Ο διεθνολόγος, Θ. Τσίκας, αναλύει στο «R» το σχέδιο λύσης του ΟΗΕ για το Κυπριακό: Ερντογάν και Χριστοδουλίδης μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις/ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ REPORTER.GR
2026-07-14 11:07Ο διεθνολόγος, Θ. Τσίκας, αναλύει στο «R» το σχέδιο λύσης του ΟΗΕ για το Κυπριακό: Ερντογάν και Χριστοδουλίδης μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις
Όπως μετέδωσε η βρετανική εφημερίδα Independent , η Μαρία Άνχελα Ολγκίν προτείνει ουσιαστικά μια χαλαρή Ομοσπονδία εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, με δύο συμβαλλόμενες συνιστώσες, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή, με τις αρμοδιότητες της κεντρικής κυβέρνησης να περιορίζονται στα άκρως απαραίτητα.
Καθώς τα ερωτήματα είναι πολλά και οι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τις εξελίξεις ακόμα περισσότεροι, το «R» απευθύνθηκε στον Θόδωρο Τσίκα, πολιτικό επιστήμονα-διεθνολόγο, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πράξη των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), ο οποίος τοποθετεί την πρωτοβουλία του ΟΗΕ ως εξής:
«Ο ΟΗΕ προσπαθεί να καλύψει τις ανησυχίες και τις φοβίες και των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο. Προσπαθεί να φτιάξει ένα μοντέλο κράτους το οποίο θα έχει τις λιγότερες δυνατές επιπλοκές. Έτσι κι αλλιώς αυτό είναι ένα μοντέλο «συνεταιρικού κράτους», όπως είχε περιγραφεί και στις Συμφωνίες του 1960. Δύο οντότητες μοιράζονται την εξουσία και τους πόρους του κράτους. Αυτή είναι η ουσία κάθε Ομοσπονδίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η κεντρική κυβέρνηση θα έχει ελάχιστες αρμοδιότητες. Θα αναλάβει για παράδειγμα τον κρίσιμο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, την εκπροσώπηση στην Ε.Ε. και ζητήματα ασφάλειας, ενώ οι δύο συνιστώσες Πολιτείες θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνες για θέματα εσωτερικής πολιτικής όπως η παιδεία, η υγεία, η αυτοδιοίκηση. Με αυτόν τον τρόπο ο ΟΗΕ επιχειρεί να αποφύγει τα «βέτο» κάποιας πλευράς και άρα να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργικότητά του. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα χαλαρό μοντέλο Ομοσπονδίας».
Η κρίση που κανείς δεν έχει καταφέρει να λύσει – Η νέα μεθοδολογία
Πολλοί θεωρούν το Κυπριακό δυσεπίλυτη υπόθεση, ενδεχομένως όχι άδικα. Ο ΟΗΕ συμπληρώνει πλέον 62 χρόνια συνεχούς και άκαρπης διπλωματικής ανάμειξης, έχοντας μετατρέψει το πρόβλημα σε μια από τις μακροβιότερες ενεργές μεσολαβητικές προσπάθειες στην ιστορία του. Μάλιστα το ζήτημα έχει απασχολήσει οκτώ διαδοχικούς Γενικούς Γραμματείς. Ωστόσο, ακόμη και σε χρονικά σημεία στα οποία μια συμφωνία φαινόταν ορατή, στο τέλος υπερίσχυαν οι αμοιβαίες φοβίες και οι καχυποψίες των δύο πλευρών. Κατά τον κ. Τσίκα όμως η μεθοδολογία του ΟΗΕ είναι πλέον διαφορετική:
«Η λύση που προωθείται από τον ΟΗΕ είχε πάντα ως βάση το ομοσπονδιακό μοντέλο. Ωστόσο σε προηγούμενες προσπάθειες, όπως για παράδειγμα το Σχέδιο Ανάν, το σχέδιο προέβλεπε πολλές αρμοδιότητες στην κεντρική κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, υπήρχαν αμφιβολίες για τη λειτουργικότητα. Επίσης ο ΟΗΕ έχει αναγνωρίσει ότι είναι δύσκολο να υλοποιηθεί το πλάνο αν δεν πειστεί η κοινή γνώμη. Χρειάζεται ενημέρωση και εκπαίδευση, αλλά και σταδιακή εφαρμογή της όποιας συμφωνίας ώστε να πειστούν οι δύο Κοινότητες. Η ελληνοκυπριακή πλευρά θα μπορούσε να δεχτεί πριν την εφαρμογή της Συμφωνίας την επιστροφή κάποιων εδαφών, ενώ η τουρκοκυπριακή να επωφεληθεί από την άρση κάποιων αποκλεισμών στον τομέα του εμπορίου. Στο Σχέδιο Ανάν από την άλλη, δεν προβλεπόταν σταδιακή εφαρμογή της συμφωνίας, αλλά άμεση».
Σημαντικό παράγοντα σε αυτό το πλαίσιο παίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επισημαίνει σχετικά ο κ. Τσίκας:
«Το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι θα αναγνωριστούν ως Ευρωπαίοι πολίτες είναι ένα πολύ δυνατό διαπραγματευτικό ατού. Επιπλέον, περίπου το 70% της νομοθεσίας προέρχεται από τις Βρυξέλλες. Αυτό το γεγονός ενισχύει τη λειτουργικότητα του κράτους».
Πώς μπορούν να ξεπεραστούν οι ενστάσεις του Ερντογάν
Στο βόρειο τμήμα της Κύπρου έλαβαν χώρα εκλογές το περασμένο έτος. Σε αυτές, επικράτησε ο μετριοπαθής Τουφάν Ερχιουμάν, ο οποίος τάσσεται τόσο υπέρ της επανένωσης, όσο και υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής των Τουρκοκυπρίων. Το momentum είναι θετικό μετά από 5 χρόνια ηγεσίας του αδιάλλακτου και σκληροπυρηνικού Ερσίν Τατάρ. Ωστόσο ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει εκφραστεί δημόσια υπέρ της «λύσης δύο κρατών» στο νησί, περιορίζοντας σημαντικά τις προσδοκίες για εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης. Ο κ. Τσίκας από την πλευρά του, επιμένει ότι ακόμη και σε αυτήν την περίσταση υπάρχουν περιθώρια για ένα θετικό αποτέλεσμα:
«Αρχικά πρέπει να τονίσουμε ότι λύση του Κυπριακού χωρίς ανταλλάγματα για την Τουρκία δεν υπάρχει. Από εκεί και πέρα, η θέση της Τουρκίας για « δύο κράτη» είναι κατά βάση διαπραγματευτική. Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η «λύση δύο κρατών» δεν είναι δεκτή από τη διεθνή κοινότητα. Υπάρχουν επ’ αυτού αρκετά ψηφίσματα από την πλευρά του ΟΗΕ. Αν όμως πάρει κάποια ανταλλάγματα η Τουρκία, δεν θα έχει λόγο να επιμείνει στη σκληρή της στάση. Τα ανταλλάγματα αυτά θα μπορούσαν να είναι μια πιο προνομιακή σχέση με την ΕΕ, την οποία έχει ανάγκη, είτε στο πεδίο της Τελωνειακής Ένωσης, ή στην απελευθέρωση της βίζας. Απέχουμε βέβαια πολύ από το να μιλάμε για πλήρη τουρκική ένταξη».
Τα στοιχήματα της ελληνοκυπριακής πλευράς
Αυτονόητα, το μέλλον της Κύπρου δεν εξαρτάται μόνο από τις επιθυμίες των Τουρκοκυπρίων και της Άγκυρας, αλλά και από τη βούληση της Λευκωσίας να προχωρήσει σε μια λύση, που θα περιλαμβάνει όμως και ορισμένους συμβιβασμούς.
«Μια συμβιβαστική λύση στο Κυπριακό δεν μπορεί να ικανοποιεί πλήρως καμία από τις δύο πλευρές. Είναι αναμενόμενο ότι θα γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις. Για τους Ελληνοκύπριους, βασικό ζητούμενο παραμένει η παραχώρηση εδαφών. Από την άλλη, στο κοινό Υπουργικό Συμβούλιο για να ληφθούν αποφάσεις θα πρέπει να συμφωνεί τουλάχιστον ένας Τουρκοκύπριος υπουργός, με τρόπο που να διασφαλίζεται η συναίνεση, χωρίς όμως να αντιμετωπίζονται οι δύο Κοινότητες ως ενιαία και συμπαγή μπλοκ», σχολιάζει ο κ. Τσίκας, ο οποίος παραπέμπει και στους συσχετισμούς της εσωτερικής πολιτικής σκηνής των δύο κοινοτήτων. Πιο συγκεκριμένα:
«Στην υπόθεση πρέπει να υπολογίσουμε επίσης το πολιτικό σκέλος. Στην Κύπρο πλησιάζουν προεδρικές εκλογές και αυτές αναμένεται να πιέσουν τον Νίκο Χριστοδουλίδη, καθώς οι πολιτικές συμμαχίες θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο. Αν επιλέξει να συμπορευτεί με πιο σκληροπυρηνικές δυνάμεις, ενδέχεται να περιοριστούν τα περιθώρια ελιγμών του στο Κυπριακό. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος καλείται να επιλέξει τι υστεροφημία θέλει να αφήσει πίσω, όσον αφορά την επίλυση του μείζονος αυτού προβλήματος».
Ο διεθνής παράγοντας πιέζει για… διευθέτηση των ανοιχτών ζητημάτων της περιοχής
Φυσικά μια τυχόν επίλυση του Κυπριακού θα άνοιγε και τον δρόμο για μια ένταξη του νησιού στη συμμαχία του ΝΑΤΟ, το οποίο μέχρι στιγμής έμενε… κολλημένο λόγω του τουρκικού βέτο. Από εκεί και πέρα ο κ. Τσίκας αναδεικνύει κι άλλα ζητήματα που συνηγορούν υπέρ της επίλυσης του Κυπριακού, που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο ευρύτερα:
«Ο διεθνής παράγων θέλει να κλείσει τις ανοιχτές εκκρεμότητες στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς αυτές επηρεάζουν και τη Μέση Ανατολή. Κομβικό ρόλο παίζουν τα ενεργειακά σχέδια, είτε η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην περιοχή, είτε η υλοποίηση του IMEC».
Ο διεθνολόγος προσθέτει επίσης ότι η Τουρκία έχει δηλώσει πρόθυμη να προμηθεύεται φυσικό αέριο από την Κύπρο σε πολύ καλύτερη τιμή από εκείνη με την οποία το αγοράζει σήμερα η Αίγυπτος.
Η σύνδεση Κυπριακού και Ελληνοτουρκικών
Τέλος, ο άγνωστος Χ σε όλη αυτήν την υπόθεση παραμένει φυσικά αν τυχόν επίλυση του Κυπριακού θα μπορούσε να εγκαινιάσει μια νέα πιο αποκλιμακωμένη περίοδο στα ελληνοτουρκικά. Κατά τον κ. Τσίκα:
«Τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό δεν πρέπει να εξαρτώνται από το άλλο, αλλά αλληλοεπηρεάζονται. Αν φύγει το Κυπριακό από τη μέση, απαλλασσόμαστε από ένα ζήτημα που προκαλούσε μεγάλη φόρτιση. Άρα η διευθέτησή του θα μπορούσε να «ρυμουλκήσει» την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών, πάντα σε συνδυασμό με τη σύσφιξη των σχέσεων Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης».
———
Πίσω