναι προϋπόθεση για να παραμείνουν οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις εντός Ευρώπης και να χρηματοδοτήσουν την καινοτομία. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν θα επανεκκινούσε μόνο την ευημερία. Θα παρείχε και την τεχνολογική και οικονομική βάση για να προβάλλει ισχύ η Ευρώπη διεθνώς, υπερασπιζόμενη τις αξίες και τα συμφέροντά της.

 

Το «βέτο» κρατά την Ευρώπη όμηρο

Η οικονομική ενοποίηση, όμως, δεν αρκεί. Η Ευρώπη οφείλει να οικοδομήσει το δικό της αμυντικό σύστημα, δεδομένης της αναξιοπιστίας των ΗΠΑ και άρα του ΝΑΤΟ, και να υιοθετήσει τη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία στην εξωτερική πολιτική. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που ρυθμίζει την λειτουργία της Ε.Ε., προβλέπει ήδη τις νομικές οδούς. Η πολιτική βούληση απουσιάζει.

Τα πρόσφατα γεγονότα είναι αποκαλυπτικά. Ο πόλεμος στο Ιράν, ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ και οι βομβαρδισμοί στον Λίβανο έδειξαν ότι ακόμη και μια κοινή δήλωση της ΕΕ μπορεί να παραλύσει από το «βέτο» ενός και μόνο κράτους-μέλους. Το «βέτο» του μέχρι πρόσφατα πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, μπλόκαρε δάνειο 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία και το 20ό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Η Ουγγαρία, με 1% του ΑΕΠ και 2% του πληθυσμού της ΕΕ, έθεσε σε κίνδυνο την ασφάλεια 450 εκατομμυρίων Ευρωπαίων.

Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. εξακολουθούν να αδυνατούν να συμφωνήσουν σε ενιαίο ρυθμιστή για ψηφιακές υπηρεσίες, τηλεπικοινωνίες και χρηματοπιστωτικά, σε Ευρωπαϊκό Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων ή σε φορολογική εναρμόνιση. Ισχυρά εθνικά συμφέροντα έχουν ουσιαστικά αιχμαλωτίσει κυβερνήσεις και επιβάλλουν την ομοφωνία ακόμη και εκεί που δεν απαιτείται νομικά.

 

Η απάντηση: Μια ομοσπονδιακή πρωτοπορία

Για τεχνικές μεταρρυθμίσεις της ενιαίας αγοράς αρκεί η ειδική πλειοψηφία. Για φορολογία, χρέος, εξωτερική πολιτική και άμυνα, τα εθνικά «βέτο» παραμένουν. Εάν δεν αποδεχόμαστε την παρακμή της Ευρώπης ως ανεξάρτητου δρώντα, η λύση είναι ιστορικά δοκιμασμένη: μια «Ένωση εντός της Ένωσης». Έτσι δημιουργήθηκε η «Ζώνη Σένγκεν». Έτσι δημιουργήθηκε το ευρώ.

Αυτή η πρωτοπορία πρόθυμων κρατών-μελών θα ολοκλήρωνε την εσωτερική αγορά και θα συνέθετε κυριαρχία στο ευρώ, τη φορολογία και τις επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στην τεχνολογία, την κλιματική πολιτική, την ενεργειακή ανεξαρτησία μέσω Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την αμυντική βιομηχανία. Θα ίδρυε Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας και Αμυντικό Σύστημα με πολιτικές δυνατότητες και δική του αλυσίδα διοίκησης. Θα υιοθετούσε τη λήψη αποφάσεων με πλειοψηφία σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της φορολογίας και των χρηματοπιστωτικών.

Το νομικό εργαλείο υπάρχει: «ενισχυμένες συνεργασίες» με ομοιογενή σύνθεση, υποστηριζόμενες από μια λειτουργική Συνθήκη που θα ρυθμίζει τη λήψη αποφάσεων και θα διασφαλίζει τη δημοκρατική λογοδοσία.

 

Η Ιστορία δεν θα συγχωρήσει την αδράνεια

Σε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια και η επιβίωση της Ευρώπης διακυβεύονται ανοιχτά, είναι αδιανόητο μία πρωτεύουσα να κρατά ομήρους όλους τους υπόλοιπους. Εάν ορισμένες σημαντικές χώρες ηγηθούν αυτής της «Ένωσης 2.0» (ανοιχτής σε όλα τα κράτη-μέλη), αυτό θα λειτουργήσει ως μαγνήτης για όσους σήμερα διστάζουν.

>>

———

Άρθρο του Θ. Τσίκα στην “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”: Η Ευρώπη επανεξετάζει τη σχέση με τις ΗΠΑ

2026-05-11 14:44

Άρθρο του Θ. Τσίκα στην “ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ”: Η Ευρώπη επανεξετάζει τη σχέση με τις ΗΠΑ

 

www.iapogevmatini.gr/kosmos/242845/arthro-toy-th-tsika-stin-a-i-eyropi-epanexetazei-ti-schesi-me-tis-ipa/

 

Πίσω από την επιφανειακή ευγένεια που χαρακτηρίζει τις ευρωπαϊκές επαφές με τον Ντόναλντ Τραμπ από τις αρχές του 2025 εξελίσσεται μια πολύ πιο ουσιαστική διαδικασία: μια σταδιακή αλλά βαθιά αναθεώρηση της διατλαντικής σχέσης. Χωρίς θορυβώδεις δηλώσεις ή θεαματικές ρήξεις, ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες προχωρούν σε επιλογές που υποδηλώνουν στρατηγική αποστασιοποίηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Η μετατόπιση αυτή γίνεται πιο εμφανής στους πλέον κρίσιμους τομείς ισχύος, την άμυνα, την τεχνολογία και το διάστημα. Εκεί όπου για δεκαετίες κυριαρχούσε σχεδόν αυτόματα η προτίμηση σε αμερικανικά συστήματα και πλατφόρμες, παρατηρείται πλέον μια αυξανόμενη διάθεση αναζήτησης ευρωπαϊκών εναλλακτικών. Δεν πρόκειται απλώς για οικονομική διαφοροποίηση αλλά για συνειδητή πολιτική στάθμιση κινδύνου απέναντι σε μια Ουάσινγκτον που θεωρείται ολοένα και λιγότερο προβλέψιμη και αξιόπιστη.

Ενδεικτικές είναι πρόσφατες αποφάσεις που μέχρι πρότινος θα θεωρούνταν αδιανόητες: από την επιλογή ευρωπαϊκών παρόχων υπηρεσιών cloud αντί αμερικανικών κολοσσών έως την προμήθεια αντιαεροπορικών συστημάτων ευρωπαϊκής κατασκευής αντί των καθιερωμένων αμερικανικών. Οι επιλογές αυτές αντανακλούν μια νέα προτεραιότητα: την ενίσχυση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας σε κρίσιμες υποδομές και δυνατότητες.

Η στροφή αυτή δεν πραγματοποιείται χωρίς κόστος. Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να υποστούν απώλειες σε επίπεδο αποτελεσματικότητας, οικονομιών κλίμακας ή διαλειτουργικότητας με το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, το βασικό κίνητρο δεν είναι η διαχείριση της ιδιοσυγκρασίας ενός προέδρου αλλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς το ίδιο το αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης και τη συνέπεια της εξωτερικής του πολιτικής.

Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε ο πρόσφατος πόλεμος στο Ιράν. Η αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλουν ταχεία έκβαση και να διασφαλίσουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έπληξε καίρια την αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής. Για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες, σύμμαχοι βρέθηκαν να αμφισβητούν έμπρακτα την ικανότητα της Ουάσινγκτον να εγγυηθεί βασικά δημόσια αγαθά της διεθνούς τάξης, ενώ ορισμένοι επιχείρησαν να περιορίσουν ακόμη και τη στρατιωτική της διευκόλυνση.

Το σοκ αυτό υπερβαίνει την Ευρώπη. Από τον Περσικό Κόλπο έως την Ασία, παραδοσιακοί εταίροι των ΗΠΑ επανεξετάζουν σιωπηρά τις στρατηγικές τους εξαρτήσεις, την ώρα που δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν ενισχύουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Η σχετική αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεμονίας δεν αποτελεί πλέον αφηρημένη πρόβλεψη αλλά εξελισσόμενη γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η Ευρώπη έχει κάνει πολλά σημαντικά βήματα τον τελευταίο χρόνο. Πρωτοβουλίες όπως οι «συνασπισμοί των προθύμων» ή η Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά υπάρχει ακόμα πολλή δουλειά για τη στρατηγική αυτονομία της.

Η διατλαντική σχέση δεν καταρρέει, τουλάχιστον όχι άμεσα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα της δυτικής ισχύος και αναντικατάστατο σύμμαχο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Ωστόσο, το γεγονός ότι τίθενται πλέον ανοιχτά ερωτήματα για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας συνιστά ιστορική τομή.

Η Ευρώπη δεν εγκαταλείπει τις ΗΠΑ. Αλλά για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, αρχίζει να προετοιμάζεται σοβαρά για ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο: ότι όταν θα τις χρειαστεί, ίσως να μην είναι εκεί.

 

Ο κ. Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

Η έξοδος των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ ως σύμπτωμα μιας νέας γεωπολιτικής τάξης/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST (30/4/2026)

2026-05-01 16:17
Η έξοδος των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ ως σύμπτωμα μιας νέας γεωπολιτικής τάξης
 
 HUFFINGTON POST
 
www.huffingtonpost.gr/blogs/i-exodos-ton-iae-apo-ton-opek-os-sybtoma-mias-neas-geopolitikis-taxis/
 
 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ

30 Απριλίου 2026
 
Η αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ δεν πρέπει να διαβαστεί ως τεχνική προσαρμογή ή ως μια ακόμη διαφωνία στο εσωτερικό ενός διεθνούς Οργανισμού. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης δομικής μετατόπισης: το τέλος της εποχής όπου η παγκόσμια αγορά πετρελαίου μπορούσε να ρυθμίζεται μέσω ενός ενιαίου, συντονισμένου καρτέλ.
 
Σε ένα διεθνές σύστημα που ήδη δοκιμάζεται από πολέμους, ενεργειακή αστάθεια και την επιστροφή της γεωπολιτικής ως κυρίαρχου παράγοντα,   η κίνηση των ΗΑΕ λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι ο ΟΠΕΚ δεν αποτελεί πλέον μηχανισμό επιβολής ισχύος, αλλά χώρο διαχείρισης εσωτερικών αντιφάσεων.
 
 
 
Η ψευδαίσθηση της συλλογικής ενεργειακής ισχύος
Ο ΟΠΕΚ βασίστηκε ιστορικά σε μια θεμελιώδη προϋπόθεση: ότι τα κράτη-μέλη έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα γύρω από τη διαχείριση της προσφοράς πετρελαίου. Αυτή η υπόθεση, ωστόσο, έχει προ πολλού διαβρωθεί.
 
Τα ΗΑΕ αποτελούν την πιο χαρακτηριστική απόδειξη. Με μια οικονομία που δεν εξαρτάται πλέον μονοσήμαντα από το πετρέλαιο, αλλά από την ένταξή της στις παγκόσμιες ροές κεφαλαίου, δεν έχουν κανένα στρατηγικό κίνητρο να περιορίζουν την παραγωγική τους ικανότητα στο όνομα μιας συλλογικής συμφωνίας που εξυπηρετεί ολοένα και λιγότερο τα δικά τους συμφέροντα.
 
 
Η έξοδος, επομένως, δεν είναι ρήξη με τον ΟΠΕΚ. Είναι η λογική κατάληξη μιας μακράς αποσύνδεσης.
 
Η γεωπολιτική πραγματικότητα διαλύει τα καρτέλ
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η γεωπολιτική διάσταση. Ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποκάλυψε απλώς τις αδυναμίες της περιφερειακής ασφάλειας, αλλά ανέδειξε και την εσωτερική αντίφαση ενός Οργανισμού που περιλαμβάνει κράτη με αντικρουόμενες στρατηγικές προτεραιότητες.
 
Δεν είναι δυνατόν, στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο, να συνυπάρχουν κράτη που αντιμετωπίζουν άμεσες απειλές ασφάλειας από άλλους βασικούς παίκτες του ίδιου Οργανισμού.
 
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική στο πλαίσιο του ΟΠΕΚ+, όπου η παρουσία της Ρωσίας μετατρέπει τον ενεργειακό συντονισμό σε προέκταση γεωπολιτικών ανταγωνισμών που δεν έχουν καμία σχέση με την αγορά πετρελαίου αυτή καθαυτή.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή των ΗΑΕ δεν είναι απλώς λογική. Είναι σχεδόν αναπόφευκτη.
 
 
Ο ΟΠΕΚ ως θεσμός που χάνει το αντικείμενό του
Η βασική αδυναμία του ΟΠΕΚ σήμερα δεν είναι οι εσωτερικές διαφωνίες του, αλλά η δομική απώλεια του εργαλείου που τον καθιστούσε ισχυρό: της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας που μπορούσε να ενεργοποιηθεί συλλογικά για τη σταθεροποίηση της αγοράς.
 
Αυτό το εργαλείο πλέον συγκεντρώνεται σε ελάχιστους παίκτες, και κυρίως σε κράτη που δεν έχουν πλέον ισχυρό κίνητρο να λειτουργούν συλλογικά.
 
Με την αποχώρηση των ΗΑΕ, ο ΟΠΕΚ δεν χάνει απλώς ένα μέλος. Χάνει έναν από τους λίγους παραγωγούς που μπορούσαν να δώσουν πρακτικό περιεχόμενο στην έννοια της “αγοράς υπό διαχείριση”.
 
 
Μια νέα ενεργειακή τάξη χωρίς καρτέλ
Η ουσία της εξέλιξης είναι ότι το διεθνές ενεργειακό σύστημα μεταβαίνει σταδιακά από ένα μοντέλο συντονισμού σε ένα πολυκεντρικό, ανταγωνιστικό περιβάλλον. Σε αυτό το περιβάλλον, τα κράτη δεν επιδιώκουν πλέον τη συλλογική σταθερότητα, αλλά τη μέγιστη δυνατή εθνική ευελιξία.
 
Η αποχώρηση των ΗΑΕ δεν προκαλεί αυτή τη μετάβαση. Την επιβεβαιώνει.
 
Και υπό αυτή την έννοια, ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι σημαίνει αυτή η κίνηση για τον ΟΠΕΚ. Είναι αν ο ΟΠΕΚ έχει ακόμη λόγο ύπαρξης σε έναν κόσμο όπου οι βασικοί του παίκτες δεν πιστεύουν πλέον στο ίδιο του το θεμέλιο.
 
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
>>

———

"Από το Ορμούζ στην πράσινη αυτονομία της Ευρώπης" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο" - 25/4/2026

2026-04-25 20:43

Από το Ορμούζ στην πράσινη αυτονομία της Ευρώπης

 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο" - 25/4/2026

 

www.tanea.gr/print/2026/04/25/opinions/apo-to-ormouz-stin-prasini-aytonomia-tis-eyropis/

 

Θόδωρος Τσίκας

 

Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν και το ανοιγοκλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επαναφέρουν με βίαιο τρόπο μια παλιά – διαρκώς όμως υποτιμημένη – αλήθεια: η ενεργειακή εξάρτηση δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά θεμελιώδης παράγοντας γεωπολιτικής ευαλωτότητας. Για την Ευρώπη, που εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, το σοκ αυτό δεν είναι άλλη μια κρίση. Είναι στρατηγικό καμπανάκι κινδύνου. Η Ιστορία προσφέρει χρήσιμα προηγούμενα.

Μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών (που οδήγησε στην πετρελαϊκή κρίση του 1973), οι δυτικές οικονομίες αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν το ενεργειακό μοντέλο τους, επενδύοντας στη διαφοροποίηση πηγών και στην ενεργειακή αποδοτικότητα. Πρόσφατα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για δραστική μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο.

Σήμερα, η πρόκληση είναι ποιοτικά διαφορετική. Δεν αρκεί αντικατάσταση ενός προμηθευτή από άλλον. Η λογική της «ενεργειακής μετατόπισης» εντός των ίδιων εξαρτήσεων έχει εξαντλήσει τα όριά της.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση οφείλει να επιταχύνει αποφασιστικά την ενεργειακή μετάβαση, όχι μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και ως στρατηγική αναγκαιότητα. Οι φωνές που – στο όνομα της «ασφάλειας» – εισηγούνται επιστροφή στον άνθρακα και τον λιγνίτη ή επιβράδυνση της απεξάρτησης από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, δεν συνιστούν ρεαλισμό. Συνιστούν ανακύκλωση της ευαλωτότητας. 

Κάθε καθυστέρηση στην πράσινη μετάβαση παρατείνει την έκθεση της Ευρώπης σε γεωπολιτικούς εκβιασμούς και κρίσεις τιμών. Η μετάβαση σε καθαρή, άφθονη και κατά το δυνατόν εγχώρια ενέργεια είναι η μόνη αξιόπιστη οδός για ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο, με εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθιστά αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επείγουσα. Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με ένα μοντέλο, στο οποίο η ενεργειακή ασφάλειά της εξαρτάται από ασταθείς περιοχές και ευάλωτες θαλάσσιες οδούς.

Η επιτάχυνση της πορείας προς Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως ηλιακή και αιολική ενέργεια, αποτελεί κεντρικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής. Τόσο γιατί αυτές μειώνουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και διότι περιορίζουν την εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και συμβάλλουν στη σταθερότητα των τιμών.

Παράλληλα, η ενίσχυση των ευρωπαϊκών ενεργειακών δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας και η διασύνδεση των αγορών πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους και πιο συντονισμένους ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, θα ήταν χρήσιμο η Ευρώπη να επενδύσει πιο επιθετικά σε τεχνολογίες-γέφυρες, όπως το «πράσινο» υδρογόνο και η γεωθερμία, που μπορούν να καλύψουν τα κενά της μετάβασης και να ενισχύσουν την ενεργειακή επάρκεια.

Είναι αναγκαίο, η ενεργειακή μετάβαση να ενσωματωθεί στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Η ενίσχυση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών καθαρής τεχνολογίας είναι βεβαίως παράγοντας ανάπτυξης, συμβάλλει όμως και στη στρατηγική ανθεκτικότητα της Ενωσης.

Είναι λανθασμένο το δίλημμα μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας και πράσινης μετάβασης: η πράσινη μετάβαση είναι όρος ενεργειακής ασφάλειας. Το διακύβευμα είναι σαφές. Δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας ή τη συμμόρφωση με τη διεθνή Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα. Αφορά και τη δυνατότητα της Ευρώπης να διαμορφώνει αυτόνομα την πολιτική της σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Αν δεν επιταχύνει τώρα, θα συνεχίσει να πληρώνει το κόστος της εξάρτησης, οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 
>>

———

Η πτώση του Όρμπαν και το ρήγμα στη Διεθνή της Ακροδεξιάς/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ"

2026-04-21 19:32
Η πτώση του Όρμπαν και το ρήγμα στη Διεθνή της Ακροδεξιάς
 
 ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ", 19/4/2026
 
 
www.avgi.gr/gnomes-0/521079_i-ptosi-toy-ormpan-kai-rigma-sti-diethni-tis-akrodexias
 
 
 
 
 
Θόδωρος Τσίκας
 
 
Η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν δεν είναι μια απλή κυβερνητική εναλλαγή. Είναι πλήγμα στο πιο συνεκτικό και αποτελεσματικό μοντέλο αυταρχικής διακυβέρνησης που παρήγαγε η σύγχρονη Ευρώπη. Για χρόνια η Ουγγαρία λειτούργησε ως εργαστήριο της Ακροδεξιάς. Το παράδειγμα που ενέπνεε από την Ουάσιγκτον του Ντόναλντ Τραμπ έως τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα. Γι’ αυτό και η πτώση του δεν αφορά μόνο τη Βουδαπέστη. Αγγίζει τον ίδιο τον συσχετισμό δυνάμεων στη μάχη για τη δημοκρατία στην Ευρώπη. Το «μοντέλο Όρμπαν» δεν ήταν απλώς μια ιδεολογική κατασκευή. Ήταν ένα λειτουργικό σχέδιο εξουσίας: ένα επαναλαμβανόμενο πρωτόκολλο ελέγχου των θεσμών, της κοινωνίας και, τελικά, της ίδιας της πολιτικής διαδικασίας.
 
 
 
Η κατάληψη των θεσμών
Στον πυρήνα αυτού του υποδείγματος βρισκόταν ο συστηματικός έλεγχος της ενημέρωσης. Η συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης σε περιορισμένα επιχειρηματικά κέντρα και η σταδιακή ευθυγράμμισή τους με την εκτελεστική εξουσία διαμόρφωσαν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Η ενημέρωση μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας, περιορίζοντας τη δυνατότητα ουσιαστικής αντιπαράθεσης και λογοδοσίας. Το ουγγρικό παράδειγμα δεν είναι μεμονωμένο. Ανάλογες τάσεις -ηπιότερες αλλά υπαρκτές- καταγράφονται σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ και στην Ελλάδα η συζήτηση για τη συγκέντρωση των ΜΜΕ και την ποιότητα της ενημέρωσης παραμένει ανοιχτή.
 
Εξίσου καθοριστικός υπήρξε ο έλεγχος της Δικαιοσύνης. Μέσα από θεσμικές παρεμβάσεις και αλλαγές στη σύνθεση ανώτατων δικαστηρίων υπονομεύθηκε σταδιακά η ανεξαρτησία της. Δεν πρόκειται απλώς για θεσμική εκτροπή αλλά για κεντρικό μηχανισμό ενός συστήματος που αποδυναμώνει τα αντίβαρα και επιτρέπει την αναπαραγωγή της εξουσίας χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Το μοντέλο αυτό -ο λεγόμενος «εκλογικός αυταρχισμός»- διατηρεί την τυπική δημοκρατική διαδικασία, απονευρώνοντας όμως την ουσία της.
 
Επιπλέον, το προσφυγικό/μεταναστευτικό αποτέλεσε βασικό πεδίο πολιτικής εργαλειοποίησης. Μέσα από συστηματική κατασκευή απειλών η κυβέρνηση Όρμπαν οικοδόμησε ένα συνεκτικό αφήγημα φόβου, που λειτούργησε ως μηχανισμός πολιτικής συσπείρωσης. Παράλληλα, η επίθεση στα δικαιώματα -ιδίως σε ζητήματα φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού- διαμόρφωσε ένα ιδεολογικό πλαίσιο βαθιά συντηρητικό και «κλειστό». Η στρατηγική αυτή δεν αφορά μόνο την Ουγγαρία. Αποτελεί κοινό τόπο για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.
 
Το τέλος της «ακλόνητης» κυριαρχίας
Το ουγγρικό μοντέλο δεν περιορίστηκε στους θεσμούς. Επεκτάθηκε στην οικονομία. Η αγορά μετατράπηκε σε πεδίο πολιτικής ανταμοιβής: ένα πλέγμα επιχειρηματικών συμφερόντων, στενά συνδεδεμένων με την εξουσία, διαμορφώθηκε με όρους εξάρτησης. Πρόκειται για μια μορφή «κράτους-μαφία», όπου η επιτυχία δεν κρίνεται στην αγορά αλλά στην πολιτική εγγύτητα. Το ίδιο μοτίβο συναντάται στη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν και, σε ηπιότερες εκδοχές, στον δημόσιο διάλογο των ΗΠΑ.
 
Παράλληλα, ο εκλογικός μηχανισμός προσαρμόστηκε ώστε να αναπαράγει την εξουσία. Η αναδιάταξη των εκλογικών περιφερειών και η στάθμιση της ψήφου ευνοούσαν συστηματικά την ύπαιθρο, όπου το κυβερνών κόμμα διατηρούσε ισχυρά ερείσματα. Η εκλογική ανατροπή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή αυτή η «ασφαλής» γεωγραφία έσπασε. Για πρώτη φορά η πολιτική αλλαγή δεν περιορίστηκε στα αστικά κέντρα.
 
Το ιδεολογικό πλαίσιο που στήριξε αυτό το σύστημα ήταν εξίσου συμπαγές. Η χώρα παρουσιάστηκε ως «πολιορκημένη»: από διεθνείς ελίτ, φιλελεύθερους θεσμούς, την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρόσωπα όπως ο Τζορτζ Σόρος. Στο εσωτερικό, οι πολιτικοί αντίπαλοι βαφτίστηκαν «φορείς ξένων συμφερόντων». Η ρητορική αυτή συμπληρώθηκε από έναν επιθετικό χριστιανικό εθνικισμό και μια συστηματική επίθεση στα δικαιώματα, από την ισότητα των φύλων έως τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» επανήλθε ως συνεκτική ιδεολογική κόλλα.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Όρμπαν διατηρούσε στενές σχέσεις τόσο με τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Πίσω από τις επιμέρους διαφορές διακρίνεται μια κοινή στρατηγική αντίληψη: ένας κόσμος ισχύος, σφαιρών επιρροής και αποδυνάμωσης των υπερεθνικών θεσμών, με πρώτη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Το μήνυμα για την Ευρώπη
Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε αποκαλυπτική. Αν και η Ουγγαρία παρέμεινε θεσμικά εντός της Ένωσης, η πολιτική της χαρακτηρίστηκε από διαρκή αμφισβήτηση κανόνων και αρχών, ιδίως σε ό,τι αφορά το Κράτος Δικαίου και τη διαφάνεια. Οι συγκρούσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και η ενεργοποίηση ευρωπαϊκών μηχανισμών που θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις πριν την εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων αποσαφήνισαν τα όρια της ευρωπαϊκής ανοχής απέναντι σε αυταρχικές παρεκκλίσεις.
 
Η ήττα του Όρμπαν, συνεπώς, υπερβαίνει τα εθνικά όρια. Έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ακροδεξιά ενισχύεται σε ολόκληρη την Ευρώπη και διαθέτει πλέον οργανωμένα δίκτυα επιρροής, χρηματοδότησης και πολιτικής παραγωγής. Γι’ αυτό και το ουγγρικό αποτέλεσμα υπενθυμίζει κάτι που πολλοί είχαν αρχίσει να ξεχνούν: κανένα αυταρχικό σύστημα δεν είναι άτρωτο. Η ανατροπή δεν προέκυψε αυτόματα. Προέκυψε από κοινωνική κινητοποίηση, από συστηματική πολιτική δουλειά, από τη διεύρυνση του ακροατηρίου πέρα από τις «ασφαλείς» ζώνες της αντιπολίτευσης. Ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, μεταφέροντας το αίτημα της δημοκρατίας, της διαφάνειας και των δικαιωμάτων μέχρι τις περιφέρειες της χώρας.
 
Το ουγγρικό αποτέλεσμα δεν λύνει αυτομάτως τα προβλήματα. Καταρρίπτει όμως έναν επικίνδυνο μύθο: ότι τα καθεστώτα αυτού του τύπου είναι ανίκητα. Δεν είναι. Χρειάζεται χρόνος, σχέδιο, επιμονή και -πάνω απ’ όλα- κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες για να ηττηθούν. Αυτό είναι και το κρίσιμο μήνυμα για την Ευρώπη και την Ελλάδα: η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Κερδίζεται.
 
 
 
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
>>

———

"Ανάσα ειρήνης ή αρχή της επόμενης κρίσης; " / Άρθρο στη "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ" για την συμφωνία εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν

2026-04-09 17:15

Ανάσα ειρήνης ή αρχή της επόμενης κρίσης;

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 

www.metarithmisi.gr/content/anasa-eirenes-e-arkhe-tes-epomenes-krises

 

Θόδωρος Τσίκας     09 Απρ 2026

Η εύθραυστη εκεχειρία δύο εβδομάδων στο μέτωπο της πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ διαμορφώνει ένα προσωρινό πλαίσιο αποκλιμάκωσης, χωρίς ωστόσο να επιλύει τις βαθιές γεωπολιτικές αντιθέσεις. 

 

Η έννοια της «νίκης» παραμένει σχετική και πολυεπίπεδη, καθώς κάθε πλευρά επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει διαφορετικά αποτελέσματα της σύγκρουσης.

 

 1. Ποιος κέρδισε τελικά; 

 

Στρατιωτικά το Ιράν έχει υποστεί σημαντική φθορά. Οι ζημιές στις αμυντικές δυνατότητες του, στο Ναυτικό, στην αεράμυνα και σε κρίσιμες υποδομές εκτιμάται ότι θα χρειαστούν μεγάλο χρονικό διάστημα για να αποκατασταθούν. Παράλληλα, έχουν πληγεί καίρια εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα του, καθώς και η ικανότητα εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

 

Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο, η ηγεσία του Ιράν μπορεί να προβάλλει ως «νίκη» τη διατήρηση του καθεστώτος στην εξουσία. Η επιβίωση του θεοκρατικού καθεστώτος αποτέλεσε πρωταρχικό στόχο της Τεχεράνης, ακόμη και εις βάρος της ευρύτερης κατάστασης της χώρας. 

 

Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, μπορούν να υποστηρίξουν ότι πέτυχαν τους βασικούς στρατιωτικούς τους στόχους: την αποδυνάμωση του Ιράν και τον περιορισμό των στρατηγικών του δυνατοτήτων. Ωστόσο, δεν επετεύχθη ο μαξιμαλιστικός στόχος της ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος.

 

 2. Ο κρίσιμος ρόλος των Στενών του Ορμούζ

 

Καθοριστικό σημείο στην εξέλιξη της σύγκρουσης αποτέλεσε το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ. Το προσωρινό κλείσιμό τους από το Ιράν προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία, καθώς πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους διαύλους μεταφοράς ενέργειας διεθνώς.

 

Η εκεχειρία φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το άνοιγμα των Στενών, καθώς η Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αποδεχθεί μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας που θα επηρέαζε τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

 

Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η δημιουργία πολυεθνικής ναυτικής δύναμης για την επιτήρηση της περιοχής, με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών από την Ευρώπη, την Ασία και τον αραβικό κόσμο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας.

 

 3. Δύσκολες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα

 

Οι επικείμενες διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ αναμένεται να είναι ιδιαίτερα απαιτητικές.

 

Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο βασικά ζητήματα:

 

Το επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν, το οποίο σήμερα φέρεται να έχει φτάσει έως και το 60%, πολύ πάνω από τα όρια προηγούμενων Συμφωνιών, όπως εκείνης της εποχής του Μπαράκ Ομπάμα.

Η τύχη των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, που εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 450 κιλά.

Παράλληλα, κρίσιμο παραμένει το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων, με τις θέσεις των δύο πλευρών να παραμένουν σημαντικά αποκλίνουσες.

 

 4. Ο ρόλος της Κίνας και του Πακιστάν

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην παρέμβαση της Κίνας, η οποία φαίνεται να συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη της εκεχειρίας. Το Πεκίνο, ως βασικός ενεργειακός εταίρος του Ιράν, είχε ισχυρό κίνητρο να διασφαλίσει την ομαλή ροή πετρελαίου και να αποτρέψει περαιτέρω αποσταθεροποίηση.

 

Παράλληλα, το Πακιστάν αναδεικνύεται σε κρίσιμο διαμεσολαβητή, ενισχύοντας τον γεωπολιτικό του ρόλο. Μαζί με την Τουρκία και την Αίγυπτο, συμμετείχε σε έναν άτυπο άξονα διαπραγμάτευσης, με καθοριστική συμβολή και του στρατιωτικού κατεστημένου του Πακιστάν.

 

 5. Ανοιχτό μέτωπο στον Λίβανο και στο βάθος εκλογές στο Ισραήλ

 

Την ίδια ώρα, η εκεχειρία δεν καλύπτει το μέτωπο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Το Ισραήλ αναμένεται να συνεχίσει τις επιχειρήσεις κατά της Χεζμπολάχ, επιδιώκοντας την πλήρη αποδυνάμωσή της.

 

Η στρατηγική αυτή συνδέεται τόσο με ζητήματα ασφάλειας του βορείου Ισραήλ, όσο και με εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, καθώς ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να ενισχύει τη δημοτικότητά του μέσω της συνέχισης των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ενόψει εκλογών.

 

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

Το ΝΑΤΟ, οι Ευρωπαίοι και ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST, 28/3/2026

2026-03-28 12:47

Το ΝΑΤΟ, οι Ευρωπαίοι και ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν

HUFFINGTON POST, 28/3/2026

 

www.huffingtonpost.gr/blogs/to-nato-oi-evropaioi-kai-o-polemos-tou-trab-sto-iran/

 

 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ

 

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απαιτήσει από τους Ευρωπαίους συμμάχους να στείλουν πλοία στα Στενά του Ορμούζ, ενώ ο πόλεμος του στο Ιράν μαίνεται. Έχει επανειλημμένα επιτεθεί στο ΝΑΤΟ, την ώρα που ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας τον στηρίζει με έμφαση.

Η νέα σύγκρουση με το Ιράν φέρνει το ΝΑΤΟ και, κυρίως, την Ευρώπη μπροστά σε ένα γνώριμο αλλά όλο και πιο οξύ δίλημμα: πώς να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατλαντική συνοχή και στα ίδια τα συμφέροντα της. Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν σχεδιάστηκε συλλογικά, δεν εξυπηρετεί μια σαφή στρατηγική της Συμμαχίας, αλλά παρά ταύτα παράγει συνέπειες που οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να αγνοήσουν.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ επιχειρεί να κρατήσει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, επιλέγει δημόσια να στηρίξει την αμερικανική ηγεσία. Από την άλλη, αναζητά παρασκηνιακά μια διέξοδο που να αντανακλά το συλλογικό συμφέρον της Συμμαχίας. Η στάση αυτή αποτυπώνει την πραγματικότητα: το ΝΑΤΟ δεν είναι ενιαίο ως προς τον πόλεμο αυτόν. Για πολλούς Ευρωπαίους συμμάχους, η σύγκρουση «δεν είναι πόλεμος του ΝΑΤΟ».

Και πράγματι, δεν είναι. Δεν ενεργοποιείται το δόγμα της συλλογικής άμυνας, ούτε υπάρχει σαφής απειλή κατά κράτους-μέλους που να δικαιολογεί εμπλοκή. Ωστόσο, το να μείνει η Ευρώπη στο περιθώριο δεν αποτελεί πραγματική επιλογή. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, η σταθερότητα των ενεργειακών τιμών και η πιθανότητα προσφυγικών ροών συνδέονται άμεσα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η αντίφαση: η Ευρώπη δεν θέλει να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο αμφίβολης νομιμότητας και ασαφούς στρατηγικής, αλλά δεν μπορεί να αποφύγει τις επιπτώσεις του.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη στάση της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική ηγεσία δεν επιδίωξε ουσιαστικό συντονισμό με τους συμμάχους, ενώ ταυτόχρονα ασκεί πιέσεις για στήριξη. Αυτό εντείνει τη δυσαρέσκεια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τροφοδοτεί ένα βαθύτερο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να συνεχιστεί μια συμμαχία όταν το κόστος των αποφάσεων δεν κατανέμεται ισότιμα;

Παράλληλα, η ίδια η σύγκρουση αναδεικνύει έναν ευρύτερο κίνδυνο: την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Η λογική των μονομερών στρατιωτικών ενεργειών υπονομεύει το Διεθνές Δίκαιο και ενισχύει τα κίνητρα για εξοπλισμούς, ακόμη και πυρηνικούς. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται σε αντιδράσεις. Χρειάζεται στρατηγική.

Αυτό δεν σημαίνει στρατιωτική εμπλοκή στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών σε επιθετικές επιχειρήσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η Ευρώπη οφείλει να διαμορφώσει ενεργό ρόλο εκεί όπου διακυβεύονται άμεσα τα συμφέροντά της: στη διασφάλιση των θαλάσσιων οδών, στη σταθεροποίηση της περιοχής μετά τη σύγκρουση και στην ενίσχυση της διπλωματίας.

Ήδη διαφαίνεται μια τέτοια κατεύθυνση. Ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν τη συμμετοχή σε αποστολές προστασίας της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο ή σε μελλοντικές επιχειρήσεις σταθεροποίησης. Αυτές οι πρωτοβουλίες δεν αποτελούν στήριξη ενός πολέμου επιλογής άλλων, αλλά επένδυση στην προστασία ζωτικών συμφερόντων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα κινηθεί αποσπασματικά ή συντονισμένα.  Η συγκυρία απαιτεί μια σαφή, κοινή στρατηγική που να συνδυάζει αποτροπή, διπλωματία και επιχειρησιακή ετοιμότητα.

Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στον πόλεμο αυτό θα κριθεί από το αν θα μπορέσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα συμφέροντά της σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας. Και αυτό προϋποθέτει κάτι περισσότερο από ισορροπίες: προϋποθέτει στρατηγική αυτονομία με πραγματικό περιεχόμενο.

 

* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

 

>>

———

Ιράν-Ανατολική Μεσόγειος: Επικίνδυνη σύγκλιση κρίσεων / Άρθρο στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο", 21/3/26

2026-03-22 15:31

Ιράν-Ανατολική Μεσόγειος: Επικίνδυνη σύγκλιση κρίσεων 

εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ - Σαββατοκύριακο", 21/3/26

 

www.tanea.gr/print/2026/03/21/opinions/epikindyni-sygklisi-kriseon/

 

Θόδωρος Τσίκας

 

Η επίθεση με drone στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο φέρνει την ευρωπαϊκή πραγματικότητα ένα βήμα πιο κοντά σε εμπλοκή στη σύγκρουση με το Ιράν. Μέσα στην «ομίχλη» του πολέμου, παλιές εστίες έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο επανενεργοποιούνται.

Μετά την έναρξη της μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν, η Τεχεράνη απαντά σε πολλαπλά μέτωπα: από το Ισραήλ και αμερικανικούς στόχους μέχρι συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο, τα Στενά του Ορμούζ και τον Καύκασο. Πλέον, όμως, στο κάδρο εισέρχεται δυναμικά και η Ανατολική Μεσόγειος. Είτε πρόκειται για στοχευμένη ενέργεια είτε για επιχειρησιακή αστοχία, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η Ευρώπη εμπλέκεται έμμεσα στη σύγκρουση.

Μέχρι πρόσφατα, η Ευρώπη διατηρούσε περιθωριακό ρόλο. Ούτε το Ισραήλ ούτε οι ΗΠΑ επένδυαν ουσιαστικά στις ευρωπαϊκές θέσεις ή δυνατότητες, πολιτικά ή στρατιωτικά. Οι διαφωνίες για το Ιράν και το Παλαιστινιακό παραμένουν έντονες, ενώ η Ουάσιγκτον τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να περιορίσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι εποχές που η ΕΕ μπορούσε να λειτουργεί ως αξιόπιστος μεσολαβητής, όπως στη συμφωνία του 2015 επί αμερικανικής προεδρίας Ομπάμα για τα πυρηνικά του Ιράν, μοιάζουν μακρινές.

Το μήνυμα του πλήγματος στη βρετανική βάση ήταν πολλαπλό: προς το Ηνωμένο Βασίλειο και κατ’ επέκταση το ΝΑΤΟ, προς την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος-μέλος της ΕΕ, αλλά και προς την Τουρκία, η οποία διατηρεί στρατιωτική παρουσία στο βόρειο τμήμα του νησιού. Λίγες ημέρες αργότερα, ιρανικοί πύραυλοι που κατευθύνονταν δυτικά αναχαιτίστηκαν πάνω από τη Συρία και την Τουρκία. Η πτώση συντριμμιών σε τουρκικές περιοχές προκάλεσε έντονη αντίδραση της Αγκυρας.

Κάποιες ευρωπαϊκές χώρες ενίσχυσαν την άμυνα της Κύπρου με ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, ενώ η Τουρκία απάντησε αναπτύσσοντας μαχητικά αεροσκάφη F-16 και αντιαεροπορικά συστήματα στη Βόρεια Κύπρο. Οι παράλληλες αυτές κινήσεις ανοίγουν ένα νέο, επικίνδυνο κεφάλαιο. Το Κυπριακό – μια «παγωμένη» σύγκρουση δεκαετιών – επιστρέφει στο προσκήνιο. Οι εξελίξεις δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο στρατιωτικού επεισοδίου, ιδίως στον αέρα και τη θάλασσα.

Η στρατιωτική κινητοποίηση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών ήταν ίσως αναπόφευκτη, αν και δεν έπρεπε να γίνει σε διμερές επίπεδο. Το σωστό θα ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία να επικαλεστεί το άρθρο 42.7 της ευρωπαϊκής Συνθήκης της Λισαβόνας, που προβλέπει ευρωπαϊκή συνδρομή σε κράτος-μέλος. Η τουρκική αντίδραση ήταν εξίσου αναμενόμενη, ακόμη και χωρίς σαφή ένδειξη ότι αποτελούσε στόχο. Η ενίσχυση της τουρκικής παρουσίας στη Βόρεια Κύπρο μπορεί να εξυπηρετεί και πολιτικούς στόχους, ενισχύοντας τη θέση της περί «λύσης δύο κρατών» στο Κυπριακό. Και από τις δύο πλευρές οι κινήσεις αυτές παρουσιάζονται στο εσωτερικό ακροατήριό τους ως απολύτως δικαιολογημένες.

Το ανησυχητικό στοιχείο είναι άλλο: οι εντάσεις αυτές αποκτούν δική τους δυναμική, ανεξάρτητη από τον πόλεμο στο Ιράν, δημιουργώντας ένα παράλληλο μέτωπο αστάθειας στα σύνορα της Ευρώπης. Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη σύγκλιση παλιών και νέων συγκρούσεων: Ελλάδα – Τουρκία, ΕΕ – Τουρκία, Ισραήλ – Τουρκία. Ακόμη κι αν δεν αποτελεί κεντρικό θέατρο επιχειρήσεων, η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται εκ νέου σε ζώνη υψηλού ρίσκου.

Σε ένα περιβάλλον όπου το απρόβλεπτο κυριαρχεί, η ελάχιστη προϋπόθεση σταθερότητας είναι η συνεννόηση. Ενας αξιόπιστος μηχανισμός αποτροπής επεισοδίων μεταξύ Τουρκίας και ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν είναι απλώς επιθυμητός. Είναι αναγκαίος, πριν μια «στραβή» στον αέρα ή τη θάλασσα εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη κρίση.

 

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

Ο πόλεμος με το Ιράν και το στρατηγικό δίλημμα των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου/ Άρθρο στη HUFFINGTON POST

2026-03-17 09:48
Ο πόλεμος με το Ιράν και το στρατηγικό δίλημμα των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου
 
HUFFINGTON POST, 17/3/2026
 
www.huffingtonpost.gr/blogs/o-polemos-me-to-iran-kai-to-stratigiko-dilimma-ton-aravikon-monarchion-tou-kolpou/
 
 
 
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
 
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν ανοίξει ένα πολεμικό μέτωπο που τα κράτη του Κόλπου είχαν επενδύσει σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο για να αποτρέψουν. Σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια πραγματικότητα που φοβούνταν: επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, διαταραχές στις μεταφορές και απειλή για τη φήμη της περιοχής ως ασφαλούς οικονομικού και ενεργειακού κόμβου.
 
Υπάρχει ωστόσο και μια απρόσμενη συνέπεια της σύγκρουσης.  Η εκτεταμένη ιρανική ανταπόδοση φαίνεται να έχει περιορίσει τις ενδο-αραβικές διαιρέσεις που υπήρχαν τους τελευταίους μήνες. Μόλις πρόσφατα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία στήριζαν αντίπαλες πλευρές σε συγκρούσεις στο Σουδάν και στη νότια Υεμένη. Σήμερα, όμως, οι χώρες του Κόλπου εμφανίζονται περισσότερο συσπειρωμένες: εξοργισμένες με το Ιράν για              τις επιθέσεις του, απογοητευμένες από τις ΗΠΑ επειδή αγνόησαν     τις προειδοποιήσεις τους και ταυτόχρονα αβέβαιες για το πού οδηγεί η κλιμάκωση.
 
Οι επιθέσεις της Τεχεράνης σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή δεν είναι τυχαίες. Φαίνεται να εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης. Ιρανοί σχολιαστές έχουν υπενθυμίσει ότι το Κουβέιτ υπήρξε σημαντικός οικονομικός κόμβος πριν από το 1991, αλλά δεν ανέκτησε ποτέ πλήρως αυτή τη θέση μετά τον Πόλεμο του Κόλπου. Με αυτή τη λογική, η Τεχεράνη δεν στοχεύει μόνο στη διατάραξη των ενεργειακών αγορών αλλά και στη φθορά της εικόνας του Κόλπου ως περιοχής σταθερότητας. Πρόκειται για έναν τρόπο έμμεσης πίεσης προς την Ουάσινγκτον ώστε να επιστρέψει στο τραπέζι  των διαπραγματεύσεων.
 
Τα έξι κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου βρίσκονται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Μια έντονη διπλωματική πρωτοβουλία θα μπορούσε να προκαλέσει την αντίδραση ενός Αμερικανού προέδρου που επιδιώκει καθαρή στρατιωτική νίκη. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση νομιμοποίηση ενός καθεστώτος που έχει επιτεθεί ανοιχτά εναντίον τους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές πρωτεύουσες της περιοχής κυριαρχεί η αίσθηση ότι έχουν χάσει την ικανότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις στη δική τους γειτονιά.
 
Η κατάσταση αυτή έχει τροφοδοτήσει εικασίες ότι ορισμένες χώρες του Κόλπου θα μπορούσαν να εμπλακούν πιο άμεσα στη σύγκρουση. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο αυτών των σεναρίων, ιδιαίτερα μετά την αποτελεσματική άμυνά τους απέναντι σε μεγάλο όγκο ιρανικών επιθέσεων. Παρ’ όλα αυτά,  η ηγεσία τους εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι σε μια τέτοια επιλογή.
 
Η Σαουδική Αραβία, από την πλευρά της, έχει δεχθεί λιγότερα πλήγματα αλλά εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό της ως τη βασική ηγετική δύναμη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα αναζητήσει τρόπους να επιβεβαιώσει αυτόν τον ρόλο, ιδίως αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν μεγαλύτερη εμπλοκή των περιφερειακών συμμάχων τους. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των ίδιων των κρατών του Κόλπου για το ποιος αποτελεί  τον πιο αξιόπιστο εταίρο της Ουάσινγκτον.
 
Προς το παρόν, πάντως, η βασική προτεραιότητα των χωρών   της περιοχής είναι σαφής: να σταματήσουν οι επιθέσεις, να αποκατασταθούν οι μεταφορικές και ενεργειακές ροές και να περιοριστεί η ζημιά στις οικονομίες τους. Ταυτόχρονα, γνωρίζουν ότι αν το Ιράν εξέλθει από τη σύγκρουση χωρίς ουσιαστικό κόστος, ενδέχεται να αισθανθεί ακόμη πιο ενθαρρυμένο να προχωρήσει τόσο στις περιφερειακές του φιλοδοξίες όσο και στο πυρηνικό του πρόγραμμα του.
 
Γι’ αυτό και η πιο πιθανή βραχυπρόθεσμη στάση των κρατών  του Κόλπου είναι η λεγόμενη «στρατηγική υπομονή». Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία θα παρακολουθούν στενά την εξέλιξη του πολέμου, προσπαθώντας να διαπιστώσουν αν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διαθέτουν μια συνεκτική στρατηγική και ρεαλιστικούς στόχους.
 
Αν η έκβαση της σύγκρουσης αρχίσει να γέρνει καθαρά προς τη μία πλευρά, δεν αποκλείεται ορισμένες χώρες του Κόλπου να επιλέξουν μια περιορισμένη συμμετοχή, σε μια στιγμή χαμηλότερου κινδύνου. Αντίθετα, εάν ο πόλεμος μετατραπεί σε μια μακρά και αβέβαιη σύγκρουση φθοράς, είναι πιθανότερο να κινηθούν προς  τη διπλωματική διαμεσολάβηση.
 
Σε κάθε περίπτωση, όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος τόσο περισσότερο υπονομεύεται η εικόνα του Κόλπου ως σταθερού διεθνούς κόμβου. Και ακριβώς γι’ αυτό οι χώρες της περιοχής δύσκολα θα αρκεστούν για πολύ στον ρόλο του παθητικού θεατή. Αν η Ουάσινγκτον δεν παρουσιάσει μια σαφή στρατηγική εξόδου από   τη σύγκρουση, τα κράτη του Κόλπου θα επιχειρήσουν σταδιακά να επηρεάσουν τα ίδια την εξέλιξη των γεγονότων – είτε μέσω διπλωματίας είτε, αν κρίνουν ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, μέσω πιο ενεργών επιλογών.
 
Στην πραγματικότητα, το βασικό ερώτημα για τις μοναρχίες  του Κόλπου δεν είναι μόνο πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά ποιος θα διαμορφώσει την επόμενη περιφερειακή τάξη. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιβάλουν μια σαφή έκβαση, οι χώρες του Κόλπου θα προσαρμοστούν. Αν όμως η σύγκρουση παραταθεί χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, τότε οι ίδιες θα αναγκαστούν να κινηθούν πιο ενεργά για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Σε μια Μέση Ανατολή που αλλάζει γρήγορα, η επιλογή της ουδετερότητας μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή πολυτέλεια.
 
 
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 
 

 

>>

———

Ιράν: Η ώρα της ευρωπαϊκής στρατηγικής/ Άρθρο στο ΕΘΝΟΣ - ethnos.gr

2026-03-14 22:27

Ιράν: Η ώρα της ευρωπαϊκής στρατηγικής

ΕΘΝΟΣ - ethnos.gr , 13/3/2026

 

 

www.ethnos.gr/opinions/article/401153/iranhorathseyropaikhsstrathgikhs

 
Θεόδωρος Τσίκας

Διεθνολόγος

Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν έχουν ανοίξει μια νέα και επικίνδυνη φάση αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η ευρωπαϊκή επισήμανση ότι οι ενέργειες αυτές παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο είναι απολύτως δικαιολογημένη. Ωστόσο, αν η αντίδραση της Ευρώπης εξαντληθεί σε αυτή τη διαπίστωση, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να περιοριστεί στον ρόλο του θεατή σε μια κρίση που επηρεάζει άμεσα τη δική της ασφάλεια και τα στρατηγικά της συμφέροντα.

 

Η Ευρώπη οφείλει να εξετάσει πώς μπορεί να εμπλακεί ενεργά - χωρίς στρατιωτικά μέσα - στην επόμενη φάση της κρίσης. Το διεθνές σύστημα περιλαμβάνει κανόνες τόσο κατά της στρατιωτικής επιθετικότητας όσο και υπέρ της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πρόκληση είναι αν η Ευρώπη μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία προϋποθέσεων για ένα πιο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στο Ιράν.

Η ευρωπαϊκή συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στον επικίνδυνο τυχοδιωκτισμό του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, η εστίαση αποκλειστικά στη νομιμότητα των αμερικανικών ενεργειών κινδυνεύει να επισκιάσει ευρύτερες πολιτικές δυναμικές στο εσωτερικό του Ιράν.

 

 

Τα τελευταία χρόνια, η ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στο Ιράν επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, αφήνοντας στο περιθώριο τη στήριξη της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Αν η Ευρώπη θέλει πραγματικά να επιδείξει στρατηγική αυτονομία από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί να το κάνει ενισχύοντας ενεργά τις δυνάμεις δημοκρατικής αλλαγής στο Ιράν. Βεβαίως, η αλλαγή δεν μπορεί να επιβληθεί από το εξωτερικό. Είναι έργο των ίδιων των Ιρανών. Ωστόσο, η Ευρώπη μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία συνθηκών που θα διευκολύνουν τέτοιες διαδικασίες.

 

Ένα πρώτο βήμα θα ήταν η δημιουργία ενός ευέλικτου ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης που θα ενεργοποιείται σε περιόδους πρωτοβουλιών για εκδημοκρατισμό. Στο Ιράν εμφανίζονται εδώ και δύο δεκαετίες κύματα κοινωνικής κινητοποίησης υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Αυτές οι δυναμικές σπάνια οδηγούν από μόνες τους σε δημοκρατικές τομές, αλλά μπορούν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για ευρύτερες μεταρρυθμιστικές συμμαχίες μεταξύ κοινωνίας των πολιτών, οικονομικών φορέων και τμημάτων του ίδιου του κρατικού μηχανισμού.

Η εύκολη επιλογή για την Ευρώπη θα ήταν να κρατήσει πλήρη απόσταση από τις εξελίξεις, όπως συνέβη μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Όμως μια τέτοια στάση θα σήμαινε ότι οι Ιρανοί πολίτες θα πλήρωναν το τίμημα ενός πολέμου για τον οποίο δεν ευθύνονται.

 

Αν η Ευρώπη στηρίξει με συνέπεια τις δυνάμεις της μεταρρύθμισης και διατηρήσει ζωντανή την προοπτική πολιτικού “ανοίγματος”, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας στο Ιράν. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να επηρεάσει μόνη της τις εξελίξεις. Είναι αν θα επιλέξει να έχει ρόλο - ή αν θα αποδεχθεί ότι οι εξελίξεις σε μια κρίσιμη περιοχή θα καθορίζονται αποκλειστικά από άλλους.

 

>>

———

"Ο εθνικολαϊκισμός βλάπτει σοβαρά"/ Άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

2026-03-14 22:17

Ο εθνικολαϊκισμός βλάπτει σοβαρά

"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 9/3/2026

 

www.efsyn.gr/stiles/apopseis/503510_o-ethnikolaikismos-blaptei-sobara

 

Η αμυντική συνδρομή στην Κύπρο δεν έπρεπε να γίνει διμερώς. Σωστό θα ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία να ζητήσει ενεργοποίηση του άρθρου 42.7, της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης-ΣΕΕ (Συνθήκη της Λισαβόνας). Το άρθρο προβλέπει ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε κράτος-μέλος που δέχεται επίθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε η Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να παράσχουν τη συνδρομή τους. Ετσι θα αποφεύγονταν κάθε είδους παρεξηγήσεις και παρερμηνείες.

Αλλά, έστω, η απόφαση ελήφθη. Εστάλησαν φρεγάτες και αεροσκάφη. Γιατί κρίθηκε αναγκαία η επίσκεψη του υπουργού Αμυνας της Ελλάδας στην Κύπρο, η συνάντησή του με τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι δηλώσεις μπροστά στις κάμερες κ.λπ.; Σε τι αποσκοπούσε αυτή η «πολιτική σκηνοθεσία»;

Ακούστηκαν τοποθετήσεις σε Ελλάδα και Κύπρο ότι αυτά έγιναν λόγω του ρόλου της Ελλάδας ως Εγγυήτριας Δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας, για υπεράσπιση του «οικουμενικού Ελληνισμού», στο πλαίσιο του «Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος» Ελλάδας-Κύπρου κ.ά.

Η παρωχημένη αυτή ορολογία αντανακλά προβληματική πρόσληψη των σχέσεων Ελλάδας-Κύπρου. Αδυνατίζει στα μάτια τρίτων τη διεθνή οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία συμπεριλαμβάνει Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Είναι λάθος η Κύπρος να εμφανίζεται σχεδόν ως «νομός» της Ελλάδας, τον οποίο αυτή υπερασπίζεται. Το μεγάλο «όπλο» μας στο Κυπριακό είναι η ανάδειξη της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας ζητούμε επανένωση μετά από λύση του Κυπριακού.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι είναι εγγυήτρια των Τουρκοκυπρίων και της αυτοαποκαλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Αν η Ελλάδα αρχίσει να προβάλλει τον εαυτό της ως εγγυήτρια του ελεύθερου τμήματος της Κύπρου, διαμορφώνεται μια εικόνα της Κύπρου στην οποία από τη μία πλευρά βρίσκεται η Τουρκία και από την άλλη η Ελλάδα.

Αυτό μπορεί να διαμορφώσει σε διεθνείς παράγοντες την αντίληψη ότι η de facto διαίρεση του νησιού είναι ουσιαστικά αποδεκτή και θα μπορούσε να οδηγήσει σε de jure διχοτόμηση. Οτι το Κυπριακό είναι διμερές πρόβλημα Ελλάδας-Τουρκίας και όχι διεθνές ζήτημα που συζητείται στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Για την εγκατάσταση των πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο, η αντίδραση της Τουρκίας ήταν πολιτικά και διπλωματικά αναμενόμενη, αφού υπάρχει διαφωνία στην ερμηνεία των Συνθηκών της Λωζάννης (1923) και των Παρισίων (1947), περί αποστρατιωτικοποίησης ή καθεστώτος μερικής αποστρατιωτικοποίησης των νησιών. Το πρόβλημα επιτείνεται από την επιλογή των ελληνικών Αρχών να εκδώσουν επιπλέον και επίσημη ανακοίνωση (!) για την εγκατάστασή τους.

Δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι ως χώρα επιχειρούμε κινήσεις που μπορεί να δημιουργήσουν ένταση. Σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου ήδη υπάρχει μεγάλη αναταραχή, κανείς διεθνώς δεν θα κατανοήσει μια νέα κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Είναι ανιστόρητη η σκέψη ότι μπορεί να επιτευχθεί ανατροπή στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων ώστε να επιλυθούν ελληνοτουρκικές διαφορές και Κυπριακό. Εχουν ξεκινήσει ελληνοτουρκικός διάλογος και συναντήσεις για το Κυπριακό, διότι θεωρείται ότι μέσω αυτών θα επιτευχθεί λύση. Πραγματοποιήθηκαν ορισμένα θετικά βήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θα ήταν απαράδεκτο να «ξηλωθεί» αυτή η μικρή πρόοδος.

Δεν είναι στιγμή για προβολή ισχύος μέσω εξοπλισμών, ούτε για «επίδειξη σημαίας» της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο εθνικολαϊκισμός βλάπτει σοβαρά την εξωτερική πολιτική.

*Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

———

Θεόδωρος Τσίκας: Τα όρια της κλιμάκωσης με το Ιράν/ Άρθρο στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

2026-03-14 22:07

Θεόδωρος Τσίκας: Τα όρια της κλιμάκωσης με το Ιράν

εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 6/3/2026

 

 

www.iapogevmatini.gr/politiki/220701/theodoros-tsikas-ta-oria-tis-klimakosis-me-to-iran/

 

Η στρατιωτική αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν κινείται, προς το παρόν, σε ένα πλαίσιο «ελεγχόμενης» κλιμάκωσης. Ωστόσο, οι προϋποθέσεις για ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη υπάρχουν. Το ιρανικό καθεστώς επιδιώκει να αποδείξει ότι μπορεί να σύρει την περιοχή σε γενικευμένη σύρραξη, αξιοποιώντας πιέσεις και επιθέσεις σε γειτονικά κράτη. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ δύσκολα θα επιτρέψουν σε συμμάχους τους στον Κόλπο να εμπλακούν ενεργά, διότι μια περιφερειακή επέκταση θα υπονόμευε τον σχεδιασμό τους.

Οι στρατηγικοί στόχοι Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ δεν ταυτίζονται απολύτως. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θεωρεί ότι, όσο υφίσταται το ιρανικό καθεστώς, η απειλή κατά του Ισραήλ παραμένει υπαρξιακή, λόγω της διακηρυγμένης εχθρότητας και του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος της Τεχεράνης. Αντιθέτως, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να αρκεστεί σε μια συμφωνία που θα περιορίζει ουσιαστικά το πυρηνικό και το βαλλιστικό πρόγραμμα, ακόμη και χωρίς αλλαγή καθεστώτος. Η απόκλιση αυτή είναι κρίσιμη: αν οι στόχοι μείνουν περιορισμένοι η σύγκρουση μπορεί να είναι χρονικά οριοθετημένη, αν τεθεί ζήτημα ανατροπής το τοπίο περιπλέκεται δραματικά.

Η Τεχεράνη επιχειρεί, μέσω ρητορικής και συμβολικών ενεργειών, να ωθήσει τρίτες χώρες να πιέσουν τις ΗΠΑ για αποκλιμάκωση. Δεν πρέπει να υπερτιμάται η απειλή, αλλά απαιτείται επαγρύπνηση. Η ενεργοποίηση περιφερειακών πληρεξουσίων, όπως η Χεζμπολάχ ή οι αντάρτες Χούθι, είναι πιθανή κυρίως για λόγους συμβολισμού και περιορισμένων επιχειρησιακών παρεμβάσεων – ιδίως κατά της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. Είναι «ιστορικό λάθος» της Τεχεράνης το γεγονός ότι οι επιθέσεις πλήττουν πλέον κυρίαρχα τα αραβικά κράτη, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια ριζική αναδιαμόρφωση των συμμαχιών στην περιοχή, καθώς χώρες που τηρούσαν ουδέτερη ή και φιλική στάση προς το Ιράν, πλέον συντονίζουν την αεράμυνά τους με τη Σαουδική Αραβία, μετατρεπόμενες σε ανοιχτούς αντιπάλους του καθεστώτος.

Το κρίσιμο γεωοικονομικό ερώτημα αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Ένα παρατεταμένο κλείσιμο θα προκαλούσε ενεργειακό σοκ, άνοδο ναύλων και ασφαλίστρων, πληθωριστικές πιέσεις και αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όμως πρόκειται για «όπλο δύο καννών»: θα έπληττε όχι μόνο τις αραβικές εξαγωγές αλλά και τα ίδια τα ιρανικά έσοδα, ενώ θα δυσαρεστούσε και την Κίνα, βασικό αποδέκτη ιρανικού πετρελαίου.

Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι πολυεπίπεδο. Η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, η ναυτιλία και η ενεργειακή ασφάλεια συνδέονται άμεσα με την εθνική οικονομία και την αρχιτεκτονική ασφάλειας. Οι αποτρεπτικές κινήσεις στην Κύπρο έχουν και ψυχολογική διάσταση, αλλά απαιτούν προσεκτική διαχείριση, ώστε να μη δημιουργηθούν παρερμηνείες ή πρόσθετες εντάσεις. Η σύγκρουση δεν θα λήξει άμεσα. Χερσαίες επιχειρήσεις από ΗΠΑ και Ισραήλ δεν διαφαίνονται, καθώς θα συνεπάγονταν τεράστιο πολιτικό και στρατηγικό κόστος. Το ερώτημα είναι αν θα παραμείνει χρονικά και γεωγραφικά περιορισμένη.

* Ο κ. Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο ΙΔΟΣ

 

 

 

>>

———

Θόδωρος Τσίκας / Ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Νομιμότητα, στρατηγική και αβεβαιότητα/ Άρθρο στο ANATROPI NEWS

2026-03-14 22:01

Θόδωρος Τσίκας / Ένας ακόμη πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Νομιμότητα, στρατηγική και αβεβαιότητα

ANATROPI NEWS, 3/3/2026

 

www.anatropinews.gr/2026/03/thodoros-tsikas-enas-akomi-polemos-sti-mesi-anatoli-nomimotita-stratigiki-kai-avevaiotita/

Η απόφαση των ΗΠΑ, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, σε σύμπλευση με την ισραηλινή ηγεσία του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, να προχωρήσουν σε πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν σηματοδοτεί μια επικίνδυνη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Και τούτο διότι οι επιδιώξεις της επιχείρησης φαίνεται να υπερβαίνουν την ανάσχεση του ιρανικού πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος, αγγίζοντας ευθέως το ζήτημα της ανατροπής του καθεστώτος στην Τεχεράνη.

 

Του Θόδωρου Τσίκα*

Η επιλογή της στρατιωτικής οδού έρχεται σε αντίθεση με τη ρητορική Τραμπ περί τερματισμού των «αιώνιων πολέμων». Η  εγκατάλειψη της διπλωματικής διαδικασίας ενισχύει την εκτίμηση ότι η σύγκρουση θεωρήθηκε πολιτικά επωφελής ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και του κινδύνου απώλειας της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στο Κογκρέσο.

 

Σε επίπεδο διεθνούς νομιμότητας, η επιχείρηση εγείρει σοβαρά ζητήματα. Δεν υφίσταται εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης του διεθνούς οργανισμού. Παράλληλα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τίθεται θέμα συνταγματικής τάξης, καθώς στρατιωτική εμπλοκή τέτοιου εύρους απαιτεί έγκριση του Κογκρέσου. Η παράκαμψη αυτών των θεσμικών προϋποθέσεων εντείνει την ανησυχία για τη διάβρωση κανόνων που συγκροτούν τη διεθνή και αμερικανική έννομη τάξη.

ΗΠΑ και Ισραήλ δεν έχουν απολύτως ταυτόσημους στόχους. Ενώ συμφωνούν στην αποδυνάμωση (τουλάχιστον) του πυρηνικού προγράμματος και του αποθέματος βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν, ο Τραμπ δεν θα είχε αντίρρηση να συνομιλήσει με το σημερινό ιρανικό καθεστώς εφόσον αυτό του προσφέρει λύσεις συμβατές με τις απαιτήσεις που έχει ο ίδιος διατυπώσει.  Αντιθέτως, ο Νετανιάχου θεωρεί αναγκαία την ανατροπή του καθεστώτος, το οποίο θεωρεί υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.

 

Η περιφερειακή διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης έχει ήδη ενεργοποιήσει αντίποινα, στοχεύοντας αμερικανικές βάσεις και ισραηλινούς στόχους, ενώ φιλοϊρανικές ακραίες και τρομοκρατικές δυνάμεις, όπως η οργάνωση των σιιτών μουσουλμάνων του Λιβάνου Χεζμπολάχ και οι αντάρτες Χούθι που έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος της Υεμένης, μπορούν να πλήξουν τη ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή ασφάλεια. Η σύγκρουση απειλεί να διαταράξει εύθραυστες ισορροπίες και να συμπαρασύρει ολόκληρη την περιοχή σε παρατεταμένη αστάθεια.

Είναι «ιστορικό λάθος» της Τεχεράνης το γεγονός ότι οι επιθέσεις πλήττουν πλέον κυρίαρχα αραβικά κράτη, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε μια ριζική αναδιαμόρφωση των συμμαχιών στην περιοχή, καθώς χώρες που τηρούσαν ουδέτερη ή και φιλική στάση προς το Ιράν, πλέον συντονίζουν την αεράμυνά τους με τη Σαουδική Αραβία, μετατρεπόμενες σε ανοιχτούς αντιπάλους του καθεστώτος.

Η Μέση Ανατολή -και το διεθνές σύστημα συνολικά- δεν είχε ανάγκη από έναν ακόμη πόλεμο. Ο στόχος της αποτροπής της πυρηνικής εξάπλωσης του Ιράν είναι θεμιτός. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα και με μικρότερο κόστος μέσω       της διπλωματίας και της πολυμερούς διαπραγμάτευσης, αντί  της στρατιωτικής κλιμάκωσης με αβέβαιη κατάληξη.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας- διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

 

>>

———

"Η κατάρρευση της διπλωματίας"/ άρθρο στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

2026-03-14 22:00

Η κατάρρευση της διπλωματίας

"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 2/3/2026

www.efsyn.gr/stiles/apopseis/502788_i-katarreysi-tis-diplomatias#goog_rewarded

Θόδωρος Τσίκας*

Η απόφαση των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ, σε σύμπραξη με την ισραηλινή ηγεσία του Νετανιάχου, να προχωρήσουν σε πολεμική επιχείρηση κατά του Ιράν σηματοδοτεί μια επικίνδυνη καμπή για τη Μέση Ανατολή. Και τούτο διότι οι στόχοι δεν φαίνεται να περιορίζονται στη ματαίωση του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος της Τεχεράνης, αλλά φαίνεται να εκτείνονται σε επιδίωξη «αλλαγής καθεστώτος». Η εγκατάλειψη της διπλωματίας υπέρ της στρατιωτικής κλιμάκωσης συνιστά όχι μόνο στρατηγικό ρίσκο αλλά και πολιτική αντίφαση για έναν Αμερικανό πρόεδρο που είχε δεσμευτεί να τερματίσει τους «αιώνιους πολέμους».

Από πλευράς διεθνούς νομιμότητας, η επιχείρηση δεν διαθέτει εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπως απαιτεί ο Καταστατικός Χάρτης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η παράκαμψη του θεσμικού πλαισίου υπονομεύει τον κανόνα της συλλογικής ασφάλειας και ενισχύει τη λογική της μονομερούς χρήσης βίας. Παράλληλα, εγείρονται σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας εντός των ΗΠΑ, καθώς η κήρυξη πολέμου εναπόκειται στο Κογκρέσο.

Η ιστορική εμπειρία από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη δείχνει ότι οι εξωτερικά επιβαλλόμενες «αλλαγές καθεστώτος» οδηγούν συχνά σε χάος, εμφύλιες συγκρούσεις και αυταρχικές αναδιπλώσεις.

Ηδη το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν απαντά πλήττοντας αμερικανικούς στόχους στην περιοχή, ενώ η ενεργοποίηση συμμάχων του, όπως ακραίες και τρομοκρατικές οργανώσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, απειλεί τη ναυσιπλοΐα και τη σταθερότητα συνολικά. Ο θεμιτός στόχος του ελέγχου και του περιορισμού του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος μπορεί και οφείλει να επιδιωχθεί μέσω επαναφοράς της διπλωματίας και της πολυμερούς διαπραγμάτευσης, όχι μέσω μιας σύγκρουσης με άδηλο τέλος.

* Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

>>

———

«America 250»: Πατριωτισμός, μνήμη και η δοκιμασία της αμερικανικής δημοκρατίας/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2026-02-19 21:13

«America 250»: Πατριωτισμός, μνήμη και η δοκιμασία της αμερικανικής δημοκρατίας

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

www.metarithmisi.gr/content/america-250-patriotismos-mneme-kai-e-dokimasia-tes-amerikanikes-demokratias?fbclid=IwY2xjawQEPXtleHRuA2FlbQIxMABicmlkETE3OFF2VkplcDUxTmpKWFgwc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHudhL9FUhnFr_TRlqghzhrRdHUTs1JrZxVtOtbfJqLs1v0ixIPqn1n_go2bb_aem_Akgg9QzWWFlXqM6MX5aNCA

 

 Θόδωρος Τσίκας/ Μαρωβήτα Νικολαΐδου

 

Φέτος οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπληρώνουν 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας τους. Η επέτειος οργανώνεται θεσμικά μέσω της U.S. Semiquincentennial Commission (“America 250”) και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως εθνική στιγμή ενότητας. Όμως, σε αντίθεση με το «Bicentennial» (επέτειος των 200 χρόνων) του 1976, η χώρα εισέρχεται σε αυτή τη φάση υπό συνθήκες βαθιάς πολιτικής πόλωσης, θεσμικής αμφισβήτησης και συγκρουσιακής επαναδιαπραγμάτευσης της ιστορικής της μνήμης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποια μορφή πατριωτισμού θα πλαισιώσει τον εορτασμό των 250 ετών και τι είδους δημοκρατική ταυτότητα θα προκύψει από αυτόν.

 

Ι. Πατριωτισμός: από την αγάπη στην ηθική δέσμευση

Η κλασική φιλοσοφική συζήτηση ορίζει τον πατριωτισμό ως «αγάπη για την πατρίδα». Όμως, όπως έχει αναλυθεί στη σύγχρονη πολιτική θεωρία, η έννοια είναι πολυεπίπεδη. Μπορούμε να διακρίνουμε τουλάχιστον τρεις βασικές μορφές:

  1. Ταυτοτικός/κοσμικός πατριωτισμός (Billig, 1995): έμφαση στα επιτεύγματα, στην ισχύ, στην εθνική υπερηφάνεια.

  2. Συνταγματικός πατριωτισμός (Habermas, 1992): αφοσίωση στους δημοκρατικούς θεσμούς, στο Σύνταγμα και στα δικαιώματα.

  3. Ηθικός πατριωτισμός (MacIntyre, 1984): ιδιαίτερη μέριμνα για την ηθική ακεραιότητα της χώρας — για το αν ενεργεί δίκαια στο εσωτερικό και διεθνώς.

Η σύγκρουση που παρατηρούμε σήμερα στις ΗΠΑ είναι μεν ιδεολογική, αλλά κυρίως αποτελεί σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις του πατριωτισμού.

Στον σύγχρονο δημόσιο διάλογο στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδύεται με αυξανόμενη ένταση μια θεμελιώδης διάκριση: αν ο πατριωτισμός σημαίνει αφοσίωση σε πρόσωπα και πολιτικές ηγεσίες ή αν σημαίνει προσήλωση σε θεσμικές αρχές που δεσμεύουν άπαντες ανεξαιρέτως.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά απλώς τη ρητορική· αφορά τον ίδιο τον ορισμό της δημοκρατικής νομιμότητας. Μια ισχυρή τάση υποστηρίζει ότι η πίστη στην Αμερική δεν μπορεί να ταυτίζεται με πίστη στην εκάστοτε κυβέρνηση ή σε χαρισματικές πολιτικές φυσιογνωμίες, αλλά οφείλει να εδράζεται σε κανόνες: κράτος δικαίου, διάκριση εξουσιών, εκλογική λογοδοσία και συνταγματική συνέχεια.

Πρόκειται για μια κατανόηση του πατριωτισμού που μετατοπίζει το επίκεντρο από την πολιτική ταύτιση στη θεσμική αυτοδέσμευση — από το «ποιος κυβερνά» στο «υπό ποιους κανόνες κυβερνά». Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοκρατική αφοσίωση αποκτά διαδικαστικό χαρακτήρα: η νομιμότητα προηγείται της εξουσίας και δεν απορρέει από αυτήν. Αυτή η διάκριση αποκτά κομβική σημασία κατά τον εορτασμό America 250.

 

ΙΙ. Η σύγκρουση για τη μνήμη: ποιος ορίζει το «εμείς»;

Η επέτειος συμπίπτει με τα 100 χρόνια από τη θεσμοθέτηση της « Black History Week»(1926), που αργότερα εξελίχθηκε σε «Black History Month». Ωστόσο, η συγκυρία χαρακτηρίζεται από:

  • Νομοθετικές παρεμβάσεις σε πολιτείες που περιορίζουν το περιεχόμενο διδασκαλίας γύρω από φυλή, δουλεία και ανισότητες.

  • Αναθεώρηση ή αποδυνάμωση προγραμμάτων «Diversity, Equity & Inclusion» (DEI).

  • Την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Students for Fair Admissions v. Harvard, 2023), που έκρινε αντισυνταγματική τη χρήση φυλετικών κριτηρίων στις πανεπιστημιακές εισαγωγές.

  • Καταγγελίες για διαγραφή ή συρρίκνωση ομοσπονδιακών δεδομένων σχετικών με ανισότητες.

Η διαμάχη δεν αφορά απλώς εκπαιδευτικό περιεχόμενο. Όπως έχει δείξει ο Benedict Anderson, τα έθνη είναι «φαντασιακές κοινότητες» — συγκροτούνται μέσα από κοινές αφηγήσεις. Και, όπως θα προσέθετε ο Pierre Bourdieu, η επιλογή του τι διδάσκεται και τι αποσιωπάται είναι άσκηση συμβολικής ισχύος.

 

Η εθνική μνήμη δεν είναι ουδέτερη. Είναι πολιτική.

Όταν περιορίζεται η διδασκαλία για τη δουλεία, τη φυλετική βία ή τις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες των ανισοτήτων, δεν αφαιρούνται απλώς κεφάλαια από βιβλία. Αναδιαμορφώνονται τα όρια του συλλογικού «εμείς».

Η σύγκρουση για τη «Μαύρη Ιστορία» είναι σύγκρουση για τον ορισμό της ίδιας της αμερικανικής δημοκρατίας.

 

 

ΙΙΙ. Ο μύθος της «ουδετερότητας»

Η επίσημη ρητορική που συνοδεύει την αναθεώρηση προγραμμάτων DEI επικαλείται την «ουδετερότητα». Ωστόσο, στη φιλοσοφία της πολιτικής γνώσης, η ουδετερότητα δεν είναι απουσία πολιτικής· είναι επιλογή πλαισίου.

Ο Simon Keller έχει επισημάνει ότι ο πατριωτισμός συχνά εμπεριέχει μια μορφή «κακής πίστης» — επιλεκτική ανάγνωση της ιστορίας που προστατεύει μια ταυτότητα από την ηθική της έκθεση. Όταν η μνήμη γίνεται επιλεκτική, ο πατριωτισμός μετατρέπεται από ηθική στάση σε μυθολογική αυτοεπιβεβαίωση.

Αντίθετα, ο ηθικός πατριωτισμός δεν φοβάται τη σκοτεινή πλευρά του παρελθόντος. Τη θεωρεί αναγκαία για τη δημοκρατική ωρίμανση.

Ο εορτασμός «America 250» αναμένεται να λειτουργήσει ως κρίσιμο τεστ για τον δημοκρατικό χαρακτήρα της σύγχρονης αμερικανικής διοίκησης: θα αποτελέσει μια επέτειο αυτάρεσκης αυτοεπιβεβαίωσης ή μια ώριμη στιγμή συλλογικής αυτοκριτικής;

Το καίριο ερώτημα πολιτικής φιλοσοφίας εδώ δεν αφορά απλώς τον τρόπο εορτασμού, αλλά το περιεχόμενο και τον συμβολισμό του. Ποια εκδοχή πατριωτισμού θα κυριαρχήσει — μια εορταστική, ενοποιητική αφήγηση χωρίς ρωγμές ή μια κριτική προσέγγιση που αναγνωρίζει τις αντιφάσεις της αμερικανικής εμπειρίας; Και, κατ’ επέκταση, ποια μορφή δημοκρατικής ταυτότητας μπορεί να αναδυθεί σε μια συγκυρία όπου η συλλογική μνήμη, η θεσμική νομιμότητα και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζονται ταυτόχρονα.

 

IV. Αποσύνδεση και «μηδενιστική βία»

Η πολιτική πόλωση των τελευταίων ετών, η αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων, η ρητορική απαξίωσης των θεσμών και τα επίμονα υψηλά επίπεδα ένοπλης βίας συνιστούν όχι μόνο κοινωνικό πρόβλημα αλλά και σύμπτωμα πολιτισμικής αποσύνδεσης.

Όταν διαρρηγνύεται η κοινή αφήγηση, διαρρηγνύεται και η κοινή ταυτότητα.

Σε συνθήκες όπου:

  • οι θεσμοί αμφισβητούνται,

  • η ιστορική μνήμη κατακερματίζεται,

  • η πολιτική ταυτότητα αναδομείται με όρους φυλετικής ή ιδεολογικής απόλυσης,

αναδύεται αυτό που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «μηδενιστική βία»: βία αποσυνδεδεμένη από συλλογικό όραμα, βία ως έκφραση ταυτότητας και όχι πολιτικού προγράμματος.

Η απουσία κοινού ηθικού πατριωτισμού αφήνει κενό που συχνά καλύπτεται από φυλετικό ή πολιτισμικό απολυταρχισμό.

Τα δεδομένα είναι αποκαλυπτικά: το 57% φοβάται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε πορεία προς έναν εμφύλιο πόλεμο. Το 60% εκτιμά ότι οι φυλετικές σχέσεις επιδεινώνονται — ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με πέρυσι. Το 69% των μη λευκών ψηφοφόρων δηλώνει ανησυχία για την άνοδο της λευκής υπεροχής, επίσης αυξημένο σε σύγκριση με το 2024. Και όμως, ταυτόχρονα, το 88% των Αμερικανών ψηφοφόρων συνεχίζει να συμφωνεί — το 66% συμφωνεί απόλυτα — ότι η ποικιλομορφία καθιστά τη χώρα ισχυρότερη, ποσοστό αμετάβλητο από το 2023.

 

V. «America 250»: εορτασμός ή δημοκρατικό δημοψήφισμα;

Το «Bicentennial» του 1976 πραγματοποιήθηκε μετά το τραύμα του Watergate αλλά σε ένα πλαίσιο όπου η θεσμική πίστη παρέμενε ισχυρή. Σήμερα, η συγκυρία είναι διαφορετική.

Η «America 250» συμπίπτει με:

  • βαθιά κομματική πόλωση,

  • συζήτηση περί θεσμικής νομιμότητας,

  • επαναδιαπραγμάτευση της εθνικής αφήγησης,

  • μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης γύρω από θέματα ταυτότητας και ελευθερίας του λόγου.

Η επέτειος πέρα από συμβολική στιγμή είναι και πολιτικό γεγονός. Το ερώτημα δεν είναι αν οι Αμερικανοί αγαπούν τη χώρα τους. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει να την αγαπούν.

  • Αν πατριωτισμός σημαίνει άκριτη υπερηφάνεια, τότε η μνήμη θα συρρικνωθεί.

  • Αν πατριωτισμός σημαίνει πίστη σε αρχές, τότε η μνήμη θα διευρυνθεί.

  • Αν πατριωτισμός σημαίνει ηθική ευθύνη, τότε η επέτειος θα είναι ευκαιρία αυτοκριτικής και θεσμικής ενίσχυσης.

Η σύγκρουση για τη «Μαύρη Ιστορία», για τα προγράμματα DEI, για το τι συνιστά «ουδετερότητα», για τη σχέση πίστης στο Σύνταγμα έναντι πίστης σε πρόσωπα — όλα αυτά συγκλίνουν σε ένα θεμελιώδες ζήτημα:

Θα οικοδομηθεί η «America 250» πάνω σε έναν μυθολογικό πατριωτισμό ή σε έναν ηθικό και συνταγματικό πατριωτισμό;

Η απάντηση δεν αφορά μόνο τον εορτασμό. Αφορά τη συνοχή της αμερικανικής δημοκρατίας. Γιατί κάθε κοινωνία που επιλέγει τι θυμάται, επιλέγει ταυτόχρονα ποια θέλει να γίνει.

>>

———

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών Συμφωνιών;/ Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, με αφορμή την υπογραφή συμφωνίας με την αμερικανική εταιρεία Chevron

2026-02-18 00:09

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών συμφωνιών;

 
 
 

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/2/2026

www.tanea.gr/print/2026/02/17/opinions/einai-omalos-o-dromos-ton-energeiakon-symfonion/

Θόδωρος Τσίκας

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: «Drill, baby, drill», όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα. Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν «ερευνητικές» γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης – Κρήτης αποκτά έντονη πολιτική διάσταση. Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας – Λιβύης και Αιγύπτου – Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι («αντικείμενες») ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης είναι μονόδρομος.

Παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της «πράσινης» μετάβασης, η Ευρωπαϊκή ΕΈνωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μη χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα – όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται «hotspot» της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, «καθαρών» μορφών ενέργειας.

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Ομως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου – με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές – τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει τη χρήση τους;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

———

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών Συμφωνιών;/ Άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, με αφορμή την υπογραφή συμφωνίας με την αμερικανική εταιρεία Chevron

2026-02-18 00:05

Είναι ομαλός ο δρόμος των ενεργειακών συμφωνιών;

 

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 17/2/2026

www.tanea.gr/print/2026/02/17/opinions/einai-omalos-o-dromos-ton-energeiakon-symfonion/

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: «Drill, baby, drill», όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα. Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν «ερευνητικές» γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης – Κρήτης αποκτά έντονη πολιτική διάσταση. Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας – Λιβύης και Αιγύπτου – Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι («αντικείμενες») ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης είναι μονόδρομος.

Παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της «πράσινης» μετάβασης, η Ευρωπαϊκή ΕΈνωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μη χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα – όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται «hotspot» της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, «καθαρών» μορφών ενέργειας.

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Ομως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου – με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές – τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει τη χρήση τους;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

 

>>

———

Επανασύνδεση με την «Διακήρυξη των Αθηνών»/ 'Αρθρο αποτίμησης της συνάντησης Ερντογάν-Μητσοτάκη στη "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2026-02-12 17:25

 

Επανασύνδεση με την «Διακήρυξη των Αθηνών»

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ", 12/2/2026

 

www.metarithmisi.gr/content/epanasundese-me-ten-diakeruxe-ton-athenon

 

Η συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας και η συνάντηση των δύο ηγετών στην Άγκυρα είχε θετικά αποτελέσματα. Ίσως ήταν ένα βήμα επιπλέον, από ό,τι αναμενόταν με βάση το κλίμα που είχε διαμορφωθεί πριν από αυτήν.

 

Επιβεβαιώθηκε ότι οι δύο χώρες διατηρούν και επαναφέρουν το πνεύμα της «Διακήρυξης των Αθηνών για Φιλικές Σχέσεις και Καλή Γειτονία», που είχαν υπογράψει τον Δεκέμβριο του 2023. Ότι παρά το ότι παραμένουν η καθεμία στις βασικές θέσεις της, δεν επιθυμούν να οδηγούνται σε ένταση, σε κρίση ή -ακόμα περισσότερο- σε σύγκρουση.

 

Σε αυτήν την κατεύθυνση, ιδιαιτέρως σημαντικές είναι οι αναφορές της γραπτής Κοινής Δήλωσης:

«Η Τουρκία και η Ελλάδα επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για βελτίωση αποτελεσματικών διαύλων και μηχανισμών επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, καθώς και για την εξάλειψη αδικαιολόγητων πηγών έντασης, προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές κλιμακώσεις και κίνδυνοι για την επιτυχή διαχείριση των διμερών τους σχέσεων.

Και οι δύο πλευρές επανέλαβαν ότι η εκτεταμένη διμερής συνεργασία, με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, θα ενισχύσει περαιτέρω την περιφερειακή ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία και θα τονώσει την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.»

 

Επιπλέον, σημασία έχει το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν ανέφερε πως παρότι τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου είναι «ακανθώδη», αλλά όχι άλυτα με βάση το Διεθνές Δίκαιο.

 

Αν αυτό συνδυαστεί με πρόσφατη δήλωση του Τούρκου υπουργού, Χακάν Φιντάν ότι πρέπει και μπορεί να επιλυθεί «το πρόβλημα του Αιγαίου», θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια προσπάθεια διαμόρφωσης της τουρκικής θέσης, με τρόπο που να μην τίθενται εξ υπαρχής εμπόδια στην διαδικασία διαπραγμάτευσης που θα πρέπει να ξεκινήσει.

 

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί το συμφιλιωτικό και ήπιο κλίμα, μέσα στο οποίο διεξήχθη η συζήτηση, ακόμα και όταν γινόταν αναφορά σε θέσεις με τις διαφωνεί η κάθε πλευρά.

 

Σημαίνουν όλα αυτά ότι μπαίνουμε σε διαδικασία επίλυσης των διμερών διαφορών; Όχι. Διότι οι δύο ηγεσίες άφησαν ανεκμετάλλευτο το χρονικό διάστημα των 2 και πλέον χρόνων που μεσολάβησε από την “Διακήρυξη των Αθηνών” και τώρα πλέον πλησιάζουμε στον εκλογικό κύκλο. Το αργότερο την επόμενη χρονιά στην Ελλάδα και το 2027-2028 στην Τουρκία.

 

Αν οι δύο πλευρές θεωρούν ότι με το να συζητούν απλώς, μπορούν να απομακρύνουν το ενδεχόμενο παρέμβασης τρίτων, εξωτερικών παραγόντων (βλέπε Τραμπ) για διευθέτηση των εκκρεμοτήτων, κάνουν λάθος. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και η ανάγκη ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Μ. Ανατολή, προϋποθέτουν συνθήκες ασφάλειας και σταθερότητας.

 

Και αυτά μόνο ένας διάλογος ουσίας, που θα αγγίζει και τα δύσκολα ζητήματα, και θα οδηγεί στην επίλυση -είτε μέσω των απευθείας διαπραγματεύσεων είτε μέσω Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης- μπορεί να τα εξασφαλίσει.

 

Επομένως και πάλι η πολιτική βούληση είναι αναγκαία. Ιδού η Ρόδος...

>>

———

Να προχωρήσει στην ουσία ο ελληνοτουρκικός διάλογος/ Άρθρο ενόψει της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα στην "Εφημερίδα των Συντακτών"

2026-02-09 19:21
Να προχωρήσει στην ουσία ο ελληνοτουρκικός διάλογος
 
 
www.efsyn.gr/stiles/apopseis/500305_na-prohorisei-stin-oysia-o-ellinotoyrkikos-dialogos
 
 
09.02.26 
Θόδωρος Τσίκας*
 
Η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Αγκυρα πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ, Κρήτης και Λιβύης εισέρχεται σε εντυπωσιακή κινητικότητα. Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας.
 
Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, «πράσινου» υδρογόνου κ.ά. από τη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο, την Αραβική Θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική προς την Ευρώπη γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το «πάγωμα» της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
 
Η μελλοντική προοπτική για έναν «διάδρομο» οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας - Μέσης Ανατολής - Ευρώπης (IMEC) θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος. Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αν δεν ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις τους για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες - ΑΟΖ. Η διευθέτηση της σύγκρουσης στη Γάζα, η διεθνής στήριξη στην ομαλοποίηση της κατάστασης στη Συρία, η οριοθέτηση των ΑΟΖ Λιβάνου - Ισραήλ με αμερικανική διαμεσολάβηση, καθώς και η προσπάθεια επέκτασης των «Συμφωνιών του Αβραάμ» για προσέγγιση και διπλωματική αλληλοαναγνώριση Ισραήλ - μετριοπαθών αραβικών χωρών (με βασικό ζητούμενο τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας) αποσκοπούν και στην υλοποίηση των προαναφερθέντων σχεδίων.
 
Ενας κύκλος κλείνει και ανοίγει ένας νέος: η επόμενη ημέρα αφορά και την Τουρκία. Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις. Δεν νοείται οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό να δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα «επιβάλει» λύσεις.
 
Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν, συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.
 
Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του «σκληρού πυρήνα» των διαφορών, και όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθούν στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή του νέου προοδευτικού Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ μιας ομοσπονδιακής λύσης, αντί «λύσης δύο κρατών», ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.
 
Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας - Κύπρου (Great Sea Interconnector - GSI) δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.
 
Το σχήμα «3+1», Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική «μηδενικού αθροίσματος».
 
Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win-win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
 
*Πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
 
 
>>

———

"Ο κόσμος αλλάζει, αλλά προς τα πού;" / Άρθρο του Θόδωρου Τσίκα, Πολιτικού Επιστήμονα - Διεθνολόγου, στο Nonpapers.gr

2026-01-31 15:27

"Ο κόσμος αλλάζει, αλλά προς τα πού;" 

Άρθρο του Θόδωρου Τσίκα, Πολιτικού Επιστήμονα - Διεθνολόγου, στο Nonpapers.gr

 

nonpapers.gr/o-kosmos-allazei-alla-pros-ta-pou/

 

Ο κόσμος που γνωρίσαμε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να απομακρύνεται οριστικά. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες επικράτησε -έστω με αντιφάσεις και ασυνέχειες- η αίσθηση ότι το διεθνές σύστημα κινείται προς μεγαλύτερη συνεργασία, θεσμική ρύθμιση και σταδιακή επικράτηση κανόνων δικαίου έναντι της ωμής ισχύος.

Σήμερα, αυτή η εικόνα έχει ανατραπεί. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην κορυφή της αμερικανικής πολιτικής ζωής δεν είναι απλώς μεμονωμένα γεγονότα. Αποτελούν συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης σε μια νέα, πιο ασταθή και συγκρουσιακή διεθνή τάξη.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, συνιστά τομή ιστορικών διαστάσεων. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ επιχειρεί, με στρατιωτικά μέσα, να καταργήσει την κυριαρχία ενός γειτονικού κράτους και να αναθεωρήσει δια της βίας τα σύνορα στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν περιφερειακό πόλεμο. Είναι μια ανοιχτή αμφισβήτηση των βασικών αρχών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική διεθνής τάξη: της απαγόρευσης της χρήσης βίας, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχικής ισότητας των κρατών.

Ταυτόχρονα, η πολιτική Τραμπ σηματοδοτεί μια βαθιά κρίση στο εσωτερικό του ίδιου του δυτικού κόσμου. Η αμφισβήτηση των συμμαχιών, η επιφυλακτικότητα -αν όχι η εχθρότητα- απέναντι στους διεθνείς θεσμούς, ο οικονομικός εθνικισμός και η λογική των διμερών «συναλλαγών» αντί της πολυμερούς συνεργασίας συνθέτουν ένα νέο πρότυπο άσκησης ισχύος.

Οι δύο αυτές εξελίξεις, αν και διαφορετικής προέλευσης, συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο σημείο: υπονομεύουν το πλαίσιο συλλογικής ασφάλειας και θεσμικής σταθερότητας που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική εποχή. Ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και μια σειρά εξειδικευμένων οργανισμών συγκρότησαν, μεταπολεμικά, ένα πυκνό δίκτυο κανόνων και διαδικασιών που επέτρεψε, παρά τις εντάσεις, τη σχετική σταθερότητα και προβλεψιμότητα του συστήματος.

Αυτό το θεσμικό οικοδόμημα δοκιμάζεται σκληρά: η παράκαμψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η εργαλειοποίηση των διεθνών οργανισμών και η αποδυνάμωση των μηχανισμών επίλυσης διαφορών υπονομεύουν τη νομιμοποιητική βάση της διεθνούς τάξης.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο υλικά συμφέροντα, αλλά και ανταγωνιστικά οράματα για τη διεθνή τάξη: φιλελεύθερη δημοκρατία έναντι αυταρχικών μοντέλων διακυβέρνησης, πολυμερής συνεργασία έναντι μονομερούς επιβολής, κανόνες έναντι σφαιρών επιρροής. Σε αυτό το επίπεδο, η κρίση των διεθνών οργανισμών είναι ταυτόχρονα θεσμική και ιδεολογική.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι κίνδυνοι γενικευμένων συγκρούσεων αυξάνονται. Η Ουκρανία είναι μόνο μία από τις πιθανές εστίες ανάφλεξης. Η Μέση Ανατολή, η Ανατολική Μεσόγειος, η Νότια Σινική Θάλασσα και η Ταϊβάν αποτελούν περιοχές όπου ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων μπορεί εύκολα να κλιμακωθεί. Παράλληλα, νέες μορφές αντιπαράθεσης -υβριδικός πόλεμος, κυβερνοεπιθέσεις, ενεργειακή και τεχνολογική εξάρτηση- μεταβάλλουν τη φύση της ισχύος και καθιστούν πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου.

Πολυκεντρικό ή πολυμερές διεθνές σύστημα;

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια κρίσιμη αντίστιξη για το μέλλον του διεθνούς συστήματος: «πολυπολικό» ή πολυμερές; Το «πολυπολικό»-ή ευρύτερα πολυκεντρικό- σύστημα περιγράφει έναν κόσμο όπου πολλαπλά κέντρα ισχύος συνυπάρχουν χωρίς ισχυρούς και δεσμευτικούς κανόνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η λογική των σφαιρών επιρροής τείνει να επανέρχεται στο προσκήνιο.

Οι μεγάλες και μεσαίες δυνάμεις ανταγωνίζονται για τον έλεγχο γεωπολιτικών χώρων, ενεργειακών διαδρόμων, πρώτων υλών και στρατηγικών τεχνολογιών. Η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, οι θαλάσσιες ζώνες, οι κρίσιμες υποδομές και οι αγορές καθίστανται αντικείμενα έντονης αντιπαράθεσης.

Η εμπειρία της Ουκρανίας, αλλά και οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, δείχνουν ότι ένα χαλαρά ρυθμιζόμενο «πολυπολικό» σύστημα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πεδίο συγκρούσεων και ασταθών ισορροπιών. Αντίθετα, το πολυμερές σύστημα δεν ορίζεται πρωτίστως από τον αριθμό των πόλων ισχύος, αλλά από την ποιότητα των κανόνων και των θεσμών που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Η πολυμερής συνεργασία, μέσω διεθνών οργανισμών, καθεστώτων και συμφωνιών, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξισορρόπησης, πρόληψης κρίσεων και ειρηνικής διαχείρισης ανταγωνισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ισχύς δεν εξαφανίζεται, αλλά εντάσσεται σε ένα πλέγμα κανόνων που περιορίζει τη μονομερή δράση και ενθαρρύνει τις συνεργασίες σε τομείς όπως η ασφάλεια, η ενέργεια, το εμπόριο και η κλιματική αλλαγή. Ένα λειτουργικό πολυμερές σύστημα μπορεί να παράγει νέες ισορροπίες, βασισμένες όχι μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στη θεσμική αξιοπιστία και τη νομιμοποίηση.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν ο κόσμος αλλάζει. Αυτό είναι ήδη δεδομένο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση και με ποιους όρους. Αν επικρατήσει η λογική του ανεξέλεγκτου “πολυπολικού” ανταγωνισμού, των σφαιρών επιρροής και της ωμής ισχύος, ο 21ος αιώνας κινδυνεύει να εξελιχθεί σε περίοδο διαρκών κρίσεων, ανασφάλειας και υπονόμευσης της διεθνούς νομιμότητας. Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι μικρότερες και μεσαίες χώρες θα βρεθούν ιδιαίτερα εκτεθειμένες, χωρίς επαρκή θεσμικά αναχώματα απέναντι στις πιέσεις των ισχυρών.

Η συνειδητή επιλογή της πολυμερούς συνεργασίας και της ενίσχυσης των διεθνών οργανισμών μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας, πιο σταθερής διεθνούς τάξης. Η αναβάθμιση του ρόλου του ΟΗΕ και η μεταρρύθμιση του, η μεταρρύθμιση των μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας, η ενίσχυση των καθεστώτων ελέγχου εξοπλισμών και η θεσμική ρύθμιση νέων πεδίων, όπως ο κυβερνοχώρος και οι τεχνολογίες αιχμής, δεν είναι απλώς τεχνικές παρεμβάσεις. Συνιστούν πολιτικές επιλογές με βαθύ κανονιστικό περιεχόμενο, που αφορούν το ίδιο το είδος της διεθνούς τάξης που επιθυμούμε.

Ο ρόλος της Ευρώπης

Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της Ευρώπης αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη πόλο ισχύος, αλλά ένα μοναδικό ιστορικό πείραμα υπερεθνικής διακυβέρνησης, βασισμένο σε κανόνες, θεσμούς και αμοιβαίους περιορισμούς. Σε έναν κόσμο που τείνει προς την “πολυπολικότητα” και τον ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής, η Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας και εγγυητής της πολυμερούς λογικής, προωθώντας ένα πρότυπο διεθνούς τάξης θεμελιωμένο στο διεθνές δίκαιο και στη θεσμική συνεργασία.

Η Ευρώπη καλείται να αναλάβει αυξημένη ευθύνη. Όχι μόνο για την ίδια την ασφάλεια της, αλλά και για τη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες. Η επιτάχυνση και εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε όλους τους τομείς -πολιτικό, οικονομικό, αμυντικό- αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα. Ακόμη και αν αυτό απαιτήσει μορφές ενισχυμένης συνεργασίας και ομοσπονδιακής κατεύθυνσης, με τη συμμετοχή όχι όλων αλλά όσων είναι έτοιμοι να προχωρήσουν.

>>

———

Θόδωρος Τσίκας: Η Γροιλανδία και η ρωγμή στη Δύση: Τραμπ, ΝΑΤΟ και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων/ Άρθρο στο ANATROPI NEWS

2026-01-23 17:18

Θόδωρος Τσίκας / Η Γροιλανδία και η ρωγμή στη Δύση: Τραμπ, ΝΑΤΟ και το μέλλον των ευρωατλαντικών σχέσεων

ANATROPI NEWS 

 

www.anatropinews.gr/2026/01/thodoros-tsikas-i-groilandia-kai-i-rogmi-sti-dysi-trab-nato-kai-to-mellon-ton-evroatlantikon-scheseon/

 

Του Θόδωρου Τσίκα*

 

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το ενδεχόμενο αμερικανικής «απόκτησης» της Γροιλανδίας, καθώς και η έκτακτη Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ακολούθησε, δεν αφορούν απλώς ένα ιδιόμορφο διπλωματικό επεισόδιο. Αγγίζουν τον πυρήνα των ευρωατλαντικών σχέσεων και θέτουν εκ νέου το ερώτημα της συνοχής της Δύσης σε μια στιγμή κατά την οποία στην Ουκρανία διεξάγεται ο μεγαλύτερος πόλεμος στην Ευρώπη μετά το 1945.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στο στρατηγικό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την Γροιλανδία, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε το ζήτημα. Με όρους συναλλαγής και σχεδόν αποικιακής λογικής, αμφισβήτησε εμμέσως το καθεστώς ενός εδάφους που ανήκει – με καθεστώς αυτονομίας – στη Δανία, κράτος–μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Η στάση αυτή δεν συνιστά απλώς διπλωματική απερισκεψία. Υπονομεύει θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την ευρωπαϊκή κυριαρχία.

 

Η αντίδραση της Ε.Ε., μέσω της έκτακτης Συνόδου Κορυφής, υπήρξε συγκρατημένη αλλά αποκαλυπτική. Πίσω από τις προσεκτικές διατυπώσεις διαφάνηκε ο φόβος ότι μια πιθανή νέα προεδρία Τραμπ θα επαναφέρει μια αμερικανική εξωτερική πολιτική απρόβλεπτη, μονομερή και ανοιχτά συναλλακτική. Μια πολιτική που έχει ήδη στο παρελθόν απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, έχει αμφισβητήσει τις συμμαχικές δεσμεύσεις και έχει παρουσιάσει τη συλλογική ασφάλεια ως βάρος και όχι ως στρατηγικό πλεονέκτημα.

Διότι, ακόμη και αν η άμεση κρίση φαίνεται προς το παρόν να αποκλιμακώνεται, το υποκείμενο πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί. Κάτι έχει σπάσει. Κάτι έχει ραγίσει. Ένα επικίνδυνο προηγούμενο έχει τεθεί: ένας σύμμαχος τόλμησε να απειλήσει, δημόσια και απροκάλυπτα, την κυριαρχία ενός άλλου συμμάχου.

 

Μπορεί το Άρθρο 5 της συλλογικής άμυνας να λειτουργήσει αξιόπιστα, όταν ο πολιτικός ηγέτης της ισχυρότερης χώρας της Συμμαχίας αφήνει να εννοηθεί ότι οι δεσμεύσεις ασφαλείας είναι διαπραγματεύσιμες; Μπορούν οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας, που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή απέναντι στη Ρωσία, να αισθάνονται ασφαλείς όταν βλέπουν την Ουάσιγκτον να φλερτάρει με τη λογική της επιλεκτικής προστασίας; Και μπορούν οι αντίπαλοι να μην εκλάβουν αυτές τις ρωγμές ως πρόσκληση για νέες δοκιμασίες;

Για την Ευρώπη, το ζήτημα της Γροιλανδίας λειτουργεί ως υπενθύμιση μιας δυσάρεστης πραγματικότητας. Παρά τις συζητήσεις περί «στρατηγικής αυτονομίας», η ευρωπαϊκή Άμυνα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκαλύπτει τα όρια των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων.

Ταυτόχρονα, όμως, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί το πολιτικό ρίσκο μιας σχέσης που εξαρτάται τόσο έντονα από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ. Όταν ο βασικός σύμμαχος εμφανίζεται έτοιμος να αμφισβητήσει ευρωπαϊκά εδάφη, να υπονομεύσει τη συλλογική άμυνα ή ακόμη και να απειλήσει με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, τότε η ανάγκη για μεγαλύτερη πολιτική και στρατηγική αυτενέργεια καθίσταται επιτακτική.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας δείχνει ότι η εποχή της αυτόματης ευθυγράμμισης έχει παρέλθει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποκτήσει πιο ενιαία φωνή, να ενισχύσει ουσιαστικά τις αμυντικές της δυνατότητες και να οικοδομήσει μια πιο ισότιμη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, βασισμένη στη σταθερότητα των δεσμεύσεων και στον σεβασμό της κυριαρχίας.

Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η διαχείριση μιας δύσκολης συμμαχικής σχέσης. Είναι βαθύτερα πολιτικό και θεσμικό. Σε έναν κόσμο γενικευμένης αστάθειας, πολέμων και αναθεωρητικών δυνάμεων, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να επιβιώνει ως ατελής Ένωση Κρατών, εξαρτημένη στρατηγικά από τρίτους και πολιτικά κατακερματισμένη.

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι η επιτάχυνση και η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε όλους τους τομείς: πολιτικό, οικονομικό, δημοσιονομικό και, κυρίως, αμυντικό. Μια ενοποίηση με σαφή ομοσπονδιακό προσανατολισμό, που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να αποκτήσει ενιαία εξωτερική πολιτική, κοινή άμυνα και πραγματική στρατηγική αυτονομία.

Αυτή η διαδικασία πρέπει άμεσα να ξεκινήσει, ακόμη και αν αυτή δεν μπορέσει, τουλάχιστον στο πρώτο στάδιο, να περιλάβει όλα τα κράτη-μέλη. Η «ενισχυμένη συνεργασία» μεταξύ εκείνων που είναι έτοιμοι να προχωρήσουν μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα μιας Ευρώπης πιο συνεκτικής, πιο “κυρίαρχης” και πιο αξιόπιστης στο διεθνές σύστημα.

Διότι σε τελική ανάλυση, η κρίση της Γροιλανδίας δεν αφορά μόνο ένα νησί στον αρκτικό κύκλο. Αφορά το αν η Ευρώπη θα παραμείνει θεατής των γεωπολιτικών εξελίξεων ή αν θα αναλάβει, επιτέλους, τον ρόλο που της αναλογεί ως αυτόνομος πολιτικός και στρατηγικός δρων σε έναν κόσμο όπου οι συμμαχίες δεν είναι πλέον δεδομένες, αλλά διαρκώς υπό διαπραγμάτευση.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

>>

———

Η Γροιλανδία δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ DAILY POST

2026-01-14 13:25

Η Γροιλανδία δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης

dailypost.gr

 

dailypost.gr/me-apopsi/i-groilandia-dokimazei-tis-antoches-toy-nato-kai-tis-eyropis/

 

✍️Ο Θόδωρος Τσίκας, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη προκλητική παρέμβαση. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη αντίληψη διεθνών σχέσεων, όπου η ισχύς, η συναλλαγή και ο εξαναγκασμός υπερισχύουν του Διεθνούς Δικαίου, των συμμαχιών και των θεσμικών δεσμεύσεων.

Η υπόθεση της Γροιλανδίας δεν δοκιμάζει μόνο την Ευρωπαϊκή Ένωση, δοκιμάζει τα όρια του ίδιου του ΝΑΤΟ. Η Γροιλανδία δεν είναι ένα «ακίνητο προς αξιοποίηση». Είναι τμήμα
της επικράτειας της Δανίας, κράτους-μέλους τόσο της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ, και κατοικείται από περίπου 57.000 ανθρώπους με πολιτική και κοινωνική υπόσταση. Η αντιμετώπισή της ως αντικείμενο αγοραπωλησίας ή γεωστρατηγικού παζαριού, παραπέμπει σε πρακτικές άλλων εποχών, ασύμβατες με τις αρχές που υποτίθεται ότι συγκροτούν τη δυτική πολιτική κοινότητα.

Η επικίνδυνη λογική της ισχύος

Η στρατιωτική επιλογή για την απόκτηση της Γροιλανδίας, την οποία άφησε να εννοηθεί ο Τραμπ, δεν είναι απλώς ανέφικτη. Είναι πολιτικά αυτοκαταστροφική. Μια τέτοια ενέργεια θα σήμαινε χρήση ή απειλή βίας εναντίον συμμάχου χώρας και θα οδηγούσε σε πρωτοφανή κρίση εντός του ΝΑΤΟ, ίσως και σε διάσπασή του.

Το ΝΑΤΟ βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στη συλλογική εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας των μελών του. Αν ο ισχυρότερος σύμμαχος αμφισβητεί στην πράξη αυτή την αρχή, τότε η Συμμαχία παύει να είναι πλαίσιο ασφάλειας και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής ισχύος. Το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο θα ήταν καταστροφικό: ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο για τους αδύναμους.

Η ψευδαίσθηση της «αγοράς»

Εξίσου προβληματική είναι και η ιδέα της «αγοράς» της Γροιλανδίας. Στον 21ο αιώνα, η μεταβίβαση εδαφών δεν μπορεί να γίνεται ερήμην των πληθυσμών τους. Η αντίληψη ότι 57.000 άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν κυριαρχία ως αποτέλεσμα μιας διμερούς συμφωνίας
θυμίζει αποικιακές πρακτικές και όχι σύγχρονη δημοκρατική τάξη. Η εμμονή του Τραμπ σε τέτοιες λογικές δεν αποδυναμώνει μόνο την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και τη διεθνή αξιοπιστία των ίδιων των ΗΠΑ ως εγγυήτριας δύναμης της μεταπολεμικής τάξης.

Ρεαλισμός χωρίς εκβιασμούς

Υπάρχει, ωστόσο, μια πιο ρεαλιστική οδός, η οποία δεν προϋποθέτει απειλές ή αμφισβήτηση κυριαρχίας. Η αύξηση της αμερικανικής παρουσίας στη Γροιλανδία, η ενίσχυση της στρατιωτικής ασφάλειας της περιοχής και η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της από αμερικανικές εταιρείες μπορούν να συζητηθούν στο πλαίσιο συμφωνιών με τη Δανία, χωρίς ριζική αλλαγή του status της Γροιλανδίας και με σεβασμό στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Η διαφορά είναι κρίσιμη: συνεργασία εντός θεσμών ή επιβολή δια της ισχύος. Ο Τραμπ δείχνει να προτιμά τη δεύτερη, υπονομεύοντας τη συνοχή της Δύσης.

Η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Απέναντι σε αυτή τη στάση, η ΕΕ δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλή. Η αποδοχή αμφισβητήσεων κυριαρχίας κράτους-μέλους, στο όνομα της «συμμαχικής ισορροπίας», θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Η Ευρώπη οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η συμμαχία με τις ΗΠΑ δεν συνεπάγεται παραίτηση από βασικές αρχές.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια περιορισμένη και πολυεθνική ευρωπαϊκή αποτρεπτική παρουσία στη Γροιλανδία, κατόπιν αιτήματος της Δανίας, θα λειτουργούσε ως πολιτικό μήνυμα: ότι η ΕΕ είναι πυλώνας ασφάλειας εντός του ΝΑΤΟ και όχι παθητικός παρατηρητής.

ΝΑΤΟ και ΕΕ: συμπληρωματικοί οργανισμοί, όχι υποκατάστατοι

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το άρθρο 42.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), που προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης. Η ύπαρξή του υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν εξαντλείται στο ΝΑΤΟ και ότι η ΕΕ διαθέτει δικές της θεσμικές εγγυήσεις.

Αυτό δεν αποδυναμώνει τη Συμμαχία. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι σε μονομερείς λογικές ισχύος, ακόμη κι όταν αυτές προέρχονται από συμμάχους.

Συμπέρασμα

Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: όχι τη γεωγραφία της Αρκτικής, αλλά τη σύγκρουση ανάμεσα σε μια θεσμική, βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη και σε μια ωμή, συναλλακτική αντίληψη ισχύος που εκφράζει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα αποδεχθεί αυτή τη διολίσθηση αν θα υπερασπιστεί ενεργά τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Δύση. Η απάντηση στη Γροιλανδία θα είναι, τελικά, απάντηση για το μέλλον του ΝΑΤΟ και της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής αυτονομίας.

>>

———

Τι μπορεί να κάνει η Ε.Ε. για την Γροιλανδία / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ "HUFFINGTON POST"

2026-01-12 12:02
Τι μπορεί να κάνει η Ε.Ε. για την Γροιλανδία 
 
HUFFINGTON POST, 12/1/2026
 
www.huffingtonpost.gr/blogs/ti-borei-na-kanei-i-e-e-gia-tin-groilandia/
 
 
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
 
Οι δηλώσεις των ΗΠΑ θέτουν υπό αμφισβήτηση το καθεστώς  της Γροιλανδίας και την κυριαρχία της Δανίας. Οι δηλώσεις αυτές έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση στρατηγικής ασάφειας που επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια της Ευρώπης και την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολιτικού και παράγοντα ασφάλειας.
 
Η Γροιλανδία δεν αποτελεί περιθωριακό ή απομακρυσμένο ζήτημα. Είναι αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειας κράτους-μέλους της ΕΕ και οι κάτοικοί της είναι πολίτες της ΕΕ. Οποιαδήποτε απόπειρα μεταβολής του καθεστώτος της μέσω πίεσης, εξαναγκασμού ή χρήσης βίας θα συνιστούσε επίθεση κατά κράτους-μέλους και κατά της ίδιας της συνταγματικής τάξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
 
Μια ευρωπαϊκή ευθύνη
 
Η ασφάλεια οποιουδήποτε τμήματος κράτους-μέλους αποτελεί κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αποδέχεται «γκρίζες ζώνες» σε ζητήματα κυριαρχίας. Η στρατηγική ασάφεια αποδυναμώνει την αποτροπή και ενθαρρύνει τον εξαναγκασμό. Συνεπώς, η σαφήνεια, η ενότητα και η πολιτική αποφασιστικότητα είναι απολύτως αναγκαίες.
 
Θα ήταν εξαιρετικά σημαντική η δημιουργία, κατόπιν αιτήματος της Δανίας, μιας περιορισμένης και πολυεθνικής ευρωπαϊκής αποτρεπτικής παρουσίας στη Γροιλανδία. Μια τέτοια παρουσία δεν θα στρεφόταν κατά κανενός συμμάχου, ούτε θα συνεπαγόταν τη στρατιωτικοποίηση της Αρκτικής. Σκοπός της θα ήταν αποκλειστικά η ενίσχυση της αποτροπής, η διεθνοποίηση της ασφάλειας της Γροιλανδίας, η αύξηση του πολιτικού κόστους οποιασδήποτε εχθρικής ενέργειας και η έμπρακτη επίδειξη της ετοιμότητας της Ευρώπης να υπερασπιστεί τα κράτη-μέλη της.
 
Παράλληλα, θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για τη διεξαγωγή στρατιωτικής άσκησης της “Ικανότητας Ταχείας Ανάπτυξης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γροιλανδία, η οποία έχει ήδη πραγματοποιήσει τρεις ασκήσεις στην ηπειρωτική Ευρώπη και τέθηκε σε επιχειρησιακή λειτουργία πέρυσι.
 
 
Αξιοπιστία της αμοιβαίας συνδρομής
 
Πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία του άρθρου 42.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Η διάταξη αυτή θεσπίζει δεσμευτική υποχρέωση παροχής βοήθειας και συνδρομής μεταξύ  των κρατών-μελών σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης.
 
Θα ήταν κρίσιμο η Δανία να καταστήσει σαφές εκ των προτέρων ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση κατά της Γροιλανδίας θα την οδηγούσε να ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 ΣΕΕ. Μια τέτοια προληπτική δήλωση θα ενίσχυε την αποτροπή, εξαλείφοντας        την αβεβαιότητα και επιβεβαιώνοντας ότι μια επίθεση κατά της Γροιλανδίας θα ενεργοποιούσε αυτομάτως ευρωπαϊκή αντίδραση.
 
 
Επανένταξη της Γροιλανδίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη
 
Τα μέτρα ασφάλειας από μόνα τους ενδέχεται να μην επαρκούν. Η μακροπρόθεσμη προστασία της Γροιλανδίας απαιτεί ισχυρότερη αγκύρωσή της στο νομικό και πολιτικό πλαίσιο της ΕΕ.
 
Είναι εφικτή η έναρξη πολιτικής διαδικασίας που θα επιτρέψει στη Γροιλανδία, εφόσον το αποφασίσει δημοκρατικά, να επιδιώξει αλλαγή καθεστώτος και να καταστεί “Εξόχως Απόκεντρη Περιφέρεια” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό θα συνεπαγόταν πλήρη ένταξη στην έννομη τάξη της Ένωσης, με τις προσαρμογές που προβλέπουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες.
 
Μια τέτοια διαδικασία θα απαιτούσε τη συναίνεση του λαού της Γροιλανδίας και αναθεώρηση των ευρωπαϊκών Συνθηκών. Παρ’ όλα αυτά, θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα: η Γροιλανδία αποτελεί πλήρες μέρος  της πολιτικής κοινότητας της Ευρώπης και του συνταγματικού χώρου της. 
 
 
Η Δανία στον πυρήνα της Ευρώπης
 
Η Δανία έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα καταργώντας τη ρήτρα εξαίρεσης στον τομέα της άμυνας. Απομένουν δύο ζητήματα:  η Δανία μπορεί να δεσμευθεί στην ένταξη στο ευρώ και να παραιτηθεί από την εναπομείνασα ρήτρα εξαίρεσης στους τομείς της Δικαιοσύνης και των Εσωτερικών Υποθέσεων.
 
Η πλήρης συμμετοχή σε αυτούς τους τομείς θα ενίσχυε τον ρόλο της Δανίας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής λήψης αποφάσεων και θα βελτίωνε τη συλλογική ασφάλεια και συνοχή. Τα βήματα αυτά δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως παραχωρήσεις ή προϋποθέσεις για     την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, αλλά ως στρατηγικές επενδύσεις στην ενότητα και την ανθεκτικότητα της ΕΕ.
 
 
Ένα αποφασιστικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο
 
O Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει τη δυνατότητα να συγκαλέσει έκτακτη Σύνοδο Κορυφής αφιερωμένη στην κατάσταση στη Γροιλανδία και στην ευρωπαϊκή Άμυνα.
 
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αυτό θα πρέπει:
 
– να εκφράσει πλήρη πολιτική στήριξη προς τη Δανία,
 
– να επιβεβαιώσει την ετοιμότητα παροχής αμοιβαίας συνδρομής βάσει του άρθρου 42.7 ΣΕΕ, εφόσον ζητηθεί,
 
– και να δρομολογήσει συγκεκριμένα βήματα για την εφαρμογή του άρθρου 42.2 ΣΕΕ, με στόχο την οικοδόμηση μιας γνήσιας κοινής ευρωπαϊκής Άμυνας, συνοδευόμενης από πολιτική ομοσπονδοποίηση μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης του άρθρου 48 ΣΕΕ.
 
 
 
Συμπέρασμα
 
Η κατάσταση γύρω από τη Γροιλανδία αποτελεί δοκιμασία της ωριμότητας της ΕΕ ως πολιτικής ένωσης. Μια ευρωπαϊκή αποτρεπτική παρουσία, μια αξιόπιστη δέσμευση στην αμοιβαία συνδρομή, η επανένταξη της Γροιλανδίας στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη, η πλήρης συμμετοχή της Δανίας στην Ένωση και  η αναζωογόνηση της πορείας προς κοινή Άμυνα και πολιτική ενοποίηση συνιστούν από κοινού μια συνεκτική και αναγκαία απάντηση.
 
Είναι επιτακτικό τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη-μέλη να ενεργήσουν αναλόγως. Η Ευρώπη οφείλει να προστατεύσει  τα κράτη-μέλη της, την επικράτειά της και τη συνταγματική τάξη της – χωρίς ασάφειες και χωρίς καθυστέρηση.
 
 
 
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
>>

———

Αμερικανικός αναθεωρητισμός και η ευρωπαϊκή στιγμή/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ", 11/1/2026

2026-01-11 21:55

Αμερικανικός αναθεωρητισμός και η ευρωπαϊκή στιγμή

 

Εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 11/1/2026

www.avgi.gr/diethni/516589_amerikanikos-anatheoritismos-kai-i-eyropaiki-stigmi

Θόδωρος Τσίκας

Η επίθεση κατά της Βενεζουέλας και η άνευ προηγουμένου απαγωγή του Προέδρου της στις 3 Ιανουαρίου 2026 που εκτελέστηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ είναι απολύτως καταδικαστέα. Παρά τον αυταρχικό και μη νομιμοποιημένο χαρακτήρα του καθεστώτος Μαδούρο, η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και ευθεία υπονόμευση των κανόνων που αποτελούν τη βάση της διεθνούς πολυμερούς τάξης πραγμάτων.

 

Οι ΗΠΑ παραβίασαν ευθέως τον Χάρτη του ΟΗΕ, ο οποίος στο άρθρο 2 δεσμεύει τα κράτη-μέλη να «απέχουν από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους». Ο ίδιος Χάρτης παρέχει θεσμικές οδούς πρόληψης ή και εξουσιοδότησης χρήσης βίας για την αποκατάσταση της ειρήνης μέσω του Κεφαλαίου VII. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν επιχείρησε καν να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του ΟΗΕ, ενός οργανισμού που οι ίδιες οι ΗΠΑ ίδρυσαν το 1945. Η επιλογή αυτή επιβεβαιώνει την απομάκρυνση από τον πολυμερή θεσμικό ορθολογισμό και παγιώνει μια λογική μονομερούς επιβολής, όπου οι λαοί υφίστανται τις συνέπειες των επιλογών ισχύος.

Η υπόθεση της Βενεζουέλας εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διολίσθησης της Ουάσιγκτον στον επεκτατισμό. Οι ανοιχτές εδαφικές βλέψεις σε Καναδά, Παναμά και Γροιλανδία -έδαφος του ΝΑΤΟ και εμμέσως της Ε.Ε. μέσω Δανίας- καθώς και οι προηγούμενες στρατιωτικές ενέργειες σε Ιράν και Νιγηρία συγκροτούν μια ανησυχητική κανονικοποίηση της βίας ως εργαλείου διεθνούς πολιτικής. Ο Τραμπ έχει υπαινιχθεί παρόμοιες κινήσεις ακόμα και προς Κούβα και Κολομβία, επιβεβαιώνοντας μια ρητορική και πρακτική αναθεωρητισμού.

Οι παγκόσμιες συνέπειες είναι βαθιές. Η μονομερής χρήση βίας από τις ΗΠΑ νομιμοποιεί ήδη εξελισσόμενους πολέμους επιθετικού χαρακτήρα, ιδίως της Ρωσίας, και ενθαρρύνει νέες αναθεωρητικές ενέργειες, όπως μια πιθανή κινεζική κίνηση κατά της Ταϊβάν. Εδραιώνεται έτσι μια παγκόσμια στρατηγική διαμοιρασμού του κόσμου σε «σφαίρες επιρροής» μεταξύ μεγάλων «αυτοκρατορικών» και πυρηνικών δυνάμεων, με τον πλανήτη να οδηγείται σε γεωπολιτική αναρχία και αυξημένο κίνδυνο γενικευμένης σύρραξης.

Μπροστά σε αυτή τη νέα φάση αμερικανικού αναθεωρητισμού η Ευρώπη οφείλει να αντλήσει κρίσιμα συμπεράσματα:

 

1. Ο Τραμπ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κυριολεκτικά. Αυτό αφορά τόσο τις δημόσιες δηλώσεις του όσο και επίσημα στρατηγικά κείμενα, όπως η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ του Δεκεμβρίου 2025. Η αντίληψή του για την εξουσία δεν αναγνωρίζει ηθικούς ή νομικούς περιορισμούς. Διαπραγματεύεται από θέση απόλυτης υπεροχής, χρησιμοποιώντας στρατιωτική και οικονομική ισχύ ως αφετηρία κάθε διαλόγου, με στόχο τη μέγιστη παραχώρηση και υποταγή. Το μοντέλο αυτό έχει ήδη εφαρμοστεί επιτυχώς απέναντι στην Ε.Ε. στο πεδίο του εμπορίου. Κάθε επίκληση δημοκρατικών κινήτρων πίσω από τις κινήσεις αυτές είναι προσχηματική.

2. Η αδυναμία απέναντι στην κατάχρηση ισχύος παράγει περισσότερη κατάχρηση. Η απλή συνδιαλλαγή δεν ανέκοψε τον Χίτλερ ούτε θα ανακόψει τον Πούτιν ή τον Τραμπ. Η Ε.Ε. οφείλει να επαναβεβαιώσει την ανεξαρτησία της. Αυτό προϋποθέτει νέες στρατηγικές συμμαχίες με δημοκρατικές δυνάμεις: τη συνεργασία των χωρών Mercosur (στη Νότια Αμερική), την Αφρικανική Ένωση, τον περιφερειακό οργανισμό κρατών ASEAN (στη Νοτιοανατολική Ασία), την Ιαπωνία, τον Καναδά, την Αυστραλία. Προϋποθέτει, επίσης, άμεση εκκίνηση διαδικασίας πολιτικής ομοσπονδοποίησης, παράλληλα με την οικοδόμηση ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας και διπλωματίας ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.

Οι πολίτες στηρίζουν μαζικά τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και ενιαίας διπλωματίας - κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, ικανής να διασώσει τη δημοκρατία, την ειρήνη και την ελευθερία, με σεβασμό στην αυτονομία των κρατών-μελών.

3. Οι φιλοδοξίες του Τραμπ για αναβίωση του δόγματος Μονρόε και ηγεμονία στο «Δυτικό Ημισφαίριο» δεν περιορίζονται στην αμερικανική ήπειρο. Επεκτείνονται στη Γροιλανδία, σε τμήματα της Ευρώπης, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και του Ειρηνικού. Ο Τραμπ φαίνεται να αναγνωρίζει μόνο δύο πρακτικούς περιορισμούς: τη Ρωσία και την Κίνα, πυρηνικές δυνάμεις στις οποίες παραχωρεί de facto ελευθερία δράσης σε διακριτές σφαίρες, υπό τον όρο μη αμφισβήτησης της δικής του - της ευρύτερης και ισχυρότερης.

Ως ευρωπαϊκοί λαοί γνωρίζουμε το τίμημα των αυταρχικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων και των πολεμικών τυχοδιωκτισμών τους. Η ήπειρός μας έχει αφανίσει γενιές σε κύματα καταστροφής. Είναι ιστορικό καθήκον μας να ολοκληρώσουμε την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε ομοσπονδία και να αποτρέψουμε την επιστροφή της ανθρωπότητας σε σκιές «Αποκάλυψης».


* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος

 

>>

———

Βενεζουέλα – Και μετά τι; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ"

2026-01-05 13:31
 
Βενεζουέλα – Και μετά τι;
 
Εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 5/1/2026
 
 
www.iapogevmatini.gr/kosmos/198189/thodoros-tsikas-venezoyela-kai-meta-ti/
 
 
 
ΤΟΥ Θόδωρου Τσίκα
Πολιτικού επιστήμονα – διεθνολόγου
 
 
 
H σύλληψη του Μαδούρο δεν είναι απλώς μια κορύφωση της αντιπαράθεσης με μια αυταρχική κυβέρνηση που κατηγορείται εδώ και χρόνια για καταστολή, διαφθορά και εμπλοκή σε παράνομα δίκτυα. Φέρνει στην επιφάνεια ταυτόχρονα τρία πεδία: τη συνταγματική τάξη των ίδιων των ΗΠΑ, το Διεθνές Δίκαιο και τη στρατηγική λογική της αμερικανικής ισχύος, σε μια εποχή όπου η έννοια της «κυριαρχίας» χρησιμοποιείται, διαστρέφεται και εργαλειοποιείται.
 
Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν επικυρώσει, προβλέπει στο Άρθρο 2 (4) ότι ένα κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βία στο κυρίαρχο έδαφος άλλου κράτους χωρίς συγκατάθεση, χωρίς αυτοάμυνα ή χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. 
 
Εδώ δεν κρίνεται μόνο η τύχη ενός καθεστώτος. Κρίνεται το προηγούμενο που δημιουργείται για το τι επιτρέπεται να κάνει μια υπερδύναμη, όταν κρίνει ότι η Ιστορία της χρωστά μια «λύση». Άλλο είναι να ισχυριστείς ότι συνέλαβες έναν κατηγορούμενο στο πλαίσιο δίωξης για εγκληματικές πράξεις και άλλο να διακηρύξεις ότι θα ασκήσεις διοίκηση σε κυρίαρχη χώρα, έστω «προσωρινά».
 
Η δημόσια θέση του Τραμπ φάνηκε να στηρίζεται στην ιδέα ότι αρκεί η συνεργασία της αντιπροέδρου του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, ώστε η «διοίκηση» να μην απαιτήσει άμεση αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Ερωτηθείς αν αμερικανικά στρατεύματα θα αναπτυχθούν για να βοηθήσουν στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, απάντησε ουσιαστικά ότι όχι, εφόσον η αντιπρόεδρος «κάνει αυτό που θέλουμε». Η φράση αυτή όμως δημιουργεί μεγαλύτερα ερωτήματα από όσα λύνει: τι ακριβώς σημαίνει «να κάνει αυτό που θέλουμε» μια συνταγματικά προβλεπόμενη διάδοχος εξουσίας; Και τι θα συμβεί αν αρνηθεί;
 
Ο Τσακ Σούμερ, ηγέτης του αντιπολιτευόμενου Δημοκρατικού Κόμματος στη Γερουσία των ΗΠΑ, τόνισε: «Η έναρξη στρατιωτικής δράσης χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς αξιόπιστο σχέδιο για το τι ακολουθεί είναι απερίσκεπτη. Η ιδέα ότι ο Τραμπ σκοπεύει τώρα να διοικήσει τη Βενεζουέλα θα έπρεπε να προκαλεί φόβο στις καρδιές όλων των Αμερικανών. Ο αμερικανικός λαός το έχει ξαναδεί αυτό και έχει πληρώσει καταστροφικό τίμημα».
 
Αν η συζήτηση περιοριστεί στο αν ο Μαδούρο είναι αυταρχικός -που αναμφίβολα είναι-, κινδυνεύει να χάσει την ουσία. Διότι η σύλληψη ενός ηγέτη δεν ισοδυναμεί με πολιτική λύση, ιδιαίτερα σε ένα κράτος όπου συνυπάρχουν ένοπλες ομάδες, παρακρατικοί μηχανισμοί, διαβρωμένοι θεσμοί και οικονομικά συμφέροντα που έχουν μάθει να επιβιώνουν μέσα στο χάος.
 
O Μαδούρο μπορεί να έφυγε, αλλά οι κατασταλτικοί μηχανισμοί παραμένουν και η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ένοπλη ισχύ για να ελέγξει τους δρόμους, προϋπόθεση στοιχειώδης για να κυβερνήσει. Αυτό ακριβώς καθιστά τη δήλωση Τραμπ «θα τρέξουμε τη χώρα» ακόμη πιο επικίνδυνη: προϋποθέτει έλεγχο που δεν φαίνεται να υπάρχει, άρα οδηγεί είτε σε αναδίπλωση είτε σε κλιμάκωση.
 
Τα ερωτήματα που ανοίγουν δεν είναι συγκυριακά. Θα καθορίσουν όχι μόνο τι θα συμβεί στη Βενεζουέλα αλλά και ποια μορφή θα πάρει η αμερικανική ισχύς τα επόμενα χρόνια. Και κυρίως, αν η επίκληση της δημοκρατίας θα εξακολουθεί να έχει περιεχόμενο, όταν συνοδεύεται από τη βεβαιότητα ότι οι κανόνες είναι για τους άλλους, όχι για εκείνον που έχει τα μέσα να τους παρακάμψει.
 
>>

———

Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ" ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "REPORTER" , 4/1/2026

2026-01-04 23:55

Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ" ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "REPORTER" , 4/1/2026

 

 
Στην  ηλεκτρονική έκδοση του reporter.gr: www.reporter.gr/eidhseis/politikh/665159-oi-energeiakes-symfonies-elladas-ipa-kai-i-anasyntaksi-tis-anatolikis-mesogeiou-ta-simeia-kleidia

 

Link περιοδικού (το άρθρο στις σελίδες 40 - 43 ):

issuu.com/oikonomikanautiliakanea/docs/reporter_magazine_december_2025

 

 

ΤΟΥ  ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

1. Μια στιγμή αναδιάταξης

Οι πρόσφατες Συμφωνίες Ελλάδας-ΗΠΑ συνιστούν, αφενός, απότομη αλλαγή της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής και, αφετέρου, σημαντική συμβολή στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.

Η χρονική συγκυρία ήταν αποκαλυπτική: τρεις Αμερικανοί υπουργοί κατέφθασαν στην Αθήνα με ατζέντα ενεργειακής αναδιάταξης. Την ίδια ώρα η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 συγκέντρωνε, στην καρδιά του Αμαζονίου της Βραζιλίας, την πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας που επιμένει ότι οι εξορύξεις πρέπει να σταματήσουν.

Η Ελλάδα καλείται να παίξει σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα. Ενισχύει τον γεωπολιτικό ρόλο της, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται σε πλέγμα συμμαχιών και απαιτήσεων που προϋποθέτουν μέγιστο βαθμό στρατηγικής προνοητικότητας.

 

2. Το διατλαντικό ενεργειακό σύστημα και η ρωσική εξασθένιση

Με ταχύ ρυθμό αναβάθμισης υποδομών, η χώρα μετατρέπεται στον σημαντικότερο νότιο κόμβο πρόσβασης της Ευρώπης στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).

Ο “Κάθετος Διάδρομος” από Αλεξανδρούπολη μέχρι Ουκρανία  -μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Μολδαβίας- σταδιακά αντικαθιστά τις ρωσικές ροές και εγκαθιδρύει μια νέα, πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Παρά το γεγονός ότι το ρωσικό αέριο υποχωρεί, η Μόσχα εξακολουθεί να έχει εργαλεία για να προκαλέσει αναστάτωση.  Η πραγματική απεξάρτηση θα ολοκληρωθεί μόνο όταν η Ευρώπη, όχι μόνο η Ελλάδα, αποκτήσει επαρκή χωρητικότητα, διασυνδεσιμότητα και θεσμική αποφασιστικότητα ώστε να μη μπορεί το ρωσικό αέριο να επανεισέλθει.

 

3. Αμερικανική επάνοδος και νέο δόγμα εξορύξεων

Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: “Drill, baby, drill”, όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα.  Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης, συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.

Βέβαια για το Ιόνιο, οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν “ερευνητικές” γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες, κινούνται στο 15%-18% μόνο.

Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης-Κρήτης, αποκτά έντονη πολιτική διάσταση.  Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας-Λιβύης και Αιγύπτου-Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.

Μπορεί οι Συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι (“αντικείμενες”) ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης, είναι μονόδρομος.

 

4. Ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική

Η ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική εμφανίζεται τελευταία να παλινωδεί. Πάντως, παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της “πράσινης” μετάβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μην χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα- όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ, ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται “hot spot” της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, “καθαρών” μορφών ενέργειας.

Η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 αναδεικνύει με δραματικό τρόπο το παγκόσμιο χρηματοδοτικό κενό. Οι αναδυόμενες οικονομίες εξακολουθούν να λαμβάνουν μόνο ένα μικρό κλάσμα των αναγκαίων πόρων για την “πράσινη” μετάβαση. Δημιουργείται έτσι πίεση και για την Ευρώπη, που καλείται να συνδυάσει την αυτονόμηση μέσω ενέργειας και την ευθυγράμμιση με τις “πράσινες” αρχές της.

 

5. Ελλάδα: ούτε υπερδύναμη, ούτε νέο “Ελντοράντο”

Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Όμως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.

Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου -με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές- τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει την χρήση τους ;

Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.

 

 

6. Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας

Η περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ, Κρήτης και Λιβύης εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.  

Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο, Αραβική Θάλασσα και Βόρεια Αφρική προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.

Η μελλοντική προοπτική για έναν “διάδρομο” οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος. 

Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν υπάρχουσες διενέξεις, διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις για ΑΟΖ.

Η διευθέτηση της σύγκρουσης στη Γάζα, η διεθνής στήριξη στην ομαλοποίηση της κατάστασης στη Συρία, η οριοθέτηση ΑΟΖ Λιβάνου-Ισραήλ με αμερικανική διαμεσολάβηση, καθώς και η προσπάθεια επέκτασης των “Συμφωνιών του Αβραάμ” για προσέγγιση και διπλωματική αλληλοαναγνώριση Ισραήλ- μετριοπαθών αραβικών χωρών (με βασικό ζητούμενο τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας), αποσκοπούν και στην υλοποίηση των προαναφερθέντων σχεδίων.  

 

7. Κλείσιμο ενός κύκλου και άνοιγμα νέου: Τουρκία και επόμενη μέρα

Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις.

Δεν νοείται οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να  δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.  

Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.

Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.

Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector-GSI), δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.

Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στη λογική ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.

Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

 

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος

>>

———

Θόδωρος Τσίκας – ανάλυση: "Χρονιά διεθνών διευθετήσεων το 2026 ; " - Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό, Ουκρανία, Γάζα/ TODAY PRESS

2025-12-27 17:30

Θόδωρος Τσίκας – ανάλυση: Χρονιά διεθνών διευθετήσεων το 2026 ; 

Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό, Ουκρανία, Γάζα

 

TODAY PRESS, free press εβδομαδιαία εφημερίδα

 

todaypress.gr/2025/12/27/thodoros-tsikas-analysi-chronia-diethnon-diefthetiseon-to-2026/

 

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ 

Πολιτικού Επιστήμονα – Διεθνολόγου

  • Ελληνοτουρκικά – Κυπριακό: πολιτική βούληση για επίλυση ή εξωτερική παρέμβαση τρίτων 

Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.  

Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από τη Μέση Ανατολή προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Ρωσία, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία. 

Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και  οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κρατών για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες – ΑΟΖ στα διεθνή ύδατα.

Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις. 

Δεν θα γίνει αποδεκτό οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να  δημιουργήσουν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.  

Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.

Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν. 

Είναι θετική η ανακοίνωση ότι μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 θα συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του οποίου θα πραγματοποιηθεί και συνάντηση του Τούρκου προέδρου με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Επίσης πρέπει να αξιοποιηθεί και η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. 

Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου, δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού. 

Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.

Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

  • Ουκρανία: Σύγκρουση για τους όρους της ειρήνης

Το 2026 δεν προδιαγράφεται ως η χρονιά της στρατιωτικής λύσης στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά ως η χρονιά της επιδίωξης για συνεννόηση γύρω από τους όρους της ειρήνης. Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου φθοράς, χωρίς αποφασιστική ανατροπή στο πεδίο, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις επιχειρήσεις στη διπλωματία.

Εδώ, οι στρατηγικές αποκλίνουν. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό την ηγεσία του Τραμπ, κινείται στη λογική του άμεσου “πραγματισμού”. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως ένα δαπανηρό και γεωπολιτικά δευτερεύον μέτωπο, που δεσμεύει πόρους και αποσπά την προσοχή από άλλες προτεραιότητες. Η ανυπομονησία του Τραμπ για μια οποιαδήποτε διευθέτηση, αποτυπώνει αυτή τη λογική.

Η προοπτική μιας συνολικής οικονομικής και εμπορικής επαναπροσέγγισης ΗΠΑ–Ρωσίας αποτελεί βασικό στοιχείο της σκέψης τόσο του Τραμπ όσο και του Πούτιν. Μια συμφωνία που θα οδηγούσε σε μερική άρση κυρώσεων, που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, και σε επαναφορά οικονομικών σχέσεων, θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές, ακόμη και αν το τίμημα ήταν ένας συμβιβασμός εις βάρος της Ουκρανίας.

Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι διαφορετικό και υπαρξιακό.  Μια βεβιασμένη ειρήνη που θα παγίωνε εδαφικές απώλειες της Ουκρανίας και θα νομιμοποιούσε τον ρωσικό επεκτατισμό, δεν θα αποτελούσε σταθεροποίηση, αλλά στρατηγική ήττα. Θα έστελνε το μήνυμα ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος αποδίδει και ότι τα σύνορα στην Ευρώπη παραμένουν διαπραγματεύσιμα.

Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν για μια «δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη». Η ευρωπαϊκή εμπειρία διδάσκει ότι οι ελλιπείς και άδικοι συμβιβασμοί δεν κλείνουν τις συγκρούσεις, απλώς τις μεταθέτουν χρονικά. Μια ειρήνη χωρίς σαφείς εγγυήσεις και χωρίς σεβασμό της ουκρανικής κυριαρχίας, θα άφηνε ανοιχτό τον δρόμο για την επόμενη κρίση, πιθανώς ακόμη πιο κοντά στα ευρωπαϊκά σύνορα.

Το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα υπάρξει κατάπαυση του πυρός. Θα κριθεί από το ποια στρατηγική θα επικρατήσει: ο αμερικανικός “πραγματισμός” των μεγάλων συναλλαγών ισχύος –  ο οποίος οδηγεί στην πίεση προς τον αμυνόμενο και όχι προς τον επιτιθέμενο- ή η ευρωπαϊκή επιμονή σε μια τάξη βασισμένη σε κανόνες. 

Η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά το αποτέλεσμα θα αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Φαίνεται ότι έχουν υπάρξει ορισμένες θετικές συνεννοήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ευρωπαίων και Ουκρανίας, αλλά αυτές πρέπει να επιβεβαιωθούν στην πράξη. 

Αν η ειρήνη οικοδομηθεί πάνω στην κόπωση και  τη συναλλαγή, θα είναι εύθραυστη. Αν αντίθετα, στηριχθεί στη δικαιοσύνη και στις  εγγυήσεις ασφάλειας για την μεταπολεμική Ουκρανία, θα είναι δύσκολη αλλά διαρκέστερη. Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα       της επόμενης χρονιάς.

  • Γάζα: Τοπίο «ελεγχόμενης ανοικοδόμησης»

Η είσοδος στη δεύτερη φάση υλοποίησης του «Σχεδίου Τραμπ» για τη Γάζα σηματοδοτεί μια νέα, αλλά βαθιά αμφιλεγόμενη, περίοδο για τον παλαιστινιακό θύλακα. Πρόκειται για μια φάση που μετατοπίζει το βάρος από τη στρατιωτική διαχείριση της κρίσης στη διοικητική, οικονομική και γεωπολιτική αναδιάταξη της περιοχής, χωρίς ωστόσο να επιλύει το βασικό πολιτικό πρόβλημα.

Η δεύτερη φάση προτάσσει την ανοικοδόμηση, τη δημιουργία ζωνών οικονομικής δραστηριότητας και έναν νέο μηχανισμό διακυβέρνησης, με μειωμένο –ή μηδενικό– ρόλο της ισλαμο-φασιστικής Χαμάς.    Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται μια διεθνώς επιτηρούμενη Γάζα, με ισχυρή αμερικανική πολιτική επιρροή, χρηματοδότηση από αραβικά κράτη και λειτουργική εξάρτηση από το Ισραήλ σε ζητήματα ασφάλειας και μετακινήσεων.

Για το 2026, οι προβλέψεις συγκλίνουν σε ένα σενάριο σχετικής σταθεροποίησης χωρίς πραγματική κανονικότητα.           

Η ανοικοδόμηση βασικών υποδομών –ενέργεια, ύδρευση, υγεία– είναι πιθανό να προχωρήσει επιλεκτικά, κυρίως σε περιοχές που κρίνονται «διαχειρίσιμες» από τους διεθνείς εγγυητές. Ωστόσο, η οικονομική ανάκαμψη θα παραμείνει εύθραυστη, αν δεν συνοδεύεται από πολιτική κυριαρχία ή σαφή ορίζοντα παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη διακυβέρνηση. Αν η Γάζα μετατραπεί μόνο σε ένα είδος τεχνοκρατικού προτεκτοράτου, η έλλειψη πολιτικής νομιμοποίησης ενδέχεται να αναπαράγει κύκλους κοινωνικής έντασης και υπόγειας αντίστασης.                                              

Η αποστρατιωτικοποίηση, χωρίς παράλληλη πολιτική λύση στο Παλαιστινιακό – με αξιοποίηση της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής του μετριοπαθούς Προέδρου, Μαχμούντ Αμπάς – δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμη μεσοπρόθεσμα. Μια πορεία προς διευθέτηση του Παλαιστινιακού θα θωρακίσει και το δικαίωμα του Ισραήλ να ζει με ασφάλεια. 

Σε περιφερειακό επίπεδο, το 2026 η Γάζα θα λειτουργεί ως δοκιμαστικός σωλήνας για το ευρύτερο αμερικανικό σχέδιο στη Μέση Ανατολή: συνδυασμός οικονομικών κινήτρων, αυστηρής ασφάλειας και παράκαμψης του παλαιστινιακού πολιτικού ζητήματος. Αν το μοντέλο αυτό επιβιώσει χωρίς γενικευμένη ανάφλεξη, ενδέχεται να επιχειρηθεί η αναπαραγωγή του και σε άλλα μέτωπα.

Συνολικά, η δεύτερη φάση του Σχεδίου Τραμπ δεν προοιωνίζεται ειρήνη, αλλά μια διαχειριζόμενη παύση της σύγκρουσης. Για τη Γάζα, το βασικό διακύβευμα δεν θα είναι η ανοικοδόμηση αυτή καθαυτή, αλλά το αν αυτή θα οδηγήσει σε προοπτική επίλυσης     του Μεσανατολικού ή απλώς σε μια πιο σταθερή μορφή εγκλωβισμού.

>>

———

"Η Ευρώπη απέναντι στην Ουκρανία: βήμα προς τα εμπρός" - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΕ ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ

2025-12-22 16:56
Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 22/12/2025
 
 
 
 
 
Η Ευρώπη απέναντι στην Ουκρανία: βήμα προς τα εμπρός

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε της 18ης Δεκεμβρίου να προσφύγει στην έκδοση κοινού χρέους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να χορηγήσει στην Ουκρανία χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 90 δισ. ευρώ, με εγγύηση τον κοινοτικό προϋπολογισμό, αξίζει θετικής αποτίμησης.

Πρόκειται για θεμελιώδες μέτρο, ώστε η Ουκρανία να διατηρήσει τη λειτουργία του κράτους και να συνεχίσει την αμυντική προσπάθεια απέναντι στην απρόκλητη επίθεση του Βλαντίμιρ Πούτιν, η οποία απειλεί όχι μόνο την ουκρανική κυριαρχία αλλά και την ασφάλεια του συνόλου της Ευρώπης. Με τα χρήματα αυτά, το Κίεβο μπορεί να χρηματοδοτείται για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια. Επιπλέον, το σχέδιο περιορίζει τη δυνατότητα ο Τραμπ να εξαναγκάσει την Ουκρανία να αποδεχθεί απαράδεκτους όρους για την υπογραφή ειρήνης με τη Ρωσία.

Δεδομένου ότι η Ουκρανία υποχρεούται να αποπληρώσει το δάνειο μόνο στην περίπτωση που η Ρωσία καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις, θα πρέπει να είναι σαφές ότι πρόκειται ουσιαστικά για επιχορήγηση, η οποία θα καλυφθεί είτε από το μη χρησιμοποιηθέν περιθώριο του προϋπολογισμού της ΕΕ είτε -πιο περίπλοκα λόγω της σθεναρής βελγικής αντίθεσης- από τα δεσμευμένα ρωσικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.

Η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία αποστασιοποιούνται επιφανειακά από το σχέδιο, καθώς, παρότι δεν παρέχουν εγγυήσεις για την έκδοση του χρέους, αυτό εκδίδεται από την ΕΕ και επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της. Μόνο σε περίπτωση που αυτός αποδειχθεί ανεπαρκής θα ενεργοποιούνταν οι εγγυήσεις, κάτι που δεν αναμένεται να συμβεί, καθώς το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021–2027 διαθέτει δυνατότητα δαπανών ύψους περίπου 400 δισ. ευρώ.

Πέραν της άμεσης διάστασής της, η απόφαση αυτή συνιστά επίσης ένα νέο, σημαντικό βήμα -μετά την έκδοση ευρωομολόγων στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης / NextGenerationEU - προς την οικοδόμηση μιας πραγματικής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ικανότητας. Επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, ότι σε στιγμές υπαρξιακής κρίσης η Ένωση είναι σε θέση να δράσει πέρα από τα στενά όρια της διακυβερνητικής ορθοδοξίας.

Η έκδοση κοινού χρέους παύει να αποτελεί εξαίρεση και μετατρέπεται, de facto, σε επαναλαμβανόμενο εργαλείο όταν διακυβεύονται θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα. Ωστόσο, αυτό θα είναι βιώσιμο μόνο εφόσον η ΕΕ μπορέσει να αντλεί “ίδιους” (δικούς της, δηλαδή) πόρους και να μην εξαρτάται από τις εθνικές συνεισφορές.

Παρά ταύτα, η πρόοδος αυτή σκιάζεται από μια σοβαρή πολιτική ανεπάρκεια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν κατόρθωσε, προς το παρόν, να συμφωνήσει στη χρήση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του επιτιθέμενου κράτους για τη χρηματοδότηση της άμυνας και της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας, αν και αναφέρεται ότι το ζήτημα θα συνεχίσει να εξετάζεται.

Η παράλειψη αυτή συνιστά διπλή χαμένη ευκαιρία: αφενός, για την ελάφρυνση του μακροπρόθεσμου χρηματοδοτικού βάρους που θα επωμιστούν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Αφετέρου, για την αποστολή ενός σαφούς και αξιόπιστου πολιτικού μηνύματος τόσο προς το Κρεμλίνο όσο και προς όσους, εντός και εκτός Ευρώπης, αμφισβητούν την ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής αμερικανικής διοίκησης του Ντόναλντ Τραμπ.

Τα συμπεράσματα της Συνόδου αναδεικνύουν, για ακόμη μία φορά, την πολιτική μη βιωσιμότητα της αρχής της ομοφωνίας, ιδίως όταν ορισμένοι εθνικοί ηγέτες λειτουργούν de facto ως σύμμαχοι της Μόσχας. Απέναντι σε στρατηγικές προκλήσεις τέτοιου μεγέθους, οι ad hoc ρυθμίσεις και οι λύσεις έκτακτης ανάγκης φθάνουν στα όριά τους. Η πραγματική ενότητα ευρωπαϊκής δράσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία.

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος

 
 

 

>>

———

Πόσο μοιάζει η Αμερική με την Ουγγαρία: Η νέα εποχή του Τραμπ/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2025-12-16 15:03

Πόσο μοιάζει η Αμερική με την Ουγγαρία: Η νέα εποχή του Τραμπ

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 Θόδωρος Τσίκας/ Μαρωβήτα Νικολαΐδου

 

www.metarithmisi.gr/content/poso-moiazei-e-amerike-me-ten-ouggaria-e-nea-epokhe-tou-tramp?fbclid=IwY2xjawOuNjVleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBxYm9ZWmtuOThuWnZzWXE2c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHgus4UEI-HbVrJgHWMEPMpg-YtGAN1aYWPyKnoPcP-lzO-nlKKbQ7aR3iqM3_aem_IP2-fck4v4etGqt3TuKqnA

 

Ο ανταγωνιστικός αυταρχισμός στις ΗΠΑ: Από την εσωτερική διάβρωση στη διεθνή ανατροπή

Η δεύτερη προεδρία Τραμπ δεν δοκιμάζει απλώς την ανθεκτικότητα της αμερικανικής δημοκρατίας. Μετατρέπει τον ανταγωνιστικό αυταρχισμό σε εσωτερική πρακτική και την ιδεολογία MAGA σε εξωτερική στρατηγική, φέρνοντας την Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο και λιγότερο φιλελεύθερο πρόσωπο της Ουάσινγκτον.

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2024, μεγάλο μέρος του αμερικανικού πολιτικού και θεσμικού κατεστημένου αντιμετώπισε την εξέλιξη με σχετική απάθεια. Η επανεκλογή του ήταν το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής διαδικασίας και, επιπλέον, η αμερικανική Δημοκρατία είχε αντέξει τους κραδασμούς της πρώτης του θητείας, ακόμη και την πρωτοφανή επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Πολλοί υπέθεσαν ότι θα άντεχε και δεύτερη φορά.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Μέσα στο πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινήθηκαν ταχύτατα προς ένα καθεστώς ανταγωνιστικού αυταρχισμού. Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται και η αντιπολίτευση εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η εκτελεστική εξουσία χρησιμοποιεί συστηματικά τους θεσμούς του κράτους για να τιμωρεί αντιπάλους, να προστατεύει συμμάχους και να αλλοιώνει τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο διεθνώς. Εμφανίστηκε νωρίτερα στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, στην Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν και στην Ινδία του Ναρέντρα Μόντι. Εκείνο που καθιστά την αμερικανική περίπτωση ιδιαίτερη δεν είναι η πρωτοτυπία των πρακτικών, αλλά η ταχύτητα, το βάθος και το γεγονός ότι εφαρμόζονται στο κράτος με τη μεγαλύτερη θεσμική ισχύ και διεθνή επιρροή στον κόσμο.

Η μετάβαση αυτή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την οριστική κατάρρευση της αμερικανικής δημοκρατίας. Όπως δείχνει η ίδια η φύση του ανταγωνιστικού αυταρχισμού, το πολιτικό παιχνίδι γίνεται πιο άνισο, αλλά δεν παύει να διεξάγεται. Οι δίοδοι αμφισβήτησης παραμένουν ανοιχτές, έστω και περιορισμένες. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την τρέχουσα συγκυρία τόσο κρίσιμη. Το αποτέλεσμα δεν έχει προεξοφληθεί, αλλά το κόστος της αυταρχικής διολίσθησης αρχίζει ήδη να γίνεται ορατό, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο διεθνές αποτύπωμα τους.

 

Η κατάληψη των θεσμών και η εργαλειοποίηση του κράτους

Η εμπειρία από άλλα ανταγωνιστικά αυταρχικά καθεστώτα δείχνει ότι το πρώτο και καθοριστικό βήμα δεν είναι η κατάργηση των εκλογών, αλλά η σταδιακή αποδυνάμωση των ελεγκτικών θεσμών, ιδίως της Δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων Αρχών και των Μέσων Ενημέρωσης.

Όπως επισημαίνουν οι Levitsky & Way στο έργο τους Competitive Authoritarianism: Hybrid Regimes After the Cold War (2010), τέτοια καθεστώτα διατηρούν δημοκρατικές "βιτρίνες", αλλά παραμορφώνουν το πολιτικό παιχνίδι μέσα από την εργαλειοποίηση κρατικών μηχανισμών.

Οι ΗΠΑ, στη δεύτερη προεδρία Τραμπ, φαίνεται να ακολουθούν παρόμοια πορεία, με ταχεία απομάκρυνση επαγγελματιών στελεχών από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την αντικατάστασή τους με πρόσωπα πιστά στον Πρόεδρο, φαινόμενο που έχει ήδη καταγραφεί από ανεξάρτητα μέσα όπως το ProPublica και το Brookings Institution.

Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ κινήθηκε ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Υπουργείο Δικαιοσύνης, FBI και ανεξάρτητες ρυθμιστικές Αρχές υπέστησαν μια ταχεία διαδικασία εκκαθάρισης επαγγελματικών στελεχών και αντικατάστασής τους από πρόσωπα προσωπικά ή πολιτικά πιστά στον πρόεδρο.

Το μοτίβο θυμίζει έντονα την πορεία της Ουγγαρίας μετά το 2010, όταν – σύμφωνα με μελέτες του Freedom House και του Varieties of Democracy (V-Dem Institute) – η χώρα κατηγοριοποιήθηκε ως «εκλογικό αυταρχικό καθεστώς», κυρίως λόγω του περιορισμού της ανεξαρτησίας των θεσμών και των ΜΜΕ. Παρόμοιες πρακτικές είχαν προηγηθεί στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, όταν χιλιάδες δικαστικοί και αστυνομικοί απομακρύνθηκαν και αντικαταστάθηκαν με κομματικά ευθυγραμμισμένους αξιωματούχους. Στις ΗΠΑ, η διαδικασία αυτή υπήρξε ταχύτερη και πιο απροκάλυπτη από οτιδήποτε είχε παρατηρηθεί μεταπολεμικά.

Αφού οι θεσμοί αναδιαμορφώθηκαν, στράφηκαν εναντίον πολιτικών αντιπάλων. Έρευνες και διώξεις κινήθηκαν κατά προσώπων που θεωρούνταν εχθρικά προς τον Πρόεδρο, συχνά με αφορμή δευτερεύουσες ή τυπικές παραβάσεις. Η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου αποτελεί κλασικό εργαλείο αυταρχικών καθεστώτων. Όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν με πολιτικά κριτήρια, σχεδόν πάντα μπορούν να εντοπίσουν κάποιο σφάλμα. Στη Βενεζουέλα, οι φορολογικοί έλεγχοι χρησιμοποιήθηκαν κατ’ επανάληψη για να εξουδετερώσουν αντιπολιτευόμενους δημάρχους και επιχειρηματίες. Στις ΗΠΑ, η ίδια λογική άρχισε να εφαρμόζεται σε πολιτικούς, εισαγγελείς, δωρητές και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ακόμη και όταν τέτοιες υποθέσεις δεν οδηγούν σε καταδίκες, το ίδιο το βάρος της έρευνας λειτουργεί ως μέσο καταναγκασμού. Ο στόχος δεν είναι πάντα η φυλάκιση, αλλά η εξάντληση πόρων, η αποστροφή από τη δημόσια ζωή και η αποστολή ενός μηνύματος προς τρίτους. Παράλληλα, ένα πλήρως εργαλειοποιημένο σύστημα Δικαιοσύνης παρέχει ασυλία στους συμμάχους της εξουσίας. Η εκτεταμένη χρήση της προεδρικής χάρης, ιδίως προς πρόσωπα που εμπλέκονταν σε βίαιες ή παράνομες ενέργειες υπέρ του Προέδρου, μετέδωσε ένα σαφές μήνυμα: η παρανομία συγχωρείται όταν εξυπηρετεί τον σωστό πολιτικό σκοπό.

 

Από τη Δικαιοσύνη, στα Μέσα Ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών

Η αυταρχική εδραίωση δεν περιορίζεται στους σκληρούς θεσμούς του κράτους. Επεκτείνεται στα Μέσα Ενημέρωσης, στα Πανεπιστήμια και στον ευρύτερο χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Και εδώ, η αμερικανική εμπειρία αρχίζει να θυμίζει όλο και περισσότερο χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ινδία, όπου η πίεση στα μέσα δεν ασκήθηκε αρχικά μέσω γενικευμένης λογοκρισίας, αλλά μέσω ρυθμιστικών ελέγχων, δικαστικών προσφυγών και αλλαγών ιδιοκτησίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι προσφυγές της κυβέρνησης κατά μεγάλων εφημερίδων και οι έρευνες της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών εις βάρος τηλεοπτικών δικτύων δημιούργησαν ένα περιβάλλον διαρκούς απειλής. Παράλληλα, η συγκέντρωση μιντιακής ιδιοκτησίας σε επιχειρηματικά σχήματα φιλικά προς την κυβέρνηση ενίσχυσε τη μετατόπιση του ενημερωτικού τοπίου. Στην Ουγγαρία, η μετάβαση αυτή χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία. Στις ΗΠΑ, εξελίσσεται μέσα σε λίγα χρόνια.

Τα Πανεπιστήμια και τα νομικά Γραφεία βρέθηκαν επίσης στο στόχαστρο. Η απόσυρση κρατικής χρηματοδότησης, οι απειλές ακύρωσης συμβολαίων και η ανάκληση αδειών ασφαλείας λειτούργησαν ως μηχανισμοί πειθαναγκασμού. Στην Ινδία, η κυβέρνηση Μόντι χρησιμοποίησε παρόμοιες τακτικές για να περιορίσει τη δράση μη κυβερνητικών οργανώσεων και να ελέγξει ακαδημαϊκά ιδρύματα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν άμεση φίμωση, αλλά σταδιακή προσαρμογή.

 

Το αόρατο κόστος και το σύνδρομο απόσυρσης

Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα της αυταρχικής στροφής δεν είναι πάντα η καταστολή, αλλά η αποστράτευση. Όταν ο φόβος αντιποίνων οδηγεί πολίτες, δωρητές, επιχειρήσεις και θεσμούς σε σιωπηρή συμμόρφωση, η δημοκρατία αρχίζει να αποδυναμώνεται από μέσα. Η αυτολογοκρισία είναι αόρατη. Το κοινό βλέπει απολύσεις και ακυρώσεις εκπομπών, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει πόσα ρεπορτάζ δεν γράφτηκαν ποτέ και πόσες πρωτοβουλίες εγκαταλείφθηκαν προληπτικά.

Σε καθεστώτα όπως η Ρωσία και η Τουρκία, η απόσυρση των ελίτ από τον δημόσιο χώρο προηγήθηκε της πλήρους αυταρχικής παγίωσης. Κάτι αντίστοιχο αρχίζει να διαφαίνεται και στις ΗΠΑ. Η αποστασιοποίηση μεγάλων δωρητών, η συρρίκνωση της νομικής στήριξης προς την αντιπολίτευση και η απομάκρυνση επιχειρήσεων από προοδευτικές πρωτοβουλίες δημιουργούν μια άνιση πολιτική αρένα πολύ πριν από την ημέρα της κάλπης.

 

Οι ανασχετικοί παράγοντες και το παράθυρο ευκαιρίας

Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο ανταγωνιστικός αυταρχισμός δεν είναι μονόδρομος. Η Ιστορία προσφέρει παραδείγματα ανατροπής, ακόμη και υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Στην Ινδία, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης της Ίντιρα Γκάντι κατέρρευσε στις κάλπες το 1977. Στη Μαλαισία, μια αυταρχική κυριαρχία δεκαετιών έληξε μέσω εκλογών το 2018. Στην Πολωνία, η αντιπολίτευση επανήλθε στην εξουσία το 2023, παρά τον εκτεταμένο έλεγχο θεσμών και Μέσων από την κυβέρνηση.

Σε σύγκριση με πολλές από αυτές τις χώρες, η αμερικανική αντιπολίτευση διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η Δικαιοσύνη παραμένει πιο ανεξάρτητη, οι Ένοπλες Δυνάμεις διατηρούν υψηλό βαθμό επαγγελματισμού και η ομοσπονδιακή δομή προσφέρει εναλλακτικά κέντρα ισχύος. Επιπλέον, η δημοτικότητα του ίδιου του Προέδρου δεν είναι συντριπτική, στοιχείο που ιστορικά δυσκολεύει τη μόνιμη αυταρχική εδραίωση.

 

Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας ως εξωτερική προβολή του αυταρχισμού

Η εσωτερική διολίσθηση αποκτά διεθνή διάσταση με τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας. Το κείμενο αυτό δεν πρέπει να διαβαστεί ως τεχνικό εγχειρίδιο πολιτικής, αλλά ως ιδεολογική διακήρυξη. Για πρώτη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζονται όχι ως εγγυητής της φιλελεύθερης τάξης, αλλά ως δύναμη που είναι πρόθυμη να προωθήσει ένα ανελεύθερο διεθνές περιβάλλον.

Η σιωπή της στρατηγικής απέναντι στην Κίνα και η περιορισμένη αναφορά στη Ρωσία είναι ενδεικτικές. Αντί για τον παραδοσιακό ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, το κείμενο εστιάζει στις πολιτισμικές και ιδεολογικές συγκρούσεις εντός της Δύσης. Η Ευρώπη παρουσιάζεται όχι ως αυτονόητος σύμμαχος, αλλά ως χώρος που χρειάζεται πολιτική «διόρθωση». Η λογική αυτή θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία προβάλλει την έννοια της «κυριαρχικής δημοκρατίας» και χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για να στηρίξει ιδεολογικά συγγενή καθεστώτα.

 

Η Ευρώπη στο επίκεντρο του νέου ρίσκου

Η αμερικανική αυταρχική διολίσθηση δεν αποτελεί εσωτερική υπόθεση των ΗΠΑ. Μετατρέπεται σε στρατηγικό παράγοντα που απειλεί τη συνοχή της Δύσης και την ίδια τη λειτουργία των ευρωπαϊκών Δημοκρατιών. Οι πρώτες δοκιμές παρέμβασης σε χώρες της Λατινικής Αμερικής δείχνουν πρόθεση χρήσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος για την ενίσχυση ανελεύθερων συμμάχων.

 

Ένα ανοιχτό παράθυρο για το μέλλον

Το πιθανότερο σενάριο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ούτε η άμεση εγκαθίδρυση πλήρους αυταρχικού καθεστώτος ούτε η γρήγορη επιστροφή στη θεσμική κανονικότητα. Πιο ρεαλιστική μοιάζει μια παρατεταμένη περίοδος αστάθειας, όπου αυταρχικές ροπές και δημοκρατικά αντανακλαστικά θα συνυπάρχουν. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί λιγότερο από τη σκληρότητα της κυβέρνησης και περισσότερο από το αν αρκετοί πολίτες και θεσμοί θα συνεχίσουν να δρουν σαν να έχει νόημα η προσπάθεια.

Η διαχείριση της παρούσας κρίσιμης καμπής απαιτεί από τις δημοκρατικές δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες —συμπεριλαμβανομένων των πολιτών, των θεσμών και των πολιτικών ελίτ— μια στάση διττή αλλά αναγκαία: αφενός, τη νηφάλια αναγνώριση της αυξανόμενης αυταρχικής παρέκκλισης· αφετέρου, τη συνειδητή αποφυγή της παραίτησης, η οποία ενέχει τον κίνδυνο μετατροπής μιας δυνητικής κρίσης σε μη αναστρέψιμη πραγματικότητα.

Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η παγίωση ανταγωνιστικών αυταρχικών καθεστώτων σπάνια επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της καταστολής. Συχνότερα, εγκαθιδρύεται σταδιακά, μέσω της σταθερής αποδυνάμωσης των μηχανισμών δημοκρατικής συμμετοχής και της αποστράτευσης πολιτικών και κοινωνικών δρώντων. Υπό συνθήκες θεσμικής ασυμμετρίας, η συνέχιση της πολιτικής δράσης —μέσω υποψηφιοτήτων, νομικών παρεμβάσεων, δημοσιογραφικής επιτήρησης και κοινωνικής κινητοποίησης— εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αναχαίτισης της αυταρχικής εδραίωσης.

Το τελικό αποτέλεσμα της τρέχουσας μεταβατικής φάσης δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Θα εξαρτηθεί όχι αποκλειστικά από τη συγκεντρωτική ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά κυρίως από τη βούληση και την επιμονή δημοκρατικών υποκειμένων να αξιοποιήσουν τα —έστω περιορισμένα— περιθώρια θεσμικής αμφισβήτησης που εξακολουθούν να υπάρχουν.

Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτής της κρίσης προϋποθέτει την ταυτόχρονη αναγνώριση δύο πραγματικοτήτων: ότι η αμερικανική δημοκρατία υφίσταται σημαντική διάβρωση και ότι, παρά ταύτα, διατηρεί ακόμη λειτουργικούς μηχανισμούς πολιτικής ανατροφοδότησης και δυνατότητες ανανέωσης των όρων του δημοκρατικού ανταγωνισμού.

>>

———

Ukraine and the EU should stand firm and come up with a proper peace plan for peace between Ukraine and Russia/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "EUROPEAN INTEREST"

2025-11-24 18:27

Ukraine and the EU should stand firm and come up with a proper peace plan for peace between Ukraine and Russia

"EUROPEAN INTEREST", 24/11/2025

 

www.europeaninterest.eu/ukraine-and-the-eu-should-stand-firm-and-come-up-with-a-proper-peace-plan-for-peace-between-ukraine-and-russia/

 

ByTheodoros Tsikas

On Thursday, November 20th, the Trump’s administration published 28 points for peace between Ukraine and Russia negotiated secretly with Russia without Ukraine and the EU. The US asked Ukraine to accept them by 27th of November without discussion. These points seem to have been dictated by Putin and resemble more a capitulation project rather than a peace project.

This is the darkest hour for Ukraine and for the EU. Our destinies, our freedom and dignity are intertwined, we will defend them together, or we will lose them together.

On Friday night, President Zelensky spoke to Ukrainians to recall his engagement for Ukraine’s sovereignty and independence. He affirmed that dignity and freedom of the Ukrainians cannot be neglected.

Kaja Kallas, the High Representative of the EU and several heads of States and Governments of the EU expressed their concerns and the requirement that any solution concerning Europe shall be taken with Ukraine and the EU. On November 22nd, several Heads of State and Government, the president of the European Council and the President of the European Commission issued a statement on Ukraine that welcomes in very diplomatic terms the US plan and restate their support for Ukraine. The time for cowardice is over, and courage and determination are needed to avoid being overwhelmed.

Ukraine and EU countries must strongly reject the attempt to impose the yoke of dictatorship on our continent: because that is what this plan is about, reducing us and Ukraine to puppets. Our governments must know how to react, to awaken our public opinion, which has often been left in the hands of propaganda, lacking the courage to overcome our powerlessness and show the way to truly take back control of our destiny and defend our freedom, our democracy, and our values.

We should ask the European Union:

  • To fully support to Ukraine and Ukrainians to protect their sovereignty.
  • To maintain the sanctions towards Russia as long as the war of aggression continues,
  • To require a ceasefire which must be in place for starting any further negotiation because a peace agreement cannot be discussed under daily bombings,
  • To immediately use the frozen Russian assets to support Ukraine. To this end, member states should be jointly liable together with Belgium in case of legal challenges.

We note the return to Great Power Politics. The EU cannot survive in this new reality if it remains divided. The rise of nationalism within the EU and the sovereignist approach of some member states tend to paralyse imminent joint action in the field of foreign policy and defence. If we do not overcome it, we cannot bring effective political support to Ukraine either. It is only by strengthening European sovereignty and uniting in a true federation that we can be free and secure in Europe.

If we want to be credible in that moment, and give an opportunity to Ukraine to negotiate, Ukraine and the EU shall come up with an alternative proposal to the 28 points plan of the US administration.

This proposal can be based on the principle already stated by Ukraine and the EU:

  • Ukraine’s struggle for freedom constitutes an essential element for the maintenance of security and freedom in Europe ;
  • The respect of International Law, including the jurisdiction of the International Court of Justice, must be fully part of the agreement, and convicted break through must be judged
  • Any diplomatic initiative must include full recognition of Ukrainian sovereignty and respect for legitimate borders
  • The potential exchange of territories must be discussed in presence directly by the two parts of the conflict, respecting international rules
  • Ukraine shall keep its rights to defend itself and, as a sovereign state, decide on its own army
  • A peace treaty shall contain elements on how to finance the reconstruction of Ukraine

As European integration experience shows, building peace requires democracy, respect of the Rule of Law and institutions that guarantee peace.

In the darkest hour, it is time for our EU governments to understand that they will only survive if they have a common project, only if they understand that it is time for true unity, that they must face together, as a single state, the powerful enemies who seek to destroy us.

In the darkest hour, it is time to relaunch the path towards federation. It is time to create the United States of Europe.

 

Author profile
Theodoros Tsikas

Mr. Theodoros TSIKAS is a Political Scientist - International Relations Expert, Vice-President of the Greek Union for the Federation of Europe – EEnOE/              UEF Greece

 

>>

———

"Συμφέρει την Ελλάδα μια «δυτική» Τουρκία ; " / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 11/11/2025

2025-11-11 23:09
 
Εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", 11/11/2025
 
 
 
Συμφέρει την Ελλάδα μια «δυτική» Τουρκία ;

 

 

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

Τόσο η πρόσφατη συνάντηση των προέδρων ΗΠΑ και Τουρκίας στον Λευκό Οίκο και οι σχετικές δηλώσεις, όσο και οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν κατά τις επισκέψεις του Βρετανού πρωθυπουργού και του Γερμανού καγκελαρίου στην Άγκυρα, προκάλεσαν ευρύτερες συζητήσεις.

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία αποτελεί τμήμα της «Δύσης». Αν και έχει πολλές και μεγάλες «ιδιαιτερότητες», ανήκει σε όλους τους δυτικούς θεσμούς και οργανισμούς. Μέλος του ΝΑΤΟ, μέλος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), συνδεδεμένη χώρα με την ΕΕ από την δεκαετία του '60, και επισήμως υποψήφια προς ένταξη σε αυτήν. Συμμετέχει ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Μακρόν.

  

Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις της με ΗΠΑ και Ευρώπη είναι κομβικής σημασίας. Αφενός οι οικονομικές - εμπορικές σχέσεις, και αφετέρου οι σχέσεις στον τομέα της άμυνας, με στρατιωτικές βάσεις και εξοπλισμούς, είναι και θα παραμείνουν ανεπτυγμένες. 

  

Ο Ταγίπ Ερντογάν, παρά την «ειδική σχέση» που διατηρεί με τον Πούτιν, κάνει το τελευταίο διάστημα μια συνολική επαναπροσέγγιση με την Δύση. Αυτό πράττει με την ΕΕ, προωθώντας την λεγόμενη «θετική ατζέντα» στις σχέσεις τους (δηλώσεις Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν), και βεβαίως με τις ΗΠΑ. 

 

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, παρά την δυσφορία της για την προμήθεια των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία, δεν έχει αποφασίσει να αφήσει την Τουρκία να απομακρυνθεί από την Δύση. Κάτι τέτοιο θα ήταν μεγάλη αποτυχία για την εξωτερική πολιτική οποιασδήποτε αμερικανικής κυβέρνησης. 

 

Η ΕΕ, παράλληλα με την ορθή κριτική της κυρίως για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών, βλέπει την Τουρκία ως (μόνιμο) γείτονα, ανεξαρτήτως του ποιος είναι σήμερα στην ηγεσία της. Την αποκαλεί «βασικό εταίρο». Εκτιμά ότι η χώρα αυτή είναι περιφερειακή δύναμη με σημαντικό ρόλο στα πράγματα της περιοχής. Και επιθυμεί να οικοδομήσει μια συνολική, περιεκτική σχέση μαζί της, ώστε να την έχει κοντά της αλλά και να επηρεάζει την εξωτερική συμπεριφορά της και την εσωτερική πορεία της.

 

Ούτε η ΕΕ, ούτε οι ΗΠΑ θέλουν η Τουρκία να πέσει σε αστάθεια, ή να ενταχθεί σε έναν άξονα Ρωσίας-Κίνας-Ιράν, είτε να ηγεμονευθεί από εξτρεμιστικές ισλαμιστικές δυνάμεις. Η Ελλάδα είναι προφανώς η πρώτη που πρέπει να απεύχεται αυτές τις πιθανότητες.
 

Το «κλειδί» για ελληνοτουρκικά και Κυπριακό είναι οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τουρκίας. Είναι σημαντικό να υπάρξει ένα πλέγμα δεσμευτικών σχέσεων και κοινών συμφερόντων μεταξύ των δύο πλευρών. Η «θετική ατζέντα» στις ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορεί να είναι επωφελής για Ελλάδα και Κύπρο.

 

Αντί να σπαταλάμε «διπλωματικό κεφάλαιο» για να βάζουμε εμπόδια στην σύνδεση της Τουρκίας με ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (όπως έγινε με το Πρόγραμμα αμυντικών προμηθειών SAFE), τα οποία έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες παρακάμπτουν, η Ελλάδα μπορεί να θέσει -μέσα σε αυτό το «πακέτο»- τις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό.

 
Η επίλυση των προβλημάτων μας με την Τουρκία περνά μέσω της βελτίωσης (υπό προϋποθέσεις) των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Αντιθέτως, μια επιδείνωση των ευρω-τουρκικών σχέσεων μπορεί να δημιουργήσει ανεξέλεγκτες καταστάσεις και κυρίως να καταστρέψει οποιεσδήποτε προοπτικές διευθέτησης των διμερών ζητημάτων. 
 
 
Η Τουρκία πρέπει να είναι μέσα σε ένα ευρωπαϊκού τύπου «κέλυφος» και εκεί να συζητούνται οι όποιες διαφορές προκύπτουν. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που απαιτούν πολιτικό θάρρος, και όχι με προσκόλληση σε στερεότυπα δόγματα εξωτερικής πολιτικής.

 

* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
 
 
 
>>

———

"Η Ευρώπη απέναντι στον τραμπισμό και την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr

2025-10-25 22:20

"Η Ευρώπη απέναντι στον τραμπισμό και την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά"

"ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr

Άρθρο των Θόδωρου Τσίκα και Μαρωβήτας Νικολαϊδου

 

www.ethnos.gr/opinions/article/385668/heyrophapenantistontrampismokaithneyropaikhrizospastikhdexia

 

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025 φάνηκε να προαναγγέλλει μια πολιτική «επανάσταση», ικανή να αναμορφώσει όχι μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και τις ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Η ταχύτητα και το βάθος με τα οποία η δεύτερη προεδρία Τραμπ άλλαξε την αμερικανική πολιτική θυμίζουν, σε ένταση, την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο Τσετούνγκ στην Κίνα (1966-1976). Η ήπειρος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ατζέντας του κινήματος “Make America Great Again” (MAGA).
 
Οι συνέπειες, τόσο σε γεωπολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, έχουν αρχίσει ήδη να διαχέονται στην Ευρώπη, δοκιμάζοντας τις αντοχές και τη συνοχή της. Πίσω από τις θεαματικές κινήσεις του Τραμπ, τον αναπροσδιορισμό των εμπορικών σχέσεων, την απότομη αναθεώρηση της εξωτερικής πολιτικής, τη μετωπική ρητορική κατά των θεσμών αναδύεται η ιδεολογική ταυτότητα μιας ριζοσπαστικής αμερικανικής Δεξιάς που αναζητά ευρωπαϊκή και διεθνή δικτύωση.
 
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κονωνίες εξακολουθούν να διαμορφώνουν την πορεία τους μέσα από τις δικές τους αντιφάσεις, φόβους και αδιέξοδα. Η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά κερδίζει έδαφος στις κάλπες, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την άνοδο σε κυβερνητική εξουσία, καθώς παραμένει εσωτερικά διαιρεμένη, θεσμικά απομονωμένη και ιδεολογικά ασταθής.
 
Ο λόγος της ανόδου της είναι πιο βαθύς: η αδυναμία των παραδοσιακών κομμάτων να εξηγήσουν και να προσφέρουν πειστικές λύσεις στις κοινωνικές ανασφάλειες και την πολιτική αποξένωση των πολιτών.
 
 
Η εκλογική άνοδος χωρίς ικανότητα διακυβέρνησης
 
Από τη Γαλλία έως τη Γερμανία και την Πορτογαλία, τα κόμματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς σημείωσαν εντυπωσιακές επιδόσεις. Το AfD («Εναλλακτική για την Γερμανία») έγινε δεύτερη δύναμη στη Γερμανία· το Rassemblement National («Εθνικός Συναγερμός») της Μαρίν Λεπέν απέσπασε 142 έδρες στην γαλλική Εθνοσυνέλευση· ενώ το αυστριακό FPO («Ελευθερο-δημοκρατικό Κόμμα Αυστρίας») επικράτησε στις βουλευτικές εκλογές. Παρόμοια ποσοστά κατέγραψε το Chega στην Πορτογαλία, ενώ στη Ρουμανία και την Πολωνία οι υποψήφιοι της ριζοσπαστικής Δεξιάς διεκδίκησαν με αξιώσεις την προεδρία.
 
Κι όμως, αυτή η εκλογική δυναμική δεν μεταφράστηκε σε ανάλογη κυβερνητική ισχύ. Μόλις πέντε κυβερνήσεις της ΕΕ περιλαμβάνουν σήμερα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς (Κροατία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Ιταλία, Σλοβακία), ενώ μόνο δύο πρωθυπουργοί, ο Βίκτορ Όρμπαν και η Τζόρτζια Μελόνι, προέρχονται από αυτό το στρατόπεδο. Στις περισσότερες χώρες, τα παραδοσιακά κόμματα εξακολουθούν να υψώνουν θεσμικά “φράγματα ασφαλείας” («cordon sanitaire»), προτιμώντας εύθραυστους συνασπισμούς κεντρώων δυνάμεων αντί για συνεργασία με τους ριζοσπάστες.
 
Ωστόσο, η αποτυχία τους να κυβερνήσουν δεν πρέπει να εκληφθεί ως αποδυνάμωση. Αντίθετα, η σταθερή τους παρουσία στις κάλπες και η διείσδυσή τους στο δημόσιο λόγο δείχνουν ότι η άνοδός τους δεν είναι παροδική και ότι η είσοδός τους στην εξουσία είναι, αργά ή γρήγορα, αναπόφευκτη.
 
 
Από τον ευρωσκεπτικισμό στην “Ευρώπη των εθνών”
 
Τα περισσότερα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς έχουν εγκαταλείψει τη ρητορική της εξόδου από την ΕΕ, υιοθετώντας πλέον μια στρατηγική “μεταρρύθμισης εκ των έσω”. Στόχος της είναι μια «Ευρώπη των εθνών», βασισμένη στην κυριαρχία των κρατών, στις χριστιανικές αξίες και στη διακυβερνητική συνεργασία, μακριά από τις υπερεθνικές φιλελεύθερες αρχές των Βρυξελλών.
 
Η νέα αυτή ιδεολογία συνοδεύεται από ανελεύθερες πρακτικές διακυβέρνησης: αποδυνάμωση της δικαιοσύνης, έλεγχος των ΜΜΕ και ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, όπως δείχνουν τα παραδείγματα Ουγγαρίας και Πολωνίας. Η Τζόρτζια Μελόνι προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ευρωπαϊκό ρεαλισμό και εσωτερικό συντηρητισμό, ενώ ο Βίκτορ Όρμπαν και ο Ρόμπερτ Φίτσο ακολουθούν αυταρχικότερη γραμμή, συνδεόμενοι με τον Ντόναλντ Τραμπ και φιλορωσικά δίκτυα.
 
 
Όρμπαν, Φίτσο και η ευρωπαϊκή “αντιφιλελεύθερη Διεθνής”
 
Ο Βίκτορ Όρμπαν, δεκαπέντε χρόνια στην εξουσία, επιχειρεί να χτίσει ένα μπλοκ “ανελεύθερων δημοκρατιών” εντός της ΕΕ. Η Ουγγαρία βρίσκεται σε οικονομική στασιμότητα, με 19 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών κονδυλίων παγωμένα, ενώ η αντιπολίτευση κερδίζει έδαφος. Παρόμοια πορεία ακολουθεί και ο Ρόμπερτ Φίτσο στη Σλοβακία, με πολιτικές που προσεγγίζουν το μοντέλο Όρμπαν αλλά συναντούν ισχυρή κοινωνική αντίδραση.
 
Αντίβαρο αποτελεί η Φινλανδία: το Finns Party, που συμμετέχει σε φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση, μετρίασε τη στάση του, στηρίζοντας την Ουκρανία και μετατοπιζόμενο προς το πολιτικό κέντρο, αν και αυτή η στροφή του κόστισε εκλογικά.
 
 
Η επιρροή εντός των θεσμών
 
Α. Η νέα ισορροπία δυνάμεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
 
Οι ευρωεκλογές του 2024 σηματοδότησαν μια βαθιά αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού στην Ευρώπη. Το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP/ΕΛΚ) διατήρησε την πρωτοκαθεδρία του ως η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα, ενώ οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες (S&D) κράτησαν σταθερή τη θέση τους. Αντίθετα, οι κεντρώοι Φιλελεύθεροι (Renew Europe) και οι Πράσινοι κατέγραψαν σημαντικές απώλειες, γεγονός που αναδιαμόρφωσε τις ισορροπίες στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες.
 
Τα κόμματα της ριζοσπαστικής Δεξιάς ενίσχυσαν αισθητά την παρουσία τους, αν και όχι στο βαθμό που προέβλεπαν οι δημοσκοπήσεις. Πλέον, σχεδόν ένας στους τέσσερις ευρωβουλευτές (25%) ανήκει σε αυτό το ιδεολογικό φάσμα. Ωστόσο, οι βαθιές ιδεολογικές διαφορές, οι εθνικοί ανταγωνισμοί και οι αντιφατικές στάσεις απέναντι στη Ρωσία απέτρεψαν τη δημιουργία μιας ενιαίας υπερεθνικής ομάδας.
 
 
Αντίθετα, η ακροδεξιά πολυδιάσπαση εκφράστηκε μέσα από τρεις διακριτές συμμαχίες:
 
• Οι Patriots for Europe (PfE)/ «Πατριώτες για την Ευρώπη», που συγκεντρώνουν τον «Εθνικό Συναγερμό» της Λεπέν, το Fidesz του Όρμπαν και το αυστριακό FPO, αναδείχθηκαν τρίτη πολιτική δύναμη του Κοινοβουλίου, με έντονα ευρωσκεπτικιστικό και σε αρκετές περιπτώσεις φιλορωσικό προφίλ.
 
• Οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (ECR), με βασικούς πυλώνες τα «Αδέλφια της Ιταλίας» της Μελόνι και το πολωνικό PiS, κατέλαβαν την τέταρτη θέση, εκπροσωπώντας τη μετριοπαθέστερη εκδοχή της ακροδεξιάς.
 
• Τέλος, το γερμανικό AfD που θεωρήθηκε υπερβολικά ακραίο ακόμη και για τη Λεπέν, δημιούργησε μαζί με μικρότερα κόμματα τη νέα ομάδα Europe of Sovereign Nations (ESN)/ «Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών».
 
Όπως και στο παρελθόν, οι τρεις αυτές ομάδες χαρακτηρίζονται από περιορισμένη συνοχή και συχνές αποκλίσεις στις ψηφοφορίες, καθιστώντας δύσκολη τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής.
 
Οι παραδοσιακές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις ανανέωσαν το cordon sanitaire («υγειονομική ζώνη»), δηλαδή τον πολιτικό αποκλεισμό που εμποδίζει τις PfE και ESN να καταλάβουν θέσεις επιρροής στο Κοινοβούλιο. Μερική εξαίρεση αποτελεί η ομάδα ECR (Μελόνι κ.α.), η οποία έχει πλέον νομιμοποιηθεί εν μέρει, κατέχοντας τρεις προεδρίες Επιτροπών και ισάριθμες θέσεις στο προεδρείο.
 
Η επανεκλογή της Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τη στήριξη φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, συνάντησε την αντίδραση όλων των ακραίων δεξιών ομάδων. Παρ’ όλα αυτά, οι νέοι συσχετισμοί δίνουν στο κεντροδεξιό ΕΛΚ αυξημένο περιθώριο ελιγμών: δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τη συνεργασία με τους Σοσιαλιστές, τους Φιλελεύθερους ή τους Πράσινους για να σχηματίσει πλειοψηφία, καθώς μπορεί πλέον να στραφεί και προς τα δεξιά.
 
Αν και η ηγεσία του ΕΛΚ επιμένει ότι δεν θα συνεργαστεί με κόμματα που αποτυγχάνουν στα “τρία τεστ”, να είναι φιλοευρωπαϊκά, φιλοουκρανικά και υπέρ του κράτους δικαίου, στην πράξη έχουν ήδη υπάρξει περιστασιακές συμπλεύσεις:
 
• σε ψηφίσματα για τη Βενεζουέλα,
 
• σε πρωτοβουλίες για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική,
 
• σε προσπάθειες χαλάρωσης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για το κλίμα,
 
• αλλά και σε θέματα αναπτυξιακής βοήθειας.
 
Έτσι, η ανοχή και οι επιλεκτικές συνεργασίες με τη ριζοσπαστική Δεξιά διαμορφώνουν σταδιακά ένα νέο, πιο ρευστό πολιτικό τοπίο στην Ευρώπη —όπου το παραδοσιακό Κέντρο δεν είναι πια αυτονόητο σημείο αναφοράς, αλλά πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης.
 
Β. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το “ουγγρικό πρόβλημα”
 
Σε ομιλία του τον Φεβρουάριο του 2025 στους Patriots for Europe, ο Βίκτορ Όρμπαν διακήρυξε πως «οι αιρετικοί έγιναν το κυρίαρχο ρεύμα». Παρ’ όλα αυτά, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ο Ούγγρος πρωθυπουργός παραμένει μόνος. Οι προσδοκίες του για νέους συμμάχους στην Αυστρία ή τη Ρουμανία δεν επιβεβαιώθηκαν.
 
Ο Ρόμπερτ Φίτσο στη Σλοβακία συμμερίζεται τον σκεπτικισμό του απέναντι στην Ουκρανία, αλλά αποφεύγει ανοικτές συγκρούσεις με τις Βρυξέλλες, ενώ η Τζόρτζια Μελόνι διατηρεί αποστάσεις. Παρά τη απομονωμένη θέση του, ο Όρμπαν παραμένει πηγή τριβών: έχει μπλοκάρει στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο, επιχειρεί να αποδυναμώσει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και χρησιμοποιεί το «βέτο» του για να πιέσει την ΕΕ να αποδεσμεύσει τα παγωμένα κονδύλια της Ουγγαρίας.
 
Έτσι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αντιμετωπίζει όχι μια “δεξιά εξέγερση”, αλλά ένα “ουγγρικό πρόβλημα”. Για να παρακάμψει τα εμπόδια, η Ένωση υιοθετεί ήδη «Συμπεράσματα» με τη συμμετοχή 26 κρατών-μελών και αναθέτει στρατιωτικές πρωτοβουλίες σε “συμμαχίες προθύμων”. Αν ο Όρμπαν επιμείνει στα βέτο, η ΕΕ εξετάζει νομικές λύσεις που επιτρέπουν αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία, ιδίως στην εμπορική πολιτική.
 
Η ενεργοποίηση του Άρθρου 7 παραμένει θεωρητική δυνατότητα, καθώς απαιτεί ομοφωνία· γι’ αυτό και η ΕΕ προτιμά πολιτικά παρακαμπτήριους δρόμους αντί θεσμικής σύγκρουσης.
 
 
Μεταναστευτικό, Κλίμα, Εμπόριο: η νέα κανονικότητα
 
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ριζοσπαστικής Δεξιάς δεν είναι θεσμική αλλά πολιτισμική: έχει μετατοπίσει τον άξονα του δημόσιου διαλόγου. Η ρητορική της για τη μετανάστευση και το άσυλο έχει ενσωματωθεί στις πολιτικές των παραδοσιακών κομμάτων, οδηγώντας σε μια “κανονικοποίηση” της αυστηρότητας και στην περιθωριοποίηση των ανθρωπιστικών αξιών.
 
Παράλληλα, η χαλάρωση των κλιματικών πολιτικών, επισήμως στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, συντονίζεται με τις επιδιώξεις της δεξιάς, που βλέπει στο Green Deal / «Πράσινο Σύμφωνο» ένα “τεχνοκρατικό” σχέδιο των ελίτ.
 
Στο εμπόριο, οι ριζοσπάστες δεξιοί προωθούν ανοιχτά τον προστατευτισμό και αντιτίθενται στις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση, προτιμώντας μια οικονομία ελεγχόμενη από τα κράτη.
 
 
Το “φαινόμενο Τραμπ” και τα όριά του
 
Η νίκη του Τραμπ το 2024 προκάλεσε ευφορία στους ευρωπαίους ομοϊδεάτες του. Η νέα αμερικανική κυβέρνηση δεν έκρυψε τη στήριξή της: ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, JD Vance, συναντήθηκε με την Άλις Βάιντελ του γερμανικού AfD· η Αμερικανίδα Υπουργός, Kristi Noem, υποστήριξε ανοιχτά υποψήφιους της ακραίας Δεξιάς σε Πολωνία και Ρουμανία. Κι όμως, τα αποτελέσματα υπήρξαν μεικτά. Ορισμένοι υποψήφιοι ενισχύθηκαν, άλλοι υπέστησαν φθορά λόγω της αμερικανικής ανάμειξης.
 
Ο Τραμπ λειτουργεί ως πολιτικό πρότυπο, όχι όμως ως εκλογικός πολλαπλασιαστής. Η ρητορική του, ο αντι-“woke” λόγος και το αυταρχικό ηγετικό στυλ του εμπνέουν τους Ευρωπαίους ριζοσπάστες δεξιούς, αλλά η ανοιχτή ταύτιση με την Ουάσιγκτον παραμένει αντιδημοφιλής στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.
 
Εκεί όπου ο τραμπισμός ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή, είναι στην κανονικοποίηση του αυταρχισμού: τη σύνδεση εθνικισμού, συντηρητικών αξιών και πολιτικής πόλωσης ως νέου μοντέλου διακυβέρνησης.
 
 
Η υπόθεση Charlie Kirk και ο απόηχός της στην Ευρώπη
 
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκφάνσεις αυτής της επιρροής του τραμπισμού υπήρξε η υπόθεση Charlie Kirk. Η δολοφονία του Αμερικανού ακροδεξιού ακτιβιστή τον Σεπτέμβριο του 2025 μετατράπηκε σε σημείο συσπείρωσης: ο πρόεδρος Τραμπ κατηγόρησε αμέσως «ριζοσπάστες αριστερούς μανιακούς», οι σύμμαχοί του μίλησαν για πόλεμο κατά της φιλελεύθερης ελίτ. Η «στιγμή Kirk» λειτούργησε ως καταλύτης για τη μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής προς τη ρητορική του μίσους και της θυματοποίησης και δεν έμεινε εντός συνόρων.
 
Στην Ευρώπη, οι λαϊκιστές δεξιοί ηγέτες έσπευσαν να οικειοποιηθούν το αφήγημα.
 
Η Τζόρτζια Μελόνι μίλησε για «μίσος της Αριστεράς» που απειλεί και τους Ιταλούς συντηρητικούς. Ο Geert Wilders στην Ολλανδία, ο Jordan Bardella και ο Eric Zemmour στη Γαλλία, ακόμη και βουλευτές στην Πολωνία και τη Λιθουανία, τίμησαν τη μνήμη του Kirk, ζητώντας σιγή ενός λεπτού. Μια ομάδα ευρωβουλευτών της άκρας Δεξιάς πρότεινε ακόμη το όνομά του για το Βραβείο Ζαχάρωφ 2025, την ανώτατη ευρωπαϊκή διάκριση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η εικόνα του γίνεται σύμβολο αντί-φιλελευθερισμού, όπως κάποτε ο Τσε Γκεβάρα έγινε σύμβολο αντί-ιμπεριαλισμού.
 
 
Η ισχύς της παρεμπόδισης
 
Το κύριο χαρακτηριστικό της ριζοσπαστικής Δεξιάς, είναι η ικανότητα να μπλοκάρει. Μπορεί να μη διαθέτει πλειοψηφία, αλλά μπορεί να καθυστερεί ή να αποδυναμώνει κρίσιμες ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις από την οικονομική ένωση και τη διεύρυνση έως την ενεργειακή πολιτική και την Άμυνα. Αυτή ακριβώς η “ισχύς παρεμπόδισης” χρειάζεται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά για να μην μετατραπεί η ΕΕ σε μηχανισμό διαχείρισης αδράνειας, ακριβώς τη στιγμή που η Ιστορία απαιτεί αποφασιστικότητα.
 
 
Η ευθύνη των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων
 
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: η ριζοσπαστική Δεξιά κερδίζει επιρροή όχι τόσο επειδή πείθει, αλλά επειδή οι υπόλοιποι παραιτούνται από τη μάχη των ιδεών. Το μέλλον της Ένωσης δεν θα κριθεί από την όρεξη των ακραίων, αλλά από τη θέληση των ευρωπαϊστών να υπερασπιστούν τη φιλελεύθερη δημοκρατία, το κράτος Δικαίου και την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως πολιτισμικό σχέδιο και όχι απλώς ως γραφειοκρατική σύμβαση.
 
Η επόμενη δεκαετία θα δείξει αν η Ευρώπη μπορεί να ανασυγκροτηθεί γύρω από αυτές τις αξίες ή αν θα επιβεβαιώσει, όπως προειδοποιεί ο Όρμπαν, ότι “οι αιρετικοί έγιναν το κυρίαρχο ρεύμα”.
 
 
Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
 
 
Η Μαρωβήτα Νικολαϊδου είναι Επικοινωνιολόγος – Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
 

 

>>

———

Βρίσκονται οι ΗΠΑ στο χείλος εμφύλιου πολέμου; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

2025-09-19 10:08

Βρίσκονται οι ΗΠΑ στο χείλος εμφύλιου πολέμου; 

"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"

 

www.metarithmisi.gr/content/briskontai-oi-epa-sto-kheilos-emphuliou-polemou

 

 Θόδωρος Τσίκας/ Μαρωβήτα Νικολαΐδου

 

Στη δημόσια συζήτηση ο όρος "εμφύλιος πόλεμος" χρησιμοποιείται συχνά με ευκολία, όμως κάθε μορφή πολιτικής βίας ή κάθε τραγικό γεγονός δεν είναι προάγγελος εσωτερικής σύγκρουσης. Ένας εμφύλιος πόλεμος, σύμφωνα με τους κορυφαίους μελετητές, είναι μια κρατική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και οργανωμένης εσωτερικής αντιπολίτευσης που οδηγεί σε τουλάχιστον 1.000 θανάτους σε πεδία μαχών.

Αυτό το όριο των θυμάτων είναι κρίσιμο: είναι αυτό που διαχωρίζει τον εμφύλιο πόλεμο από άλλες μορφές πολιτικής βίας, όπως η τρομοκρατία ή οι μεμονωμένες επιθέσεις. Επιπλέον, για να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να υπάρχουν απώλειες και από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Διαφορετικά, πρόκειται για μονόπλευρη βία, που στην ακραία της εκδοχή μπορεί να εξελιχθεί σε γενοκτονία.

Επίσης, ο εμφύλιος πόλεμος προϋποθέτει ένα θεμελιώδες πολιτικό διακύβευμα: μια ασυμβατότητα σχετικά με την εξουσία ή την επικράτεια μεταξύ κυβέρνησης και ομάδας οργανωμένης αντιπολίτευσης.

Χωρίς τα παραπάνω χαρακτηριστικά μιλάμε απλώς για πολιτική βία – φαινόμενο που, όπως γνωρίζουμε, είναι διαχρονικό στην αμερικανική Ιστορία. Ακόμη και συγκλονιστικά γεγονότα, όπως η δολοφονία του Charlie Kirk , όσο δραματικά κι αν είναι, δεν επαρκούν από μόνα τους για να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο.

 

Τι πυροδοτεί έναν εμφύλιο πόλεμο;

Παρά τη διάχυτη εντύπωση ότι η πολιτική πόλωση ή η ιδεολογική αντιπαράθεση αποτελούν τους βασικούς καταλύτες ενός εμφυλίου, η έρευνα δείχνει ότι χρειάζεται να ισχύουν κάποιες από τις εξής προϋποθέσεις και δομικές αδυναμίες: χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αδύναμη ή ανίσχυρη κεντρική κυβέρνηση, ύπαρξη ασφαλών καταφυγίων –όπως ορεινές ή δυσπρόσιτες περιοχές όπου μπορούν να επιχειρούν αντάρτες– και πρόσβαση σε εκμεταλλεύσιμους φυσικούς πόρους.

Συχνά απαιτείται και ένας κύκλος καταστολής και αντίδρασης: η κρατική βία οδηγεί σε μαζικές διαμαρτυρίες, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις κλιμακώνονται σε ένοπλη εξέγερση. Ακόμη κι έτσι, όμως, οι περισσότερες κρίσεις καταλήγουν σε κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας , όχι σε πόλεμο.

 

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο στοιχείο της αμερικανικής περίπτωσης:
 

Οι ΗΠΑ δεν είναι αδύναμο κράτος ούτε οικονομία σε κατάρρευση. Η θεσμική τους αρχιτεκτονική βασίζεται σε ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών που σχεδιάστηκε από τους Ιδρυτές με σκοπό να αποτρέψει την αυθαιρεσία, είτε προερχόμενη από το Κογκρέσο είτε από την εκτελεστική εξουσία.


Οι Ιδρυτές υποπτεύονταν τόσο την εκτελεστική αυθαιρεσία όσο και την «τυραννία της νομοθετικής εξουσίας». Η αρχιτεκτονική του Συντάγματος προϋποθέτει ότι κάθε λειτουργία θα προστατεύει τα όρια και τα προνόμιά της. Όταν όμως η κομματική πόλωση υπερκαλύπτει τον θεσμικό ρόλο, οι έλεγχοι ατονούν και η εξουσία τείνει να μετατοπίζεται προς το εκτελεστικό σκέλος.


Σήμερα, η εκτελεστική εξουσία διαθέτει περισσότερα από 120 νομοθετικά εργαλεία «έκτακτης ανάγκης» που της επιτρέπουν να επιβάλει δασμούς, να αναστέλλει εμπορικές συμφωνίες, να ρυθμίζει την τεχνολογία και να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική έγκριση. Το αποτέλεσμα είναι ότι κρίσιμες πολιτικές μάχες διεξάγονται όλο και περισσότερο στα δικαστήρια, όχι στους δρόμους.

 

Η πολιτική βία στις ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια χώρα που από τη γέννησή της γνώρισε ανά περιόδους ξεσπάσματα πολιτικής βίας. Από την «εξέγερση του ουίσκι» το 1791, το «αιματοβαμμένο Κάνσας» πριν τον Εμφύλιο , μέχρι τα κύματα τρομοκρατικών επιθέσεων των αναρχικών στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη στιγμές όπου η πολιτική αντιπαράθεση πήρε βίαιη μορφή.

 

Ο ίδιος ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1861–1865 αποτελεί ακραίο ιστορικό παράδειγμα: μια αποσχιστική σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, με μαζικές στρατιωτικές αποστασίες, εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τελική νίκη του Βορρά – μια έκβαση που, σύμφωνα με τις μελέτες, είναι η συνηθέστερη στους εμφυλίους πολέμους. Η περίοδος της Ανασυγκρότησης που ακολούθησε δεν έφερε αμέσως ειρήνη· αντίθετα, πολιτική και φυλετική βία συνέχισαν να μαστίζουν τον Νότο, με στοχοποίηση Ρεπουμπλικανών και των πρόσφατα απελευθερωμένων Αφροαμερικανών.

Η δεκαετία του 1960 και οι αρχές του 1970 αποτελούν ακόμη ένα κομβικό παράδειγμα: καθημερινές συγκρούσεις σε πανεπιστημιουπόλεις, η βομβιστική επίθεση στο Καπιτώλιο από την Weather Underground (εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση), αλλά και οι εμβληματικές πολιτικές δολοφονίες του John F. Kennedy, του Martin Luther King Jr. και του Robert F. Kennedy .

Ίσως όμως η περίοδος που μοιάζει περισσότερο με τη σημερινή να είναι οι αρχές του 20ού αιώνα: τότε, οι ΗΠΑ γνώρισαν τρομοκρατικές ενέργειες αναρχικών, όπως η βομβιστική επίθεση στη Wall Street το 1920 που σκότωσε 38 ανθρώπους, η δολοφονία του Προέδρου William McKinley το 1901, καθώς και κύματα βομβιστικών επιθέσεων κατά βιομηχάνων. Παράλληλα, η χώρα αντιμετώπισε αναβίωση της Κου Κλουξ Κλαν και μαζικές κρατικές επιχειρήσεις καταστολής όπως οι Επιχειρήσεις Palmer και ο Πρώτος Κόκκινoς Τρόμος.

Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι όλες αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίζονταν από υψηλότερα επίπεδα βίας και πόλωσης από ό,τι η σημερινή εποχή – χωρίς όμως να οδηγήσουν σε εμφύλιο πόλεμο. Η ιστορία δείχνει ότι η αμερικανική δημοκρατία έχει αντέξει πολύ πιο ακραίες κρίσεις χωρίς να διαρραγεί.

 

Ο φόβος του αμερικανικού εμφυλίου 

Ακόμη κι αν η επιστημονική βιβλιογραφία απορρίπτει την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο χείλος εμφυλίου, οι φόβοι μπορεί να αποκτήσουν δική τους δυναμική. Η έντονη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και η συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η εντύπωση δεν αντικατοπτρίζει την πλειοψηφία της κοινής γνώμης.

 

 

Εθνική έρευνα του 2023 κατέγραψε ότι μόλις το 5,7% των Αμερικανών συμφωνεί έντονα ή πολύ έντονα με τη δήλωση ότι «θα υπάρξει εμφύλιος πόλεμος τα επόμενα λίγα χρόνια». Ακόμη λιγότεροι –μόνο το 3,8%– πιστεύουν ότι «ένας εμφύλιος πόλεμος είναι αναγκαίος για να μπει τάξη». Με απλά λόγια, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών ούτε περιμένει ούτε επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη. Η ίδια έρευνα επαναλήφθηκε το 2024, επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα.

Αυτό το χάσμα μεταξύ διαδικτυακής ρητορικής και πραγματικών στάσεων δείχνει ότι η «κρίση» που συζητείται στα media είναι σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακό φαινόμενο – όχι μια υπαρξιακή απειλή που αντανακλάται στην κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, η «μάχη» διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό στις αίθουσες δικαστηρίων. Το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για την ερμηνεία της εκτελεστικής εξουσίας, την απομάκρυνση αξιωματούχων ανεξάρτητων αρχών, τα όρια των εκτελεστικών διαταγμάτων και την κανονιστική εξουσία των υπηρεσιών.

Κάθε απόφαση ανακατανέμει ισχύ ανάμεσα σε Πρόεδρο και Κογκρέσο, καθορίζοντας την ισορροπία της δημοκρατίας χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.

 

Όχι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου

Το πραγματικό ρίσκο σήμερα δεν είναι ένας νέος εμφύλιος πόλεμος, αλλά η αύξηση μεμονωμένων πράξεων βίας που ενισχύονται από τα social media και διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή. Παρά την έντονη πόλωση, η αμερικανική κοινωνία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα εμφυλίου.

Η πρόκληση είναι θεσμική: κάθε κρίση ενισχύει τις εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός μοντέλου «προεδρικής κυβέρνησης» με αδύναμα αντίβαρα. Ο διάλογος, η θεσμική αντιπαράθεση και η ειρηνική διαφωνία εξακολουθούν ως ένα βαθμό να αποτελούν τον πυρήνα του «αμερικανικού πειράματος».

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ ------- **Η Μαρωβήτα Νικολαΐδου είναι Επικοινωνιολόγος-Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ

>>

———

"Η Γαλλία αναζητά συναινέσεις"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 11/9/2025

2025-09-11 15:46

Η  Γαλλία αναζητά συναινέσεις

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 11/9/2025

 

1voice.gr/i-gallia-anazita-synaineseis/

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

Το μεγάλο χρέος και το σοβαρό έλλειμμα της γαλλικής οικονομίας έφτασαν σε σημείο μη επιστροφής. Οι αγορές δείχνουν την ανησυχία τους, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού της χώρας πάνω από αυτό της Ελλάδας και της Ιταλίας. Όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα. Διαφωνούν όμως για το μείγμα.

Στην κατακερματισμένη γαλλική Εθνοσυνέλευση (Βουλή) δεν αρκούν μόνο οι δυνάμεις του κεντρώου συνασπισμού γύρω από τον πρόεδρο Μακρόν, και αυτών της συντηρητικής Δεξιάς με την παράδοση του Ντε Γκωλ και του Σαρκοζύ, για να στηριχθεί η νέα κυβέρνηση και ένας προϋπολογισμός διεξόδου από την κρίση.

Ο ένας βραχίονας της εκτελεστικής εξουσίας, με πολλές εξουσίες, ο Πρόεδρος, παραμένει. Αυτός  διόρισε τον νέο πρωθυπουργό. Ο νέος πρωθυπουργός και η νέα κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένοι στο γαλλικό πολιτικό σύστημα να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή. Πρέπει όμως να μην ανατραπούν από πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης και φυσικά να περνάνε κάποια νομοσχέδια και βεβαίως τον Προϋπολογισμό.

Άρα ο νέος πρωθυπουργός, θα πρέπει να αναζητήσει την ανοχή -αν όχι την στήριξη- και των σοσιαλιστών. Αυτό βέβαια θα σημαίνει και πλήρη ρήξη των τελευταίων με τη λαϊκιστική Αριστερά του Μελανσόν. Η “κυβερνητική υπευθυνότητα” δεν μπορεί να συνδυαστεί με συνεχείς διαμαρτυρίες, είτε από ορισμένες δυνάμεις της Αριστεράς, είτε από την ακροδεξιά της Λεπέν.

Προσφάτως ο ηγέτης των σοσιαλιστών δήλωσε: “Είμαστε έτοιμοι να κυβερνήσουμε”. Και για να δείξουν την ετοιμότητα τους, οι σοσιαλιστές πρότειναν ένα δικό τους πακέτο μεταρρυθμίσεων και περικοπών, ως λύση του οικονομικού προβλήματος. Βέβαια αυτό είναι το μισό (περίπου 22 δισ.) σε σχέση με αυτό που πρότεινε ο παραιτηθείς πρωθυπουργός Μπαϊρού (περίπου 44 δισ.). Δείχνει όμως την διάθεση των σοσιαλιστών να εμπλακούν σοβαρά σε διαπραγματεύσεις.

O Σεμπαστιάν Λεκορνύ, που επελέγη για την πρωθυπουργία, υπήρξε βασικός υπουργός, έχει επιβιώσει όλων των ανασχηματισμών και βρίσκεται πολύ κοντά στον Μακρόν. Στόχος του Προέδρου είναι αυτή η κυβέρνηση (ή και κάποια άλλη) να προχωρήσει, χωρίς να χρειαστεί να πάει σε βουλευτικές εκλογές μέχρι το 2027 που είναι προγραμματισμένες οι προεδρικές, ώστε αυτές να γίνουν ταυτόχρονα.

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας -Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

———

Ο Πούτιν προκαλεί, η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI News

2025-09-11 15:05

Ο Πούτιν προκαλεί, η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί

ANATROPI News 

 

www.anatropinews.gr/2025/09/11/%ce%bf-%cf%80%ce%bf%cf%8d%cf%84%ce%b9%ce%bd-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%af-%ce%b7-%ce%b5%cf%85%cf%81%cf%8e%cf%80%ce%b7-%cf%80%cf%81%ce%ad%cf%80%ce%b5%ce%b9-%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%bd/

 

Τα ρωσικά χτυπήματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (κατασκευής του Ιράν) στην Πολωνία, δείχνουν ότι ο Πούτιν θέλει να δοκιμάσει τα όρια των ευρωπαϊκών χωρών και να αξιοποιήσει την απόσταση μεταξύ του Τραμπ και της Ευρώπης.

Η αμφιθυμία που έχει δείξει ο Αμερικανός πρόεδρος ως προς την υλοποίηση των δεσμεύσεων των ΗΠΑ προς τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, η διακηρυγμένη θέση του για μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, η επιδίωξη του για αμερικανο-ρωσική οικονομική, εμπορική και ενεργειακή συμφωνία, ακόμα και σε βάρος της Ουκρανίας, έχουν ενθαρρύνει το αυταρχικό καθεστώς Πούτιν στα επεκτατικά σχέδια του.

Ο στόχος της “Μεγάλης Ρωσίας”, η ανασύσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας, η διαμόρφωση μιας ευρείας ζώνης επιρροής της Μόσχας με κράτη-δορυφόρους γύρω της, αποτελεί συνεκτική ουσία για την ρωσική ηγετική ομάδα. Επενδύει σε αυτόν μακροπρόθεσμα και επιβιώνει από αυτόν. Δεν εξαντλείται μόνο στην Ουκρανία και η υλοποίηση του θα συνεχιστεί και μετά την όποια “διευθέτηση” της ουκρανικής κρίσης, όποτε κι αν αυτή επιτευχθεί. 

Το καλύτερη αντιμετώπιση είναι η συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας, και η επιβολή νέων κυρώσεων, όπως η επιβολή δασμών στα ρωσικά προϊόντα και κυρώσεων στις χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν  πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τη Ρωσία, χρηματοδοτώντας έτσι την ρωσική πολεμική μηχανή. Μόνο έτσι θα υποχρεωθεί κάποια στιγμή ο Πούτιν να έρθει σε σοβαρή διαπραγμάτευση και θα δοθεί στην Ουκρανία δυνατότητα να διαπραγματευθεί με αξιοπρέπεια και να μην οδηγηθεί σε παράδοση και υποταγή.

Η συμμετοχή των ΗΠΑ στα παραπάνω μέτρα θα ήταν σημαντική. Ήδη αυτά προβλέπονται σε σχέδιο νόμου που έχει ετοιμαστεί από Αμερικανούς βουλευτές και γερουσιαστές. Αν όμως ο Τραμπ θελήσει να αγνοήσει την ανάγκη να στηριχτεί η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας, τότε η Ευρώπη θα χρειαστεί να το κάνει μόνη της.

Σε αυτό το πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμμάχους: τη Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα. Αυτές οι χώρες βλέπουν τη συμμαχία των αυταρχικών ηγετών και των επεκτατικών καθεστώτων να διαμορφώνεται: Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Βόρεια Κορέα. 

Η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη να αναδειχθεί σε μια γεωπολιτική δύναμη και έχει αρχίσει -έστω και αργοπορημένα- να κάνει βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Η προσπάθεια να δημιουργηθεί κοινό σύστημα αμυντικών προμηθειών και η συγκρότηση κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας είναι οι πρώτες πράξεις. Δεν επαρκούν όμως και κυρίως πρέπει να επιταχυνθούν.

Η κοινή ευρωπαϊκή Άμυνα δεν πρέπει να είναι απλώς το άθροισμα των επιμέρους αμυντικών συστημάτων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Πρέπει να υπάρξει κοινός ευρωπαϊκός αμυντικός σχεδιασμός, συμφωνία στο πώς θα αξιοποιηθούν οι νέες στρατιωτικές δυνατότητες, ποιοι είναι οι στόχοι και ποιες οι απειλές και βεβαίως κάτι σαν ευρωπαϊκό Γενικό Επιτελείο. Με λίγα λόγια, ενιαία πολιτική-στρατιωτική διοίκηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Η βασική προϋπόθεση για να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ισχυρή διεθνής δύναμη, είναι να αποκτήσει πραγματικά Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας. Αυτή όμως δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί όσο συνεχίζεται το σημερινό σύστημα λήψης αποφάσεων που απαιτεί ομοφωνία. Δεν μπορεί μόνο μία χώρα, όπως κάνει συστηματικά η Ουγγαρία του Όρμπαν, να έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες των άλλων κρατών-μελών. Ένα πιο ευέλικτο σύστημα αποφάσεων που θα μπορούν να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, είναι αναγκαίο.

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

>>

———

Το καλώδιο δεν προχωρά χωρίς οριοθέτηση ή συνεννόηση / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr

2025-09-09 11:12

"ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr , 9/9/2025

 

www.ethnos.gr/opinions/article/380223/tokalodiodenproxoraxorisoriothethshhsynennohsh

 

 

Το καλώδιο δεν προχωρά χωρίς οριοθέτηση ή συνεννόηση

Θεόδωρος Τσίκας
 
1. Δεν μπορεί να προχωρήσει η υλοποίηση του έργου πόντισης καλωδίου για ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου, χωρίς να έχει προηγηθεί είτε οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, είτε άτυπη συνεννόηση μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κυβέρνησης.
 

Δεν υπάρχει φυσικά κανένα θέμα για την πορεία του έργου στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως για το τμήμα του έργου που διέρχεται κάτω από διεθνή ύδατα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υπάρχουσες συνθήκες.

 

Στην θαλάσσια περιοχή ανοιχτά της Κάσου και της Καρπάθου η σχεδιασμένη πορεία του καλωδίου περνά από διεθνή ύδατα. Για την περιοχή αυτή υπάρχουν δύο αλληλεπικαλυπτόμενες συμφωνίες, για οικονομική εκμετάλλευση. Το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και η Συμφωνία τμηματικής οριοθέτησης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.
 

 

 
2. Η Τουρκία δεν ζητά σταμάτημα του έργου. Βασισμένη στο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, θεωρεί ότι αυτή έχει δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης στην περιοχή και ζητά επίσημη ενημέρωση για το καλώδιο από την Ελλάδα.
 
Φυσικά, αν η Ελλάδα προχωρήσει σε επίσημη ενημέρωση θα είναι σαν να αναγνωρίζει την αρμοδιότητα της Τουρκίας στην θαλάσσια αυτή περιοχή.

 

Επίσης η Τουρκία θέτει κι ένα άλλο σχετιζόμενο ζήτημα, που αφορά τις έρευνες που πρέπει να προηγηθούν της πόντισης του καλωδίου. Επειδή οι έρευνες αυτές αγγίζουν τον βυθό, δηλαδή την υφαλοκρηπίδα που έχει οριοθετηθεί διαφορετικά από τις δύο Συμφωνίες, η Τουρκία θεωρεί ότι με μια τέτοια κίνηση η Ελλάδα θα κατοχυρώσει τα δικαιώματα της εκεί. Αυτό πάλι μας γυρνά στην προϋπόθεση της επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών.

 

 
 
3. Το οικονομικό ζήτημα του έργου είναι σοβαρό. Πρόκειται για τεράστια επένδυση.
 

Το οικονομικό πρόβλημα εντείνεται από δύο άλλους παράγοντες:

 

α. Τα τεχνικά προβλήματα. Στο σημείο αυτό το βάθος της Ανατολικής Μεσογείου είναι πολύ μεγάλο. Αν πραγματοποιηθεί η σύνδεση αυτή θα είναι η βαθύτερη και μεγαλύτερη σε μήκος, σε ολόκληρο τον πλανήτη μέχρι σήμερα.

 

β. Η αβεβαιότητα λόγω της γεωπολιτικής κατάστασης. Αν υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να μην πραγματοποιηθεί το έργο εξαιτίας των διαφορών Ελλάδας, Κύπρου, Τουρκίας, ποιος είναι διαθέσιμος να επενδύσει τόσο μεγάλα ποσά;

 

Επίσης, φαίνεται ότι το Ισραήλ στο οποίο θα έφτανε -σε μεταγενέστερο χρόνο- το καλώδιο, δεν φαίνεται να έχει πλέον μεγάλο ενδιαφέρον.
 
 

 

4. Το γεγονός ότι η Ελλάδα ορθώς δεν αποδέχεται του τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, δεν σημαίνει ότι οι χώρες που το έχουν συνάψει δεν συνεχίζουν να θεωρούν ότι αυτό ισχύει. Όταν έχουμε δύο αλληλεπικαλυπτόμενες Συμφωνίες, μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για να λυθεί το ζήτημα:

 

α. Οι χώρες που έχουν υπογράψει τη μία από τις δύο Συμφωνίες να αποσύρουν την υπογραφή τους, κάτι που φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον.
 

β. Οι έχοντες υπογράψει τις Συμφωνίες αυτές να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ή άλλον διεθνή διαιτητικό, διαμεσολαβητικό ή δικαστικό μηχανισμό) για την επίλυση της διαφοράς.

 

 
 
5. Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) δεν μπορεί να οριστεί μονομερώς από μία μόνο χώρα. Απαιτείται συμφωνία με την χώρα που έχει απέναντι ακτές. Συνεπώς για το Αιγαίο και ένα τμήμα της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να υπάρξει συμφωνία Ελλάδας-Τουρκίας.

 

Αλλά και η Κύπρος δεν έχει ορίσει ΑΟΖ μεταξύ αυτής και της Τουρκίας. Λόγω του άλυτου Κυπριακού, οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις μεταξύ τους.

Άρα μόνο η επίλυση των πολιτικών προβλημάτων και διμερών διαφορών μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μείζονες πρωτοβουλίες σε αυτή την τεράστια θαλάσσια περιοχή.

 

Αυτό δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Δεν υπάρχει bypass στα σκληρά προβλήματα που θέτει η γεωπολιτική πραγματικότητα.

 

Η επίλυση των διαφορών απαιτεί όμως πολιτικό θάρρος, χωρίς την λανθασμένη αντίληψη περί “πολιτικού κόστους”. Απαιτεί ευελιξία και διάθεση όλων των πλευρών για αμοιβαίες παραχωρήσεις και έντιμους συμβιβασμούς.

 

>>

———

"Είμαστε μακριά από ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ Εφημερίδα "Κυριακάτικη KONTRA", 24/8/2025

2025-08-24 12:54
 

Εφημερίδα "Κυριακάτικη KONTRA", 24/8/2025

 

 

www.kontranews.gr/apopseis/thodoros-tsikas-ei%C2%B5aste-%C2%B5akria-apo-eirineftiki-sy%C2%B5fonia-stin-oukrania-2/

 

 

Είμαστε μακριά από ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία

 

 

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*

 

1. Ακόμα και αυτή την στιγμή, υπάρχουν πλευρές των συζητήσεων για την Ουκρανία που δεν γνωρίζουμε. Αλλά και αν τις γνωρίζαμε, δεν είναι βέβαιο πώς θα εξελιχθούν. Πολλά ζητήματα έχουν μείνει ασαφή, όπως η ακριβής μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία και φυσικά οι διάφορες εκδοχές των εδαφικών “διευθετήσεων”.

 

2. Έχουμε μπει σε μια διαδικασία διερεύνησης κατά πόσο μπορεί να γίνει πρώτα μια διμερής συνάντηση Ρωσίας- Ουκρανίας και μετά μια τριμερής Ρωσίας-Ουκρανίας-ΗΠΑ. Επιδίωξη είναι να γίνουν αυτές οι συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών. Ωστόσο, ακόμη από τη ρωσική πλευρά δεν έχουμε ρητή συγκατάθεση. Έχουμε απλώς μια διατύπωση ότι θα συζητηθεί η αναβάθμιση του επιπέδου της συνάντησης μεταξύ ρωσικής και ουκρανικής αντιπροσωπείας. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Πούτιν θα θέλει να συναντήσει τον Ζελένσκι (μάλλον το αντίθετο).

 

3. Είμαστε μακριά από μια ειρηνευτική συμφωνία, καθώς οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Και δεν αποκλείεται σε δύο με τρεις εβδομάδες να βρεθούμε και πάλι σε αδιέξοδο. Άλλωστε ο Πούτιν δεν βιάζεται για συμφωνία, διότι θεωρεί πως έχει περιθώρια στο στρατιωτικό πεδίο και άρα θέλει να κερδίσει χρόνο.

 

4. Στην Αλάσκα ο Τραμπ απέφυγε να πάρει αποφάσεις μόνος του με τον Πούτιν, αγνοώντας την Ουκρανία. Και αυτό επιτεύχθηκε με την παρέμβαση των Ευρωπαίων. Αλλά και το γεγονός ότι ο Τραμπ κάλεσε τους Ευρωπαίους για συναπόφαση, είναι σημαντικό. Μπορεί να μην τους θεωρεί ισοϋψείς, αλλά δείχνει ότι τους έχει ανάγκη: Πρώτον, διότι εκείνοι κατά βάση θα υλοποιήσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία και, δεύτερον, γιατί θα αναλάβουν ένα σημαντικό οικονομικό βάρος της ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον πόλεμο. 

 

5. Η παρουσία των Ευρωπαίων στον Λευκό Οίκο έδωσε στον Ζελένσκι και στην Ουκρανία μια μεγάλη στήριξη. Έδειξε πως η Ουκρανία δεν είναι μόνη της. Οι Ευρωπαίοι ουσιαστικά λειτούργησαν σαν “μαξιλαράκι’’ έναντι μιας πιθανής πίεσης του Τραμπ προς τον Ζελένσκι να υποχωρήσει. Και αυτό -σε ένα βαθμό- λειτούργησε.

 

6. Η παρέμβαση των Ευρωπαίων ήταν πάρα πολύ συντονισμένη και καλοκουρδισμένη. Έχει μετριάσει την πίεση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι και τον απέτρεψε να κάνει κινήσεις σε βάρος της Ουκρανίας. Η Ευρώπη διεκδίκησε τη θέση της σε ένα θέμα, όπως το ουκρανικό, που είναι πρωτίστως θέμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. 

 

7. Από τις συνομιλίες στην Ουάσινγκτον οι Ευρωπαίοι είναι κερδισμένοι. Επανέρχονται ως αποφασιστικός παράγοντας για την επίλυση της κρίσης στη Ουκρανία, ενώ και ο Ζελένσκι είναι σε καλύτερη θέση, σχετικά με εκείνη στην οποία βρισκόταν μετά την συνάντηση της Αλάσκα. Εμφανίστηκε να έχει καλές σχέσεις με τον Τραμπ, έχοντας την υποστήριξη της Ευρώπης. Έχει πλέον άλλον “αέρα”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει δυσκολίες μπροστά του.

 

8. Από την στιγμή που ο Τραμπ αποκλείει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ,  η Ουκρανία ζητάει ενισχυμένες εγγυήσεις, ότι δεν θα δεχθεί στο μέλλον νέα επίθεση από τη Ρωσία. Τα μέλη της “Συμμαχίας των προθύμων”, είναι διατεθειμένα να στείλουν στρατεύματα και παρατηρητές που να εγγυώνται την όποια συμφωνία. Ζητούν όμως στις εγγυήσεις αυτές να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι μόνο τότε θα είναι σίγουρο πως θα τις σεβαστεί ο Πούτιν. Συζητείται, όχι η παρουσία Αμερικανών στρατιωτών στο ουκρανικό έδαφος, αλλά η αμερικανική αεροπορική και πυραυλική κάλυψη των ευρωπαϊκών δυνάμεων που θα βρίσκονται εκεί. Είναι κάτι που για πρώτη φορά ο Τραμπ δήλωσε ότι δέχεται.

 

9. Οι  συζητήσεις για το εδαφικό ζήτημα δεν πρέπει -πάση θυσία- να φτάσουν στο σημείο διπλωματικής, νομικής, διεθνούς “αναγνώρισης” των κατεχόμενων από τη Ρωσία περιοχών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή όλων των διεθνών κανόνων και ρυθμίσεων περί σεβασμού στην εδαφική ακεραιότητα των κρατών και μη αποδοχής της δια της βίας μονομερούς αλλαγής των συνόρων τους. Και φυσικά θα άνοιγε τον δρόμο για ανάλογες ενέργειες από αυταρχικούς ηγέτες και επεκτατικά καθεστώτα..

 

10. Όποια μορφή κι αν λάβει μια παύση εχθροπραξιών, το ζήτημα της Ουκρανίας και του μετα-σοβιετικού χώρου θα συνεχίσει να μας απασχολεί για πολλά χρόνια ακόμα. Κυρίαρχη ιδεολογία του αυταρχικού καθεστώτος Πούτιν είναι η ανασύσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει, είτε την κατάληψη εδαφών από κράτη που ανήκαν στην αυτοκρατορία, είτε την “δορυφοροποίηση” των χωρών αυτών, μέσω του ελέγχου της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής τους από το ίδιο.

 

11. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ενισχύσει την αμυντική συγκρότηση της και να επιταχύνει την διαμόρφωση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αλλάξει ο κανόνας της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων. Δεν μπορεί μόνο μία χώρα, όπως κάνει ο Όρμπαν της Ουγγαρίας, να μπορεί να μπλοκάρει με “βέτο” τις πρωτοβουλίες των υπολοίπων.

 

 

*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)

 

>>

———

Όλα τα άρθρα

———

Προϊόντα: 1 - 50 από 241

1 | 2 | 3 | 4 | 5 > >>


Ετικέτες

  1. Λιβύη
  2. Ρωσία
  3. εναέριος χώρος
  4. χωρικά ύδατα
  5. ελληνοτουρκικός διάλογος
  6. Δίκαιο της Θάλασσας
  7. Διεθνές Δίκαιο
  8. Ερντογάν
  9. θερμό επεισόδιο
  10. Καστελλόριζο
  11. ελληνοϊταλική συμφωνία
  12. Γερμανία
  13. Γαλλία
  14. Μέρκελ
  15. EastMed
  16. Ευρώπη
  17. ΗΠΑ
  18. επίσκεψη Μητσοτάκη ΗΠΑ
  19. Τραμπ
  20. Διεθνές Δικαστήριο Χάγης
  21. υφαλοκρηπίδα
  22. Κυπριακό
  23. ελληνοτουρκικές σχέσεις
  24. Ανατολική Μεσόγειος
  25. Αιγαίο
  26. Τουρκία
  27. ΑΟΖ
  28. Κύπρος
  29. Το Ποτάμι
  30. Μακρόν

Μενού

  • ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Επαφή

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
facebook.com/tsikast


twitter.com/TheodorosTsikas






tsikast@yahoo.gr

Αναζήτηση στο site



  • Χάρτης ιστοσελίδας
  • RSS
  • Εκτύπωση

© 2013 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα


Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode

 
Αυτή η ιστοσελίδα κατασκευάστηκε με Webnode
Αποκτήστε μια εντυπωσιακή ιστοσελίδα δωρεάν!
Δοκιμάστε το