Για τη ρωσική απειλή που μετατοπίζεται εγγύτερα στην Ευρώπη, τον κίνδυνο μίας επίθεσης σε ΝΑΤΟϊκό έδαφος πριν τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία και τη«γκρίζα ζώνη» γύρω από μία πολιτική απόφαση να αποδοθεί επισήμως στη Ρωσία η ευθύνη για μία υβριδική επιχείρηση στην Ευρώπη -καθώς τότε τίθεται αναπόφευκτα το ζήτημα της συμμαχικής απάντησης και μίας ενδεχόμενης ευρύτερης πολεμικής εμπλοκής-, μιλά ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), σε συνέντευξή του στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.
Η δυτική εκτίμηση μεταβάλλεται: μία ενδεχόμενη ρωσική επίθεση δεν τοποθετείται πλέον μετά το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά θα μπορούσε να εκδηλωθεί ενώ η σύγκρουση εξακολουθεί να μαίνεται. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν διαθέτει, όπως επισημαίνει ο κ. Τσίκας, τον σχεδιασμό, τη βούληση και τις δυνατότητες να δοκιμάσει τη Συμμαχία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα «μεταφραστεί» σε μία συμβατική επίθεση, δεδομένου ότι θα πρέπει να συνεκτιμήσει κρίσιμες παραμέτρους - από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και επί προεδρίας Τραμπ όταν η αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια φθίνει- έως την Κίνα.
Και χωρίς να επιθυμεί ανοιχτή σύγκρουση με το ΝΑΤΟ, ο Ρώσος πρόεδρος δοκιμάζει ωστόσο ήδη τα όρια της Συμμαχίας μέσω της υβριδικής απειλής που απλώνεται στην Ευρώπη. Κομβικό σημείο στην ανάλυση του Θόδωρου Τσίκα αποτελεί η «γκρίζα ζώνη» που περιβάλλει τις επιθέσεις με drone που πληθαίνουν, όχι απλώς ως δυσκολία απόδοσης ευθύνης, αλλά ως απόσταση ανάμεσα στην πραγματική εκτίμηση των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και στην πολιτική απόφαση να αναγνωρίσουν δημοσίως την πατρότητα ενός στοχευμένου πλήγματος - διότι τότε ενεργοποιείται το επόμενο, εξαιρετικά δύσκολο βήμα: η απόφαση για την απάντηση της Συμμαχίας και ο κίνδυνος μίας ευρύτερης πολεμικής σύγκρουσης.
Η αδυναμία του Ρώσου προέδρου να επιδείξει τη σαφή νίκη που επεδίωκε στην Ουκρανία και τα πλήγματα βαθιά στη ρωσική επικράτεια εντείνουν την πίεση στον Πούτιν στο εσωτερικό - πίεση η οποία, θα μπορούσε ταυτόχρονα να τον καταστήσει πιο επικίνδυνο, κατά τον κ. Τσίκα. Συγχρόνως, το ίδιο το καθεστώς δύσκολα μπορεί πλέον να επιστρέψει σε μία θεωρητική κανονικότητα και έχει ανάγκη τη διαρκή σύγκρουση με έναν εξωτερικό εχθρό, προκειμένου να διατηρεί τη συνοχή και τον έλεγχο επί της ρωσικής κοινωνίας, εκτιμά ο ίδιος.
Η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση προσλαμβάνει την ίδια στιγμή ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά πολέμου κατά ενεργειακών υποδομών, με το Κίεβο να αποδίδει καλύτερα στην επίθεση απ’ ό,τι στην άμυνα και την ενίσχυσή του με συστήματα Patriot να καθίσταται καθοριστική για τη δυνατότητά του να ανακόψει τα ρωσικά πλήγματα εν όψει ενός χειμώνα που προδιαγράφεται ίσως και ο δυσκολότερος στα πέντε χρόνια της εισβολής. Άμεση προοπτική οποιασδήποτε κατάπαυσης του πυρός δεν διακρίνει ο κ. Τσίκας· επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι δυνατότητες και των δύο πλευρών εξαντλούνται, καθεμίας σε διαφορετικό επίπεδο, γεγονός που, σε συνδυασμό με πιθανές διαμεσολαβητικές προσπάθειες, θα μπορούσε προς το τέλος του έτους ή στις αρχές του επόμενου να ανοίξει τον δρόμο για κάποια μορφή διευθέτησης.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Τσίκα, έρευνα του βρετανικού Telegraph αποκαλύπτει δέκα μυστικές βάσεις εκτόξευσης για τα πλέον προηγμένα ρωσικά drone που μπορούν να πλήξουν ΝΑΤΟϊκό έδαφος, την ώρα που η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής ενισχύουν ήδη την προστασία φραγμάτων, μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, εν μέσω εντεινόμενης ανησυχίας για ρωσικές υβριδικές επιχειρήσεις - από δολιοφθορά σε κρίσιμες υποδομές έως προβοκάτσια με τη χρήση ουκρανικών drone. Πώς αξιολογείτε το εύρος της ρωσικής απειλής για την Ευρώπη;
Είναι γεγονός έχουν καταγραφεί αρκετές επιθέσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν υβριδικές και οι περισσότερες χώρες του ΝΑΤΟ, ιδίως εκείνες της ανατολικής πτέρυγας, εκτιμούν ότι προέρχονται από τη Ρωσία. Αυτό που φαίνεται να διαφοροποιείται πλέον είναι η εκτίμηση ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο θα μπορούσε να εκδηλωθεί μία σημαντική ρωσική επίθεση κάποιου τύπου. Μέχρι τώρα θεωρείτο πιθανότερο να συμβεί μετά το όποιο τέλος της σύγκρουσης στην Ουκρανία, όμως πλέον εκτιμάται ότι είναι πολύ πιθανό να συμβεί ακόμη και χωρίς να έχει τερματιστεί ο πόλεμος.
Η μεταβολή αυτή αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν μπορεί να επιδείξει ότι έχει επιτύχει τους στόχους που έθεσε με την εισβολή στην Ουκρανία προ πενταετίας. Δέχεται κατ’ επέκταση πολιτική πίεση στο εσωτερικό του καθεστώτος και αυτό θα μπορούσε να τον ωθήσει να επιδιώξει να παρουσιάσει μία νίκη κάποιου άλλου τύπου.
Υπάρχει, επίσης, η εκτίμηση ότι το ρωσικό καθεστώς, όπως έχει πλέον διαμορφωθεί, έχει «ανάγκη» τη συνεχή συμμετοχή σε κάποια πολεμική αναμέτρηση. Δηλαδή, η σύγκρουση έχει καταστεί δομικό στοιχείο του ίδιου του καθεστώτος, το οποίο δεν μπορεί πλέον να «δει» τον εαυτό του σε συνθήκες κάποιας ομαλότητας. Έχει, κατά κάποιον τρόπο, την εσωτερική ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς σε σύγκρουση με κάποιον εξωτερικό εχθρό.
Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων προκαλεί σοβαρή ανησυχία στις δυτικές χώρες και πρωτίστως στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Τα χρονοδιαγράμματα που τοποθετούσαν μία πιθανή ρωσική επίθεση μετά το 2029 ή το 2030 φαίνεται πλέον να μετακινούνται προς τα εμπρός - πάντα ως εκτίμηση πιθανότητας.
Θεωρείτε ότι η Ρωσία θα μπορούσε να δοκιμάσει ευθέως τη συνοχή και τα όρια του ΝΑΤΟ, υπερβαίνοντας το μοτίβο υβριδικών επιχειρήσεων που δύσκολα έχουν «πατέρα»;
Δεν είναι βέβαιο ότι η Ρωσία θα θελήσει να φανεί ότι διεξάγει ανοιχτό πόλεμο· επιχειρεί επιθέσεις οι οποίες δεν μπορούν να της αποδοθούν ευθέως και επισήμως. Βεβαίως, όσα πράττει ήδη αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, δοκιμή των ορίων των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ. Είχαμε, για παράδειγμα, το περιστατικό στο αεροδρόμιο της Λειψίας, με το drone που εντοπίστηκε δίπλα σε ουκρανικό αεροσκάφος, καθώς και πυραύλους ή drones που περνούν τα σύνορα κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, όπως η Ρουμανία και η Πολωνία.
Το τι συμβαίνει είναι σαφές, όμως πού έγκειται το ζήτημα: Προς το παρόν, οι χώρες αυτές δηλώνουν ότι, κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για μη σκοπούμενα πλήγματα - ότι ένας πύραυλος ή ένα drone παρέκκλινε από την πορεία του, σίγουρα σε ορισμένες περιπτώσεις και λόγω των ουκρανικών αντιμέτρων. Καταλαβαίνετε όμως ότι ακόμη και αν η πραγματική εκτίμηση των κρατών διαφέρει από τη δημοσίως διατυπωμένη θέση τους, με το να αναγνωρίσουν επίσημα ότι ένα πλήγμα ήταν ηθελημένο, δημιουργείται μία εντελώς διαφορετική κατάσταση. Εάν η Ρουμανία, η Πολωνία ή οι χώρες της Βαλτικής δηλώσουν ότι δέχθηκαν σκόπιμο χτύπημα, τίθεται ένα μεγάλο δίλημμα του πώς θα αντιδράσουν.
Εδώ, λοιπόν, υπάρχει μία «γκρίζα ζώνη». Από τη μία πλευρά, μπορεί ένα πλήγμα να μην αποδίδεται επισήμως σε συγκεκριμένο επιτιθέμενο ή να παρουσιάζεται ως μη ηθελημένη παρέκκλιση ενός drone από την πορεία του. Από την άλλη, υπάρχει η πολιτική παραδοχή της στοχευμένης επίθεσης από συγκεκριμένο δράστη. Η πολιτική απόσταση ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις είναι τεράστια.
Η δυσκολία αφορά, επομένως κατά πόσο είναι έτοιμες οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ αλλά, ακόμη και αν είναι έτοιμες, το κατά πόσον διαθέτουν την πολιτική βούληση να εμπλακούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο - κάτι που δεν γνωρίζουν πού μπορεί να οδηγήσει. Διότι εάν ένα κράτος αναγνωρίσει επισήμως ότι δέχθηκε στοχευμένο πλήγμα, τότε τίθενται σε κίνηση και συγκεκριμένες διαδικασίες εντός του ΝΑΤΟ. Τίθεται, κατ’ αρχάς, ζήτημα ενεργοποίησης του Άρθρου 4 για διαβουλεύσεις και, στη συνέχεια, θα μπορούσε να τεθεί ακόμη και ζήτημα Άρθρου 5 της συλλογικής άμυνας, που θα οδηγούσε σε ευρύτερο πόλεμο.
Δηλαδή, ήδη υπάρχει μία δοκιμασία των ορίων του ΝΑΤΟ. Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να γνωρίζουμε ποιες είναι οι πραγματικές εκτιμήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών. Υπάρχει, όμως, ένα μεγάλο πολιτικό δίλημμα, το οποίο σήμερα μπορεί να εμφανίζεται σε περιορισμένη κλίμακα, αύριο όμως να πολλαπλασιαστεί σε συνάρτηση με το μέγεθος, την ένταση και το πλήθος των πληγμάτων.
Το δεύτερο σενάριο είναι να επιχειρηθεί μία επίθεση που θα μπορεί πράγματι να αποδοθεί στη Ρωσία. Θα μπορούσε, με αφορμή ένα πραγματικό γεγονός ή μία προβοκάτσια, να πραγματοποιηθεί ένα περιορισμένο ρωσικό πλήγμα ή μία περιορισμένη προέλαση σε κάποιο σημείο των συνόρων με μία χώρα της Βαλτικής. Πρόκειται για μικρά κράτη, τα οποία δεν διαθέτουν τις δυνατότητες της Πολωνίας, ενώ σε ορισμένες περιοχές υπάρχουν ρωσικές μειονότητες, κάποιες των οποίων θεωρούν ότι υφίστανται διακρίσεις.
Τι θα συμβεί, για παράδειγμα, εάν ένα ρωσικό στρατιωτικό απόσπασμα εισέλθει σε μία παραμεθόρια πόλη της Εσθονίας; Τα διλήμματα που θα προκύψουν θα είναι τεράστια και δεν είμαι βέβαιος ότι έχει ήδη αποφασιστεί η απάντηση σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο επί του εδάφους. Από τη μία πλευρά, δεν θέλεις να δείξεις αδυναμία. Από την άλλη, δεν μπορείς εύκολα να οδηγηθείς σε έναν πανευρωπαϊκό ή ακόμη και παγκόσμιο πόλεμο.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν εκτιμήσει ότι Πούτιν θα μπορούσε να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα του ΝΑΤΟ με μία περιορισμένη επίθεση εναντίον κράτους-μέλους. Με την ίδια την αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια να βρίσκεται όμως υπό συζήτηση, πόσο έτοιμη είναι η Συμμαχία για ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Πρέπει να συνυπολογίσουμε την εκπεφρασμένη πρόθεση των Αμερικανών να αποδεσμευθούν σταδιακά από την ευρωπαϊκή ασφάλεια και να μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος του βάρους και των ευθυνών του ΝΑΤΟ στους Ευρωπαίους. Αυτό αποτελεί πλέον έναν επιπρόσθετο παράγοντα αβεβαιότητας.
Η δυσκολία προϋπήρχε. Τώρα, όμως, που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι Αμερικανοί παραμένουν δεσμευμένοι με τον ίδιο τρόπο στην άμυνα των ευρωπαϊκών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, το ερώτημα είναι τι ακριβώς μπορεί να προκύψει από μία τέτοια δοκιμασία. Αυτό που βλέπουμε προς το παρόν είναι η ενίσχυση των εξοπλισμών, η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, η στενότερη συνεργασία, αλλά και η ενδυνάμωση των υπηρεσιών πληροφοριών.
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη απόφαση της Γερμανίας να προσφέρει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και περισσότερες δυνατότητες στις υπηρεσίες πληροφοριών της, ώστε να πλησιάσουν τις επιχειρησιακές δυνατότητες που διαθέτουν άλλες μεγάλες χώρες. Η Γερμανία, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος της, ήταν μέχρι τώρα ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι στην παραχώρηση εκτεταμένων εξουσιών στις υπηρεσίες πληροφοριών - όπως άλλωστε και απέναντι στην ενίσχυση του στρατού της. Βλέπουμε, όμως, ότι αυτά τα ταμπού καταρρέουν υπό το βάρος της σημερινής κατάστασης.
Παράλληλα, ενισχύονται τα οπλικά συστήματα, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και η συνεργασία μεταξύ των κρατών, ενώ αεροσκάφη του ΝΑΤΟ πραγματοποιούν περιπολίες για την επιτήρηση του συμμαχικού εναέριου χώρου και την αποτροπή αντίστοιχων περιστατικών.
Η εγγενής δυσκολία ασφαλούς απόδοσης ευθύνης που χαρακτηρίζει τις υβριδικές επιθέσεις προσφέρει στη Μόσχα ένα ιδανικό πεδίο δράσης, καθώς μπορεί να κλιμακώνει χωρίς να περνά το κατώφλι που θα προκαλούσε συλλογική αντίδραση του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, όμως, κατά κάποιο τρόπο «εξυπηρετεί» και την ίδια τη Συμμαχία στη βάση όσων μας αναλύσατε;
Εάν αποδώσεις επισήμως την ευθύνη στη Ρωσία, τίθεται αμέσως το ερώτημα: τι κάνεις μετά; Υπάρχει και το στοιχείο της πολιτικής αμφιβολίας ως προς το πόσο εύκολα μπορείς να προχωρήσεις σε μία κίνηση που ενδέχεται να οδηγήσει σε ευρύτερη σύρραξη. Πόσο εύκολα «πατάς ένα κουμπί» όταν δεν γνωρίζεις πού θα σε οδηγήσει;
Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, είχε παλαιότερα επισημάνει ότι το ζήτημα των ρωσικών drone πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά με αυτοσυγκράτηση, ώστε η Ευρώπη να μην παίξει το παιχνίδι της Μόσχας και εμπλακεί σε πόλεμο. Αυτό, όμως, δημιουργεί και μία αντίληψη ότι κάπου υπάρχουν κάποια όρια.
Αλλά το πού ακριβώς βρίσκονται αυτά τα όρια -ανάμεσα σε ένα περιστατικό που θεωρείται μη στοχευμένο και σε μία επίθεση η οποία μπορεί να αποδοθεί ρητά σε συγκεκριμένη δύναμη- διαφέρει και από χώρα σε χώρα. Δεν είναι βέβαιο, για παράδειγμα, ότι η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής έχουν τον ίδιο βαθμό αμφιβολίας με τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αντιμετωπίζουν διαφορετικό επίπεδο κινδύνου λόγω της γεωγραφικής τους θέσης. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα ζήτημα που δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί απολύτως μεταξύ των συμμάχων. Και φυσικά λόγω των ιδιαιτεροτήτων της διοίκησης Τραμπ και τη σχέσης με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, η αμερικανική στάση δεν είναι πλέον τόσο σαφής.
Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανό κάποιες επιθέσεις να μπορούν να αποδοθούν στη Ρωσία, αλλά οι κυβερνήσεις να αποφεύγουν να το παραδεχθούν δημοσίως. Οι πραγματικές πληροφορίες τους μπορεί να υποδεικνύουν ότι το πλήγμα μπορεί να αποδοθεί και ότι ήταν στοχευμένο. Εάν, όμως, το πουν δημοσίως, πρέπει να κάνουν και το επόμενο βήμα - και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Αυτή ακριβώς είναι η «γκρίζα ζώνη».
Μέχρι ποιου σημείου θα μπορούσε να φθάσει από πλευράς της η Μόσχα; Μπορούμε να διακρίνουμε εάν διαθέτει πράγματι την πρόθεση ο Πούτιν να κλιμακώσει με μία συμβατική επίθεση ή εάν επιδιώκει πρωτίστως να καλλιεργήσει αυτή την εντύπωση για να εκφοβίσει;
Οι εκτιμήσεις φαίνεται να συγκλίνουν στο ότι ο Πούτιν διαθέτει τον σχεδιασμό, τη βούληση και τις δυνατότητες να δοκιμάσει το ΝΑΤΟ. Δεν είναι, όμως, βέβαιο εάν και πότε θα λάμβανε την πραγματική απόφαση για μία συμβατική επίθεση, καθώς θα πρέπει να συνυπολογίσει πολλούς παράγοντες.
Δεν είναι δεδομένο ότι η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, ακόμη και υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, θα παρέμενε η ίδια σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ούτε είναι βέβαιο ότι η Κίνα θα επιθυμούσε μία τέτοια εξέλιξη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ενισχύει σήμερα τη Ρωσία με διάφορους τρόπους. Πρόκειται, επομένως, για μία σειρά κρίσιμων παραμέτρων που η Μόσχα πρέπει να συνεκτιμήσει.
«Εξάγει» ο Ρώσος πρόεδρος προς την Ευρώπη την αποτυχία του να κάμψει την Ουκρανία, ενώ ο πόλεμος διανύει ήδη τον πέμπτο χρόνο του;
Ο Πούτιν σαφώς δεν έχει επιτύχει τους στόχους του. Δεν μπορεί να επιδείξει την καθαρή νίκη ή επιτυχία που είχε αρχικά φανταστεί το καθεστώς. Αυτό είναι δεδομένο και του θέτει πιεστικά ερωτήματα στο εσωτερικό.
Το σημαντικό είναι ότι πρόκειται πλέον για ένα καθεστώς το οποίο δύσκολα θα επιστρέψει στην προπολεμική εποχή. Θα χρειάζεται να εφευρίσκει διαρκώς εξωτερικούς εχθρούς και απειλές, ώστε να διατηρεί τη συνοχή του και τον έλεγχο επί της ρωσικής κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να μιλήσουμε για μεταφορά της πίεσης προς την Ευρώπη, όχι όμως να θεωρήσουμε εκ των προτέρων ότι η Ρωσία έχει ηττηθεί στον πόλεμο.
Στο πεδίο της Ουκρανίας, πώς διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή η κατάσταση και ποιες είναι οι προοπτικές να ανοίξει ο δρόμος για κάποια μορφή διευθέτησης;
Λόγω του καλοκαιριού, οι επιθέσεις κλιμακώνονται συνεχώς δεδομένου ότι οι καλές καιρικές συνθήκες προσφέρουν τη δυνατότητα διεξαγωγής μεγαλύτερων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Μέχρι να έρθει ο χειμώνας δεν είναι εύκολο να βρεθούν λύσεις για κάποιου τύπου διευθέτηση ή προσωρινή κατάπαυση του πυρός. Και οι δύο πλευρές θα επιδιώξουν να εντείνουν τα πλήγματά τους και να αυξήσουν τις απώλειες του αντιπάλου, προκειμένου να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους θέση.
Όμως ταυτόχρονα και οι δύο πλευρές εμφανίζουν, καθεμία σε διαφορετικούς τομείς, δυσκολίες να συνεχίσουν τη σύγκρουση. Κατανοούν ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να παραταθεί επ’ αόριστον. Φαίνεται, επομένως, ότι βρίσκονται σε εξέλιξη ορισμένες διεργασίες, οι οποίες προετοιμάζουν το έδαφος για αργότερα και όχι για το αμέσως επόμενο διάστημα. Όταν έρθουν οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, οι οποίες δυσχεραίνουν τη συμμετοχή του ανθρώπινου δυναμικού στις επιχειρήσεις, και όταν το χιόνι, ο πάγος και η λάσπη περιορίσουν την κίνηση των τεθωρακισμένων, ενδέχεται πράγματι να ενταθούν οι διεργασίες και ίσως τότε -όχι νωρίτερα- μπορέσει να υπάρξει κάποια μορφή διευθέτησης, παρότι οι πολιτικές προϋποθέσεις παραμένουν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς οι όροι που θα μπορούσε να αποδεχθεί η μία ή η άλλη πλευρά απέχουν σημαντικά.
Πώς έχει μεταβάλλει τη δυναμική του πολέμου και τα δεδομένα για τον Βλαντιμίρ Πούτιν η δυνατότητα της Ουκρανίας να χτυπά πλέον βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας;
Ενώ οι Ρώσοι πλήττουν από την έναρξη του πολέμου τις μεγάλες πόλεις της Ουκρανίας -το Κίεβο, το Χάρκοβο, την Οδησσό, ακόμη και τη Λβιβ στη δυτική Ουκρανία- οι Ουκρανοί έχουν κατορθώσει πλέον να πραγματοποιήσουν πλήγματα κοντά στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη. Δημιουργείται, έτσι, πολιτική και ψυχολογική πίεση και στο εσωτερικό της Ρωσίας. Τα πλήγματα αυτά πιέζουν και τον ίδιο τον Πούτιν - μολονότι η πίεση θα μπορούσε ταυτόχρονα να τον καταστήσει πιο επικίνδυνο.
Υπάρχουν, παράλληλα, πολύ σοβαρές οικονομικές δυσκολίες στη Ρωσία. Τα ουκρανικά πλήγματα προκαλούν προβλήματα στην ενεργειακή παραγωγή και στην τροφοδοσία ορισμένων περιοχών με βενζίνη και πετρέλαιο. Ο πόλεμος, επομένως, δεν παραμένει πλέον μακρινός για τη ρωσική κοινωνία, αλλά αρχίζει να αγγίζει άμεσα την καθημερινότητά της.
Η Ρωσία υφίσταται, επίσης, πολύ μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχουν υπολογισμοί που κάνουν λόγο ακόμη και για 30.000 νεκρούς τον μήνα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες εντείνουν τις αντιδράσεις στο εσωτερικό μίας κοινωνίας για την οποία η σύγκρουση στην Ουκρανία έμοιαζε μέχρι πρότινος σχετικά μακρινή. Τώρα, όμως, ο πόλεμος μπαίνει σταδιακά μέσα σε κάθε σπίτι, φθάνει σε κάθε οικογένεια.
Ο Πούτιν δεν επιθυμεί να προχωρήσει σε γενική επιστράτευση, διότι μία τέτοια απόφαση θα αποτελούσε ουσιαστικά παραδοχή αδυναμίας. Φαίνεται ότι επιλέγεται μία διαφορετική διαδικασία, με τους τοπικούς κυβερνήτες να υποχρεώνονται να καλύψουν συγκεκριμένους στόχους στρατολόγησης, είτε διά της βίας είτε μέσω απατηλών οικονομικών αμοιβών, προκειμένου να εξασφαλίζεται η συνεχής ενίσχυση του ρωσικού στρατού.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι πληροφορίες ότι ενδέχεται να μεταφερθούν άμεσα νέες βορειοκορεατικές δυνάμεις. Η Ρωσία χρησιμοποιεί, επίσης, βορειοκορεατικούς πυραύλους, ορισμένοι από τους οποίους διαθέτουν μεγαλύτερο βεληνεκές από αντίστοιχα ρωσικά συστήματα, χωρίς όμως να έχουν την ίδια ακρίβεια. Φαίνεται ότι έχουν ήδη αρχίσει να χρησιμοποιούνται απέναντι στην εξασθενημένη ουκρανική αεράμυνα.
Καθώς η σύγκρουση ουσιαστικά προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά ενός πολέμου ενεργειακών υποδομών, τι αντίκτυπο θα έχει η εξασθένηση της ουκρανικής αεράμυνας όταν το χειμώνα η Ρωσία θα επιχειρεί ξανά τον ενεργειακό «στραγγαλισμό» της Ουκρανίας χτυπώντας μαζικά τις ζωτικές υποδομές της;
Ο πόλεμος πράγματι αποκτά, ολοένα περισσότερο τα χαρακτηριστικά μίας αμοιβαίας αναμέτρησης κατά ενεργειακών στόχων, και αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ότι τον χειμώνα, με τις εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες, η διακοπή της θέρμανσης καταπονεί πρωτίστως τον άμαχο πληθυσμό. Ο δεύτερος είναι ότι, όταν οι καιρικές συνθήκες δυσχεραίνουν τις χερσαίες επιχειρήσεις και τις μάχες σώμα με σώμα, τα πλήγματα από μεγάλη απόσταση -με βαρύ πυροβολικό, πυραύλους και drones- μπορούν να συνεχιστούν ευκολότερα.
Οι ενεργειακές υποδομές μετατρέπονται, έτσι, σε βασικούς στόχους, με σκοπό όχι μόνο την πρόκληση υλικών ζημιών αλλά και την άσκηση ισχυρής ψυχολογικής πίεσης στο εσωτερικό του αντιπάλου.
Η μεγάλη δυσκολία της Ουκρανίας αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην αντιπυραυλική άμυνά της, η οποία έχει αποδυναμωθεί σημαντικά καθώς έχουν εξαντληθεί τα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης και η Ρωσία προφανώς προσπαθεί να εκμεταλλευθεί αυτό το κενό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ζήτημα με τα συστήματα Patriot. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζητεί είτε την παραχώρηση επιπλέον συστημάτων και αναχαιτιστικών είτε την άδεια ώστε να μπορούν να κατασκευάζονται σε άλλη χώρα και από εκεί να μεταφέρονται στην Ουκρανία.
Επειδή πρόκειται για αμερικανική τεχνολογία, απαιτείται πρωτίστως απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Ευρωπαίοι, και ιδίως οι Γερμανοί, φαίνεται ότι έχουν παραχωρήσει ορισμένα συστήματα, αλλά αυτά δεν επαρκούν. Εξετάζεται, επομένως, εάν θα δοθεί άδεια για την παραγωγή πυραύλων Patriot σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, ώστε στη συνέχεια να διατίθενται στην Ουκρανία. Υπάρχει, επίσης, το ενδεχόμενο να παραχωρηθούν συστήματα, αλλά όχι η πλέον προηγμένη εκδοχή τους. Ένα τμήμα του αμερικανικού στρατιωτικού κατεστημένου εκφράζει επιφυλάξεις για την παραχώρηση προηγμένης αμερικανικής τεχνολογίας, με το επιχείρημα ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος ενδέχεται να αποκτήσει στο μέλλον πρόσβαση σε αυτήν. Υπάρχουν, επομένως, σημαντικές διαφωνίες στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μεταβάλει επανειλημμένα τη στάση του απέναντι σε αυτό το ζήτημα, το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα εν όψει του χειμώνα.
Το πρόβλημα είναι ότι οι Ουκρανοί αποδίδουν αυτή τη στιγμή καλύτερα στην επίθεση απ’ ό,τι στην άμυνα. Κατά τη διάρκεια της άνοιξης σημείωσαν ορισμένα εδαφικά κέρδη εις βάρος των Ρώσων. Έχουν, όμως, ξεμείνει από αμυντικά μέσα και η Ρωσία, αξιοποιώντας δικά της συστήματα αλλά και βορειοκορεατική υποστήριξη, επιχειρεί να εκμεταλλευθεί πλήρως αυτό το κενό.
Διαγράφεται, επομένως, ίσως ο δυσκολότερος χειμώνας για την Ουκρανία, εάν δεν ενισχυθεί η αεράμυνά της
Εάν δεν υπάρξει αλλαγή στάσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες ή μεγαλύτερη κινητοποίηση από τους Ευρωπαίους, πράγματι διαγράφεται ένας πολύ δύσκολος χειμώνας για την Ουκρανία.
Θέλω, όμως, να επισημάνω ότι οι δυνατότητες και των δύο πλευρών, σε διαφορετικό επίπεδο για καθεμία, αρχίζουν σταδιακά να εξαντλούνται. Αυτό γίνεται πλέον ολοένα πιο εμφανές. Ακόμη και ο ίδιος ο Πούτιν έχει αναγνωρίσει κάποια στιγμή ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει δυσκολίες.
Η σταδιακή εξάντληση των δύο πλευρών, σε συνδυασμό με ενδεχόμενες διαμεσολαβητικές προσπάθειες, θα μπορούσε προς το τέλος του έτους ή στις αρχές του επόμενου να οδηγήσει στην έναρξη κάποιας διαδικασίας διευθέτησης. Δεν πρόκειται για κάτι άμεσο ούτε είναι εύκολο να προβλεφθεί η μορφή του. Οι δυσκολίες, όμως, γίνονται πλέον περισσότερο εμφανείς και στις δύο πλευρές.

