Τουρκική ρητορική «περικύκλωσης» και ελληνοτουρκικές ισορροπίες/ Συνέντευξη στη "ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ"
2026-05-06 23:02Τουρκική ρητορική «περικύκλωσης» και ελληνοτουρκικές ισορροπίες
"ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ"
www.naftemporiki.gr/politics/2106924/toyrkiki-ritoriki-perikyklosis-kai-ellinotoyrkikes-isorropies/
Η Άγκυρα, το τελευταίο διάστημα χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο τη λέξη «περικύκλωση» για να βάλει στο στόχαστρο, όχι μόνο το δικό της, αλλά συνολικά, την αμυντική και διπλωματική πολιτική της Ελλάδας.
Πρόκειται για μία πάγια τακτική της Τουρκίας, όπως εξηγεί μεταξύ άλλων στη "Ναυτεμπορική" ο πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος και επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), Θεόδωρος Τσίκας.
Παράλληλα, τοποθετείται για τα όρια και τις δυνατότητες των διεθνών συμμαχιών, επισημαίνοντας ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια συγκροτημένη εθνική στρατηγική, ενώ αναδεικνύει την ανάγκη ρεαλιστικής προσέγγισης και πολιτικής βούλησης για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Η ρητορική περί «περικύκλωσης», είναι βαθιά εδραιωμένο στοιχείο
Αναφορικά με την τουρκική ρητορική περί «περικύκλωσης της» από την Ελλάδα, με «φόντο» τις συμμαχίες της στη ευρύτερη γειτονιά της αλλά και με τη Γαλλία, ο κ. Τσίκας σημειώνει ότι «δεν είναι ούτε συγκυριακή, ούτε επικοινωνιακή υπερβολή της στιγμής. Αντίθετα, πρόκειται για ένα βαθιά εδραιωμένο στοιχείο της στρατηγικής κουλτούρας της, με ιστορικές ρίζες, το οποίο αποδέχονται -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- αρκετοί Τούρκοι αναλυτές, ακαδημαϊκοί, πολιτικοί και στρατιωτικοί ως εν δυνάμει απειλή.
«Υπό αυτό το πρίσμα», όπως εξηγεί, «η ένταξη στο «κάδρο» συνεργασιών όπως το σχήμα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ ή η εμβάθυνση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Γαλλία -με χαρακτηριστικό παράδειγμα την επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα- δεν είναι παρά η προσαρμογή ενός προϋπάρχοντος τουρκικού αφηγήματος σε νέα δεδομένα. Η τουρκική ανάγνωση λειτουργεί ταυτόχρονα ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και ως μέσο εσωτερικής συσπείρωσης», ενώ προσθέτει ότι από ελληνικής πλευράς, «εφόσον ο στόχος είναι η μελλοντική επίλυση των διαφορών, δεν υπάρχει λόγος -ούτε συμφέρον- να ενισχύεται, άμεσα ή έμμεσα, αυτός ο φόβος. Η διαχείριση των αντιλήψεων ασφάλειας της άλλης πλευράς είναι κρίσιμο στοιχείο κάθε σοβαρής στρατηγικής. Πρέπει να αποδεικνύεται εμπράκτως και όχι μόνο στις διακηρύξεις, ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος, συνεκτικός αντι-τουρκικός άξονας, αλλά επιμέρους συμπράξεις με διαφορετικά κίνητρα.».
Λιβύη: χαμένες ευκαιρίες, λανθασμένες επιλογές και αναγκαίος ρεαλισμός
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις Ελλάδας-Λιβύης, ανέφερε ότι «η σημερινή θέση της Ελλάδας στη Λιβύη δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς αναφορά σε χαμένες ευκαιρίες και λανθασμένες επιλογές του παρελθόντος. Καταρχάς, επί καθεστώτος Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη, υπήρξε δυνατότητα οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η οποία δεν αξιοποιήθηκε. Ένας βασικός λόγος ήταν η επιμονή της ελληνικής πλευράς σε πλήρη επήρεια ακόμη και για πολύ μικρά νησιά, όπως η Γαύδος, έναντι μιας εκτεταμένης βορειοαφρικανικής ακτής. Αυτή η υπερβολική, μαξιμαλιστική προσέγγιση οδήγησε σε αδιέξοδο. Το κενό αυτό αξιοποιήθηκε αργότερα από την Τουρκία, η οποία έσπευσε να το καλύψει με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Στη συνέχεια, η Ελλάδα έκανε μια δεύτερη προβληματική επιλογή: αναγόρευσε σε αποκλειστικό συνομιλητή τον λεγόμενο “στρατάρχη” Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος όχι μόνο δεν ήταν διεθνώς αναγνωρισμένος ως ηγέτης της παράνομης οντότητας της Ανατολικής Λιβύης, αλλά βαρύνεται και με σοβαρές κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου και οικονομικά αδικήματα. Αυτό περιόρισε την επιρροή της Ελλάδας στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση με έδρα την πρωτεύουσα της χώρας, την Τρίπολη».
Η στροφή προς την Τρίπολη κινείται στη σωστή κατεύθυνση
Φτάνοντας στο σήμερα σχολίασε ότι «η πιο πρόσφατη -καθυστερημένη- στροφή προς την Τρίπολη κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Στην πραγματικότητα, η συνεννόηση με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση αποτελεί μονόδρομο, εάν η Ελλάδα επιδιώκει συμφωνία οριοθέτησης. Η συνεννόηση με την Τρίπολη δεν είναι επιλογή πολιτικής, είναι γεωπολιτική αναγκαιότητα», ενώ για το παράνομο και ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο ανέφερε ότι «η απαλλαγή από το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν είναι εύκολη, αλλά η διαπραγμάτευση ή μια προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι η μόνη ρεαλιστική οδός για έγκυρη και βιώσιμη λύση, δεδομένου ότι η Λιβύη επισήμως και δημοσίως αποδέχεται εκ των προτέρων -χωρίς επιφυλάξεις και εξαιρέσεις- την αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου».
Συμμαχίες: χρήσιμες, αλλά όχι υποκατάστατο στρατηγικής
Ο κ. Τσίκας αναφέρθηκε και στον «ρόλο» που διαδραματίζουν οι συμμαχίες αλλά και ιδιαίτερα των ΗΠΑ.
«Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να κινούνται στη λογική της ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Επιπλέον δε, σε μια περίοδο κατά την οποία η προνομιακή προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η εμφανής εκτίμηση του στον ισχυρό γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας είναι δεδομένες, δεν πρέπει να υπάρχουν ψευδαισθήσεις περί μονομερούς στήριξης της Ελλάδας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Από την άλλη πλευρά του Ωκεανού, η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την κριτική που ασκεί στην Τουρκία για ζητήματα κράτους δικαίου και δικαιωμάτων, τη θεωρεί ταυτόχρονα κρίσιμο εταίρο για την ασφάλεια, τη μετανάστευση και τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε, «μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία έχει επίσημο καθεστώς υποψήφιας χώρας για ένταξη στην Ε.Ε. Επίσης, δεν είναι προς όφελος της Ελλάδας να προσπαθεί να κρατάει την Τουρκία μακριά από την Ε.Ε».
Ελλάς-Γαλλία συμμαχία
«Η Γαλλία επιχειρεί να αναδειχθεί σε κεντρική δύναμη στη Μεσόγειο. Αυτό μπορεί να δημιουργεί κάποιες ευκαιρίες για την Ελλάδα, αλλά εγκυμονεί και κινδύνους εάν η ελληνική πολιτική ευθυγραμμιστεί άκριτα με γαλλικές στρατηγικές επιδιώξεις. Είναι δε εξαιρετικά δύσκολο και προβληματικό να συνεχίζεται επ’ άπειρον η προσπάθεια «εξαγοράς» συμμαχίας, με συνεχή προμήθεια πανάκριβων γαλλικών οπλικών συστημάτων από την Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν αυταπάτη να θεωρηθεί ότι οποιαδήποτε συμμαχία μπορεί να διασφαλίσει πλήρως την Ελλάδα. Η δημιουργία ή ακόμη και η εντύπωση δημιουργίας «αντι-τουρκικών αξόνων» μπορεί να αποδειχθεί αντιπαραγωγική. Σταθερότητα δεν προσφέρουν οι «άξονες». Δεν μπορούμε να «δανειστούμε» πραγματική ασφάλεια από τρίτους. Αυτή οικοδομείται μόνο μέσα από την επίλυση των διαφορών».
Απαραίτητη η πολιτική βούληση για επίλυση των διαφορών
Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ανέφερε ότι με βάση τα σημερινά δεδομένα, το πιθανότερο σενάριο είναι η συνέχιση μιας κατάστασης με εναλλαγές μεταξύ ύφεσης και ρητορικών εντάσεων.
«Ωστόσο, υπάρχει μια σαφής στρατηγική επιλογή που θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα: η «απομόνωση» των διμερών σχέσεων από τις ευρύτερες περιφερειακές εξελίξεις και η δημιουργία ενός είδους «προστατευτικού καλύμματος». Αυτό προϋποθέτει επιτάχυνση και εμβάθυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου, με στόχο την επίλυση των διαφορών είτε μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων είτε μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ή με συνδυασμό των δύο. Κομβικής σημασίας θα ήταν να επιδειχθεί πολιτική βούληση και πολιτικό θάρρος των δύο ηγεσιών να προχωρήσουν πέρα από τα «εύκολα» ζητήματα και να αγγίξουν τον «σκληρό πυρήνα» των διμερών διαφορών. Η εμπειρία δείχνει ότι καμία διευθέτηση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ευελιξία και χωρίς κατανόηση της οπτικής, των φόβων και των νομίμων συμφερόντων της άλλης πλευράς. Χωρίς λύση, ο κίνδυνος τριβών -ακόμη και λόγω λάθους ή ατυχήματος- θα παραμένει διαρκώς παρών».
Εσωτερική πολιτική και εξωτερική εργαλειοποίηση
Στο «κάδρο» της τουρκικής διπλωματίας, έχουν μπει τόσο οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, όσο και πολιτικά πρόσωπα.
Η αξιοποίηση όλων αυτών από την Τουρκία, αλλά και αντιστρόφως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη πρακτική «επιλεκτικής ανάγνωσης» δηλώσεων και αντιπαραθέσεων, με στόχο την ενίσχυση της επιχειρηματολογίας κάθε πλευράς, σημειώνει ο κ. Τσίκας.
Όπως στην Ελλάδα γίνεται συχνά αναφορά σε δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων -όπως του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, του Ομέρ Τσελίκ ή του υπουργού Άμυνας και Εξωτερικών, έτσι και η τουρκική πλευρά αξιοποιεί δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών παραγόντων, ιδίως όταν αυτές αφορούν ζητήματα άμυνας.
«Αυτό συμβαίνει διότι, η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας κάθε πλευράς εκλαμβάνεται σχεδόν αυτόματα ως απειλή από την άλλη, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο καχυποψίας και εξοπλιστικού ανταγωνισμού, με σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών δεν ενισχύει την ασφάλεια, απλώς μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι όσο τα προβλήματα παραμένουν άλυτα, τέτοιου είδους εργαλειοποιήσεις θα συνεχίζονται. Η μακροπρόθεσμη αποκλιμάκωση προϋποθέτει θεσμική διευθέτηση των διαφορών, επωφελή και για τις δύο χώρες», καταλήξει ο κ. Τσίκας.
———
Πίσω