Blog
Η Γροιλανδία δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ DAILY POST
2026-01-14 13:25Η Γροιλανδία δοκιμάζει τις αντοχές του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης
dailypost.gr
dailypost.gr/me-apopsi/i-groilandia-dokimazei-tis-antoches-toy-nato-kai-tis-eyropis/
✍️Ο Θόδωρος Τσίκας, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία δεν αποτελούν απλώς μια ακόμη προκλητική παρέμβαση. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη αντίληψη διεθνών σχέσεων, όπου η ισχύς, η συναλλαγή και ο εξαναγκασμός υπερισχύουν του Διεθνούς Δικαίου, των συμμαχιών και των θεσμικών δεσμεύσεων.
Η υπόθεση της Γροιλανδίας δεν δοκιμάζει μόνο την Ευρωπαϊκή Ένωση, δοκιμάζει τα όρια του ίδιου του ΝΑΤΟ. Η Γροιλανδία δεν είναι ένα «ακίνητο προς αξιοποίηση». Είναι τμήμα
της επικράτειας της Δανίας, κράτους-μέλους τόσο της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ, και κατοικείται από περίπου 57.000 ανθρώπους με πολιτική και κοινωνική υπόσταση. Η αντιμετώπισή της ως αντικείμενο αγοραπωλησίας ή γεωστρατηγικού παζαριού, παραπέμπει σε πρακτικές άλλων εποχών, ασύμβατες με τις αρχές που υποτίθεται ότι συγκροτούν τη δυτική πολιτική κοινότητα.
Η επικίνδυνη λογική της ισχύος
Η στρατιωτική επιλογή για την απόκτηση της Γροιλανδίας, την οποία άφησε να εννοηθεί ο Τραμπ, δεν είναι απλώς ανέφικτη. Είναι πολιτικά αυτοκαταστροφική. Μια τέτοια ενέργεια θα σήμαινε χρήση ή απειλή βίας εναντίον συμμάχου χώρας και θα οδηγούσε σε πρωτοφανή κρίση εντός του ΝΑΤΟ, ίσως και σε διάσπασή του.
Το ΝΑΤΟ βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στη συλλογική εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας των μελών του. Αν ο ισχυρότερος σύμμαχος αμφισβητεί στην πράξη αυτή την αρχή, τότε η Συμμαχία παύει να είναι πλαίσιο ασφάλειας και μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβολής ισχύος. Το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο θα ήταν καταστροφικό: ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο για τους αδύναμους.
Η ψευδαίσθηση της «αγοράς»
Εξίσου προβληματική είναι και η ιδέα της «αγοράς» της Γροιλανδίας. Στον 21ο αιώνα, η μεταβίβαση εδαφών δεν μπορεί να γίνεται ερήμην των πληθυσμών τους. Η αντίληψη ότι 57.000 άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν κυριαρχία ως αποτέλεσμα μιας διμερούς συμφωνίας
θυμίζει αποικιακές πρακτικές και όχι σύγχρονη δημοκρατική τάξη. Η εμμονή του Τραμπ σε τέτοιες λογικές δεν αποδυναμώνει μόνο την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και τη διεθνή αξιοπιστία των ίδιων των ΗΠΑ ως εγγυήτριας δύναμης της μεταπολεμικής τάξης.
Ρεαλισμός χωρίς εκβιασμούς
Υπάρχει, ωστόσο, μια πιο ρεαλιστική οδός, η οποία δεν προϋποθέτει απειλές ή αμφισβήτηση κυριαρχίας. Η αύξηση της αμερικανικής παρουσίας στη Γροιλανδία, η ενίσχυση της στρατιωτικής ασφάλειας της περιοχής και η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της από αμερικανικές εταιρείες μπορούν να συζητηθούν στο πλαίσιο συμφωνιών με τη Δανία, χωρίς ριζική αλλαγή του status της Γροιλανδίας και με σεβασμό στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
Η διαφορά είναι κρίσιμη: συνεργασία εντός θεσμών ή επιβολή δια της ισχύος. Ο Τραμπ δείχνει να προτιμά τη δεύτερη, υπονομεύοντας τη συνοχή της Δύσης.
Η ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Απέναντι σε αυτή τη στάση, η ΕΕ δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλή. Η αποδοχή αμφισβητήσεων κυριαρχίας κράτους-μέλους, στο όνομα της «συμμαχικής ισορροπίας», θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο. Η Ευρώπη οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η συμμαχία με τις ΗΠΑ δεν συνεπάγεται παραίτηση από βασικές αρχές.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια περιορισμένη και πολυεθνική ευρωπαϊκή αποτρεπτική παρουσία στη Γροιλανδία, κατόπιν αιτήματος της Δανίας, θα λειτουργούσε ως πολιτικό μήνυμα: ότι η ΕΕ είναι πυλώνας ασφάλειας εντός του ΝΑΤΟ και όχι παθητικός παρατηρητής.
ΝΑΤΟ και ΕΕ: συμπληρωματικοί οργανισμοί, όχι υποκατάστατοι
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το άρθρο 42.7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), που προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε περίπτωση επίθεσης. Η ύπαρξή του υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν εξαντλείται στο ΝΑΤΟ και ότι η ΕΕ διαθέτει δικές της θεσμικές εγγυήσεις.
Αυτό δεν αποδυναμώνει τη Συμμαχία. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι σε μονομερείς λογικές ισχύος, ακόμη κι όταν αυτές προέρχονται από συμμάχους.
Συμπέρασμα
Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: όχι τη γεωγραφία της Αρκτικής, αλλά τη σύγκρουση ανάμεσα σε μια θεσμική, βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη και σε μια ωμή, συναλλακτική αντίληψη ισχύος που εκφράζει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα αποδεχθεί αυτή τη διολίσθηση αν θα υπερασπιστεί ενεργά τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Δύση. Η απάντηση στη Γροιλανδία θα είναι, τελικά, απάντηση για το μέλλον του ΝΑΤΟ και της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής αυτονομίας.
———
Τι μπορεί να κάνει η Ε.Ε. για την Γροιλανδία / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ "HUFFINGTON POST"
2026-01-12 12:02———
Αμερικανικός αναθεωρητισμός και η ευρωπαϊκή στιγμή/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Η ΑΥΓΗ", 11/1/2026
2026-01-11 21:55Αμερικανικός αναθεωρητισμός και η ευρωπαϊκή στιγμή
Εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 11/1/2026
www.avgi.gr/diethni/516589_amerikanikos-anatheoritismos-kai-i-eyropaiki-stigmi
Θόδωρος Τσίκας
Η επίθεση κατά της Βενεζουέλας και η άνευ προηγουμένου απαγωγή του Προέδρου της στις 3 Ιανουαρίου 2026 που εκτελέστηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ είναι απολύτως καταδικαστέα. Παρά τον αυταρχικό και μη νομιμοποιημένο χαρακτήρα του καθεστώτος Μαδούρο, η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και ευθεία υπονόμευση των κανόνων που αποτελούν τη βάση της διεθνούς πολυμερούς τάξης πραγμάτων.
Οι ΗΠΑ παραβίασαν ευθέως τον Χάρτη του ΟΗΕ, ο οποίος στο άρθρο 2 δεσμεύει τα κράτη-μέλη να «απέχουν από την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους». Ο ίδιος Χάρτης παρέχει θεσμικές οδούς πρόληψης ή και εξουσιοδότησης χρήσης βίας για την αποκατάσταση της ειρήνης μέσω του Κεφαλαίου VII. Η κυβέρνηση Τραμπ δεν επιχείρησε καν να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του ΟΗΕ, ενός οργανισμού που οι ίδιες οι ΗΠΑ ίδρυσαν το 1945. Η επιλογή αυτή επιβεβαιώνει την απομάκρυνση από τον πολυμερή θεσμικό ορθολογισμό και παγιώνει μια λογική μονομερούς επιβολής, όπου οι λαοί υφίστανται τις συνέπειες των επιλογών ισχύος.
Η υπόθεση της Βενεζουέλας εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διολίσθησης της Ουάσιγκτον στον επεκτατισμό. Οι ανοιχτές εδαφικές βλέψεις σε Καναδά, Παναμά και Γροιλανδία -έδαφος του ΝΑΤΟ και εμμέσως της Ε.Ε. μέσω Δανίας- καθώς και οι προηγούμενες στρατιωτικές ενέργειες σε Ιράν και Νιγηρία συγκροτούν μια ανησυχητική κανονικοποίηση της βίας ως εργαλείου διεθνούς πολιτικής. Ο Τραμπ έχει υπαινιχθεί παρόμοιες κινήσεις ακόμα και προς Κούβα και Κολομβία, επιβεβαιώνοντας μια ρητορική και πρακτική αναθεωρητισμού.
Οι παγκόσμιες συνέπειες είναι βαθιές. Η μονομερής χρήση βίας από τις ΗΠΑ νομιμοποιεί ήδη εξελισσόμενους πολέμους επιθετικού χαρακτήρα, ιδίως της Ρωσίας, και ενθαρρύνει νέες αναθεωρητικές ενέργειες, όπως μια πιθανή κινεζική κίνηση κατά της Ταϊβάν. Εδραιώνεται έτσι μια παγκόσμια στρατηγική διαμοιρασμού του κόσμου σε «σφαίρες επιρροής» μεταξύ μεγάλων «αυτοκρατορικών» και πυρηνικών δυνάμεων, με τον πλανήτη να οδηγείται σε γεωπολιτική αναρχία και αυξημένο κίνδυνο γενικευμένης σύρραξης.
Μπροστά σε αυτή τη νέα φάση αμερικανικού αναθεωρητισμού η Ευρώπη οφείλει να αντλήσει κρίσιμα συμπεράσματα:
1. Ο Τραμπ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κυριολεκτικά. Αυτό αφορά τόσο τις δημόσιες δηλώσεις του όσο και επίσημα στρατηγικά κείμενα, όπως η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ του Δεκεμβρίου 2025. Η αντίληψή του για την εξουσία δεν αναγνωρίζει ηθικούς ή νομικούς περιορισμούς. Διαπραγματεύεται από θέση απόλυτης υπεροχής, χρησιμοποιώντας στρατιωτική και οικονομική ισχύ ως αφετηρία κάθε διαλόγου, με στόχο τη μέγιστη παραχώρηση και υποταγή. Το μοντέλο αυτό έχει ήδη εφαρμοστεί επιτυχώς απέναντι στην Ε.Ε. στο πεδίο του εμπορίου. Κάθε επίκληση δημοκρατικών κινήτρων πίσω από τις κινήσεις αυτές είναι προσχηματική.
2. Η αδυναμία απέναντι στην κατάχρηση ισχύος παράγει περισσότερη κατάχρηση. Η απλή συνδιαλλαγή δεν ανέκοψε τον Χίτλερ ούτε θα ανακόψει τον Πούτιν ή τον Τραμπ. Η Ε.Ε. οφείλει να επαναβεβαιώσει την ανεξαρτησία της. Αυτό προϋποθέτει νέες στρατηγικές συμμαχίες με δημοκρατικές δυνάμεις: τη συνεργασία των χωρών Mercosur (στη Νότια Αμερική), την Αφρικανική Ένωση, τον περιφερειακό οργανισμό κρατών ASEAN (στη Νοτιοανατολική Ασία), την Ιαπωνία, τον Καναδά, την Αυστραλία. Προϋποθέτει, επίσης, άμεση εκκίνηση διαδικασίας πολιτικής ομοσπονδοποίησης, παράλληλα με την οικοδόμηση ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας και διπλωματίας ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.
Οι πολίτες στηρίζουν μαζικά τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και ενιαίας διπλωματίας - κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, ικανής να διασώσει τη δημοκρατία, την ειρήνη και την ελευθερία, με σεβασμό στην αυτονομία των κρατών-μελών.
3. Οι φιλοδοξίες του Τραμπ για αναβίωση του δόγματος Μονρόε και ηγεμονία στο «Δυτικό Ημισφαίριο» δεν περιορίζονται στην αμερικανική ήπειρο. Επεκτείνονται στη Γροιλανδία, σε τμήματα της Ευρώπης, της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και του Ειρηνικού. Ο Τραμπ φαίνεται να αναγνωρίζει μόνο δύο πρακτικούς περιορισμούς: τη Ρωσία και την Κίνα, πυρηνικές δυνάμεις στις οποίες παραχωρεί de facto ελευθερία δράσης σε διακριτές σφαίρες, υπό τον όρο μη αμφισβήτησης της δικής του - της ευρύτερης και ισχυρότερης.
Ως ευρωπαϊκοί λαοί γνωρίζουμε το τίμημα των αυταρχικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων και των πολεμικών τυχοδιωκτισμών τους. Η ήπειρός μας έχει αφανίσει γενιές σε κύματα καταστροφής. Είναι ιστορικό καθήκον μας να ολοκληρώσουμε την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε ομοσπονδία και να αποτρέψουμε την επιστροφή της ανθρωπότητας σε σκιές «Αποκάλυψης».
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος
———
Βενεζουέλα – Και μετά τι; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ"
2026-01-05 13:31———
Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ" ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "REPORTER" , 4/1/2026
2026-01-04 23:55Ενεργειακές Συμφωνίες Ελλάδας–ΗΠΑ και ανασύνταξη της Ανατολικής Μεσογείου
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ" ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "REPORTER" , 4/1/2026
Link περιοδικού (το άρθρο στις σελίδες 40 - 43 ):
issuu.com/oikonomikanautiliakanea/docs/reporter_magazine_december_2025
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
1. Μια στιγμή αναδιάταξης
Οι πρόσφατες Συμφωνίες Ελλάδας-ΗΠΑ συνιστούν, αφενός, απότομη αλλαγή της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής και, αφετέρου, σημαντική συμβολή στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.
Η χρονική συγκυρία ήταν αποκαλυπτική: τρεις Αμερικανοί υπουργοί κατέφθασαν στην Αθήνα με ατζέντα ενεργειακής αναδιάταξης. Την ίδια ώρα η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 συγκέντρωνε, στην καρδιά του Αμαζονίου της Βραζιλίας, την πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας που επιμένει ότι οι εξορύξεις πρέπει να σταματήσουν.
Η Ελλάδα καλείται να παίξει σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα. Ενισχύει τον γεωπολιτικό ρόλο της, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται σε πλέγμα συμμαχιών και απαιτήσεων που προϋποθέτουν μέγιστο βαθμό στρατηγικής προνοητικότητας.
2. Το διατλαντικό ενεργειακό σύστημα και η ρωσική εξασθένιση
Με ταχύ ρυθμό αναβάθμισης υποδομών, η χώρα μετατρέπεται στον σημαντικότερο νότιο κόμβο πρόσβασης της Ευρώπης στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG).
Ο “Κάθετος Διάδρομος” από Αλεξανδρούπολη μέχρι Ουκρανία -μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Μολδαβίας- σταδιακά αντικαθιστά τις ρωσικές ροές και εγκαθιδρύει μια νέα, πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Παρά το γεγονός ότι το ρωσικό αέριο υποχωρεί, η Μόσχα εξακολουθεί να έχει εργαλεία για να προκαλέσει αναστάτωση. Η πραγματική απεξάρτηση θα ολοκληρωθεί μόνο όταν η Ευρώπη, όχι μόνο η Ελλάδα, αποκτήσει επαρκή χωρητικότητα, διασυνδεσιμότητα και θεσμική αποφασιστικότητα ώστε να μη μπορεί το ρωσικό αέριο να επανεισέλθει.
3. Αμερικανική επάνοδος και νέο δόγμα εξορύξεων
Η Ουάσιγκτον επανέρχεται δυναμικά ως ο πιο αποφασιστικός παράγοντας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την επιστροφή Τραμπ, η αμερικανική ενεργειακή πολιτική αποκτά χαρακτηριστικά απρόσμενης συνέχειας: “Drill, baby, drill”, όχι ως σλόγκαν, αλλά ως οδηγός στρατηγικής.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα αναβαθμίζεται, όχι όμως ουδέτερα. Η συνεργασία με τις εταιρείες ExxonMobil στο Ιόνιο και Chevron νότια της Κρήτης, συνδέει άμεσα την ελληνική ενεργειακή πολιτική με τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Βέβαια για το Ιόνιο, οι ανακοινώσεις αναφέρουν ότι θα εξεταστεί μέσα στα επόμενα 1-2 χρόνια κατά πόσο θα προχωρήσουν “ερευνητικές” γεωτρήσεις. Οι πιθανότητες να εκτιμηθεί ότι τυχόν μελλοντικές εξορύξεις θα είναι οικονομικά συμφέρουσες, κινούνται στο 15%-18% μόνο.
Ταυτόχρονα, το αμερικανικό ενδιαφέρον για υποθαλάσσιες έρευνες μεταξύ Λιβύης-Κρήτης, αποκτά έντονη πολιτική διάσταση. Η αμερικανική διπλωματία κινήθηκε για διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλάδας-Λιβύης και Αιγύπτου-Λιβύης. Από αυτές τις διεργασίες επανήλθε η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.
Μπορεί οι Συμφωνίες να απελευθερώνουν γεωπολιτική δυναμική, αλλά ενέχουν το ερώτημα: η Ελλάδα αξιοποιεί την ευκαιρία ως αυτόνομος δρων ή μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της νέας αμερικανικής ενεργειακής γεωστρατηγικής;
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται από το Διεθνές Δίκαιο. Μονομερώς δεν μπορεί να οριοθετηθεί υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) από την Ελλάδα. Απαιτείται συνεννόηση με το κράτος που έχει απέναντι (“αντικείμενες”) ακτές. Η συνεννόηση της Ελλάδας με τη διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση της Τρίπολης, είναι μονόδρομος.
4. Ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική
Η ευρωπαϊκή “πράσινη” πολιτική εμφανίζεται τελευταία να παλινωδεί. Πάντως, παρά την ενεργειακή κρίση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, την αλλαγή της αμερικανικής ενεργειακής πολιτικής και την ενίσχυση υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων στην Ευρώπη που ζητούν ανατροπή της “πράσινης” μετάβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει στον στόχο: από το 2050 να μην χρησιμοποιεί καθόλου ορυκτά καύσιμα- όχι μόνο άνθρακα και πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα κινδυνεύει να εμφανιστεί στους κύκλους της ΕΕ, ως χώρα που επιστρέφει στα ορυκτά καύσιμα. Καθώς η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται “hot spot” της παγκόσμιας κλιματικής κρίσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να πρωταγωνιστεί στην προώθηση νέων, “καθαρών” μορφών ενέργειας.
Η Παγκόσμια Διάσκεψη για το Κλίμα-COP30 αναδεικνύει με δραματικό τρόπο το παγκόσμιο χρηματοδοτικό κενό. Οι αναδυόμενες οικονομίες εξακολουθούν να λαμβάνουν μόνο ένα μικρό κλάσμα των αναγκαίων πόρων για την “πράσινη” μετάβαση. Δημιουργείται έτσι πίεση και για την Ευρώπη, που καλείται να συνδυάσει την αυτονόμηση μέσω ενέργειας και την ευθυγράμμιση με τις “πράσινες” αρχές της.
5. Ελλάδα: ούτε υπερδύναμη, ούτε νέο “Ελντοράντο”
Η Ελλάδα κερδίζει θέση σημαντικού κόμβου στη νέα ευρωπαϊκή ασφάλεια, επενδυτικό ενδιαφέρον, αποτρεπτικά οφέλη, στρατηγική ισχύ. Όμως η ίδια δυναμική εμπεριέχει κινδύνους: μακροχρόνια εξάρτηση από αμερικανικό LNG, πιθανή αστάθεια τιμών, περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, αυξημένη έκθεση σε υβριδικές απειλές.
Εξάλλου, και αν ακόμα προχωρήσουν εξορύξεις σε βάθος χρόνου -με αγνόηση των περιβαλλοντικών κινδύνων, ιδιαιτέρως σε τουριστικές περιοχές- τίθεται ερώτημα: πού θα πωλείται το προϊόν τους, εφόσον η Ευρώπη τείνει να εγκαταλείψει την χρήση τους ;
Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε ότι η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική συνεκτικότητα και βαθιά κατανόηση της ευρωπαϊκής κανονιστικής πραγματικότητας.
6. Η Ανατολική Μεσόγειος αλλάζει μπροστά στα μάτια μας
Η περιοχή μεταξύ Κύπρου, Ισραήλ, Κρήτης και Λιβύης εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.
Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο, Αραβική Θάλασσα και Βόρεια Αφρική προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ρωσικής ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
Η μελλοντική προοπτική για έναν “διάδρομο” οικονομίας, εμπορίου, ενέργειας και ηλεκτρονικών δεδομένων (data) Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC) θα καταστήσει την περιοχή στρατηγικό κρίκο ενός νέου συστήματος.
Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν υπάρχουσες διενέξεις, διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις για ΑΟΖ.
Η διευθέτηση της σύγκρουσης στη Γάζα, η διεθνής στήριξη στην ομαλοποίηση της κατάστασης στη Συρία, η οριοθέτηση ΑΟΖ Λιβάνου-Ισραήλ με αμερικανική διαμεσολάβηση, καθώς και η προσπάθεια επέκτασης των “Συμφωνιών του Αβραάμ” για προσέγγιση και διπλωματική αλληλοαναγνώριση Ισραήλ- μετριοπαθών αραβικών χωρών (με βασικό ζητούμενο τη συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας), αποσκοπούν και στην υλοποίηση των προαναφερθέντων σχεδίων.
7. Κλείσιμο ενός κύκλου και άνοιγμα νέου: Τουρκία και επόμενη μέρα
Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις.
Δεν νοείται οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.
Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.
Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.
Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector-GSI), δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.
Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στη λογική ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.
Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος
———
Θόδωρος Τσίκας – ανάλυση: "Χρονιά διεθνών διευθετήσεων το 2026 ; " - Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό, Ουκρανία, Γάζα/ TODAY PRESS
2025-12-27 17:30Θόδωρος Τσίκας – ανάλυση: Χρονιά διεθνών διευθετήσεων το 2026 ;
Ελληνοτουρκικά-Κυπριακό, Ουκρανία, Γάζα
TODAY PRESS, free press εβδομαδιαία εφημερίδα
todaypress.gr/2025/12/27/thodoros-tsikas-analysi-chronia-diethnon-diefthetiseon-to-2026/
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ
Πολιτικού Επιστήμονα – Διεθνολόγου
-
Ελληνοτουρκικά – Κυπριακό: πολιτική βούληση για επίλυση ή εξωτερική παρέμβαση τρίτων
Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου εισέρχεται σε περίοδο εντυπωσιακής κινητικότητας.
Η διακίνηση φυσικού αερίου, ηλεκτρισμού, υδρογόνου κ.α, από τη Μέση Ανατολή προς Ευρώπη, γίνεται μέσω Ανατολικής Μεσογείου. Ειδικά μετά το “πάγωμα” της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Ρωσία, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.
Αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αν δεν ρυθμιστούν οι υπάρχουσες διενέξεις, οι διαφορές μεταξύ χωρών της περιοχής και οι αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κρατών για Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες – ΑΟΖ στα διεθνή ύδατα.
Η αμερικανική πολιτική θα δώσει ρόλο σε όλες τις βασικές χώρες της περιοχής. Η Τουρκία, ως χώρα με τη μεγαλύτερη ηπειρωτική ακτογραμμή στην Ανατολική Μεσόγειο και αυξημένο γεωπολιτικό βάρος, θα έχει θέση και λόγο στις διευθετήσεις.
Δεν θα γίνει αποδεκτό οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Αιγαίο και το άλυτο Κυπριακό, να δημιουργήσουν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση των σχεδιασμών. Η ανάγκη για ασφάλεια, τόσο της ενεργειακής τροφοδοσίας, όσο και των μεγάλων επενδύσεων που θα απαιτηθούν, θα “επιβάλλει” λύσεις.
Οι εμπλεκόμενες πλευρές οφείλουν να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για επίλυση των διαφορών τους, μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή/και μέσω κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Να επιδείξουν πολιτική βούληση για εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών και επωφελών λύσεων. Αν δεν το πράξουν συνεχίζοντας την πρακτική της ακινησίας, θα παρέμβουν εξωτερικοί παράγοντες για να ωθήσουν προς κάποιες ρυθμίσεις.
Απαιτείται η επιτάχυνση του ελληνοτουρκικού διαλόγου και η συζήτηση του “σκληρού πυρήνα” των διαφορών, όχι μόνο των εύκολων θεμάτων. Αντιστοίχως, πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρο το αυξημένο ενδιαφέρον του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό και η εκλογή νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, που τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, ώστε να βρεθεί συμφωνία στα λίγα ζητήματα που απομένουν.
Είναι θετική η ανακοίνωση ότι μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 θα συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα, στο πλαίσιο του οποίου θα πραγματοποιηθεί και συνάντηση του Τούρκου προέδρου με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Επίσης πρέπει να αξιοποιηθεί και η πρόταση για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου.
Η ηλεκτρική διασύνδεση με το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου, δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Ελλάδας-Τουρκίας ή χωρίς άτυπη συνεννόηση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής κυβέρνησης. Ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία έχει οριοθετήσει ΑΟΖ με την Τουρκία. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του Κυπριακού.
Το σχήμα “3+1” Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και ΗΠΑ, προς το παρόν παραμένει σε επίπεδο διακηρύξεων. Για την Ελλάδα, είναι κρίσιμο να μην εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι η επιτυχία της προϋποθέτει αποκλεισμό της Τουρκίας. Ο στόχος είναι μια αρχιτεκτονική σταθερότητας. όπου η Αθήνα αξιοποιεί τα παράθυρα ευκαιρίας που ανοίγουν, χωρίς να εισέρχεται σε λογική “μηδενικού αθροίσματος”.
Αν η Ελλάδα καταφέρει να διατηρήσει αυτό το δύσκολο ισοζύγιο, τότε οι εξελίξεις μπορεί πραγματικά να διαμορφώσουν μια win–win συνθήκη για τη συνολική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.

-
Ουκρανία: Σύγκρουση για τους όρους της ειρήνης
Το 2026 δεν προδιαγράφεται ως η χρονιά της στρατιωτικής λύσης στον πόλεμο της Ουκρανίας, αλλά ως η χρονιά της επιδίωξης για συνεννόηση γύρω από τους όρους της ειρήνης. Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου φθοράς, χωρίς αποφασιστική ανατροπή στο πεδίο, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις επιχειρήσεις στη διπλωματία.
Εδώ, οι στρατηγικές αποκλίνουν. Η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό την ηγεσία του Τραμπ, κινείται στη λογική του άμεσου “πραγματισμού”. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αντιμετωπίζεται ως ένα δαπανηρό και γεωπολιτικά δευτερεύον μέτωπο, που δεσμεύει πόρους και αποσπά την προσοχή από άλλες προτεραιότητες. Η ανυπομονησία του Τραμπ για μια οποιαδήποτε διευθέτηση, αποτυπώνει αυτή τη λογική.
Η προοπτική μιας συνολικής οικονομικής και εμπορικής επαναπροσέγγισης ΗΠΑ–Ρωσίας αποτελεί βασικό στοιχείο της σκέψης τόσο του Τραμπ όσο και του Πούτιν. Μια συμφωνία που θα οδηγούσε σε μερική άρση κυρώσεων, που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, και σε επαναφορά οικονομικών σχέσεων, θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές, ακόμη και αν το τίμημα ήταν ένας συμβιβασμός εις βάρος της Ουκρανίας.
Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι διαφορετικό και υπαρξιακό. Μια βεβιασμένη ειρήνη που θα παγίωνε εδαφικές απώλειες της Ουκρανίας και θα νομιμοποιούσε τον ρωσικό επεκτατισμό, δεν θα αποτελούσε σταθεροποίηση, αλλά στρατηγική ήττα. Θα έστελνε το μήνυμα ότι η χρήση στρατιωτικής ισχύος αποδίδει και ότι τα σύνορα στην Ευρώπη παραμένουν διαπραγματεύσιμα.
Γι’ αυτό οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιμένουν για μια «δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη». Η ευρωπαϊκή εμπειρία διδάσκει ότι οι ελλιπείς και άδικοι συμβιβασμοί δεν κλείνουν τις συγκρούσεις, απλώς τις μεταθέτουν χρονικά. Μια ειρήνη χωρίς σαφείς εγγυήσεις και χωρίς σεβασμό της ουκρανικής κυριαρχίας, θα άφηνε ανοιχτό τον δρόμο για την επόμενη κρίση, πιθανώς ακόμη πιο κοντά στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα υπάρξει κατάπαυση του πυρός. Θα κριθεί από το ποια στρατηγική θα επικρατήσει: ο αμερικανικός “πραγματισμός” των μεγάλων συναλλαγών ισχύος – ο οποίος οδηγεί στην πίεση προς τον αμυνόμενο και όχι προς τον επιτιθέμενο- ή η ευρωπαϊκή επιμονή σε μια τάξη βασισμένη σε κανόνες.
Η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά το αποτέλεσμα θα αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Φαίνεται ότι έχουν υπάρξει ορισμένες θετικές συνεννοήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ευρωπαίων και Ουκρανίας, αλλά αυτές πρέπει να επιβεβαιωθούν στην πράξη.
Αν η ειρήνη οικοδομηθεί πάνω στην κόπωση και τη συναλλαγή, θα είναι εύθραυστη. Αν αντίθετα, στηριχθεί στη δικαιοσύνη και στις εγγυήσεις ασφάλειας για την μεταπολεμική Ουκρανία, θα είναι δύσκολη αλλά διαρκέστερη. Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα της επόμενης χρονιάς.
-
Γάζα: Τοπίο «ελεγχόμενης ανοικοδόμησης»
Η είσοδος στη δεύτερη φάση υλοποίησης του «Σχεδίου Τραμπ» για τη Γάζα σηματοδοτεί μια νέα, αλλά βαθιά αμφιλεγόμενη, περίοδο για τον παλαιστινιακό θύλακα. Πρόκειται για μια φάση που μετατοπίζει το βάρος από τη στρατιωτική διαχείριση της κρίσης στη διοικητική, οικονομική και γεωπολιτική αναδιάταξη της περιοχής, χωρίς ωστόσο να επιλύει το βασικό πολιτικό πρόβλημα.
Η δεύτερη φάση προτάσσει την ανοικοδόμηση, τη δημιουργία ζωνών οικονομικής δραστηριότητας και έναν νέο μηχανισμό διακυβέρνησης, με μειωμένο –ή μηδενικό– ρόλο της ισλαμο-φασιστικής Χαμάς. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται μια διεθνώς επιτηρούμενη Γάζα, με ισχυρή αμερικανική πολιτική επιρροή, χρηματοδότηση από αραβικά κράτη και λειτουργική εξάρτηση από το Ισραήλ σε ζητήματα ασφάλειας και μετακινήσεων.
Για το 2026, οι προβλέψεις συγκλίνουν σε ένα σενάριο σχετικής σταθεροποίησης χωρίς πραγματική κανονικότητα.
Η ανοικοδόμηση βασικών υποδομών –ενέργεια, ύδρευση, υγεία– είναι πιθανό να προχωρήσει επιλεκτικά, κυρίως σε περιοχές που κρίνονται «διαχειρίσιμες» από τους διεθνείς εγγυητές. Ωστόσο, η οικονομική ανάκαμψη θα παραμείνει εύθραυστη, αν δεν συνοδεύεται από πολιτική κυριαρχία ή σαφή ορίζοντα παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης.
Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη διακυβέρνηση. Αν η Γάζα μετατραπεί μόνο σε ένα είδος τεχνοκρατικού προτεκτοράτου, η έλλειψη πολιτικής νομιμοποίησης ενδέχεται να αναπαράγει κύκλους κοινωνικής έντασης και υπόγειας αντίστασης.
Η αποστρατιωτικοποίηση, χωρίς παράλληλη πολιτική λύση στο Παλαιστινιακό – με αξιοποίηση της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής του μετριοπαθούς Προέδρου, Μαχμούντ Αμπάς – δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμη μεσοπρόθεσμα. Μια πορεία προς διευθέτηση του Παλαιστινιακού θα θωρακίσει και το δικαίωμα του Ισραήλ να ζει με ασφάλεια.
Σε περιφερειακό επίπεδο, το 2026 η Γάζα θα λειτουργεί ως δοκιμαστικός σωλήνας για το ευρύτερο αμερικανικό σχέδιο στη Μέση Ανατολή: συνδυασμός οικονομικών κινήτρων, αυστηρής ασφάλειας και παράκαμψης του παλαιστινιακού πολιτικού ζητήματος. Αν το μοντέλο αυτό επιβιώσει χωρίς γενικευμένη ανάφλεξη, ενδέχεται να επιχειρηθεί η αναπαραγωγή του και σε άλλα μέτωπα.
Συνολικά, η δεύτερη φάση του Σχεδίου Τραμπ δεν προοιωνίζεται ειρήνη, αλλά μια διαχειριζόμενη παύση της σύγκρουσης. Για τη Γάζα, το βασικό διακύβευμα δεν θα είναι η ανοικοδόμηση αυτή καθαυτή, αλλά το αν αυτή θα οδηγήσει σε προοπτική επίλυσης του Μεσανατολικού ή απλώς σε μια πιο σταθερή μορφή εγκλωβισμού.
———
"Η Ευρώπη απέναντι στην Ουκρανία: βήμα προς τα εμπρός" - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΕ ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ
2025-12-22 16:56
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε της 18ης Δεκεμβρίου να προσφύγει στην έκδοση κοινού χρέους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να χορηγήσει στην Ουκρανία χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 90 δισ. ευρώ, με εγγύηση τον κοινοτικό προϋπολογισμό, αξίζει θετικής αποτίμησης.
Πρόκειται για θεμελιώδες μέτρο, ώστε η Ουκρανία να διατηρήσει τη λειτουργία του κράτους και να συνεχίσει την αμυντική προσπάθεια απέναντι στην απρόκλητη επίθεση του Βλαντίμιρ Πούτιν, η οποία απειλεί όχι μόνο την ουκρανική κυριαρχία αλλά και την ασφάλεια του συνόλου της Ευρώπης. Με τα χρήματα αυτά, το Κίεβο μπορεί να χρηματοδοτείται για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια. Επιπλέον, το σχέδιο περιορίζει τη δυνατότητα ο Τραμπ να εξαναγκάσει την Ουκρανία να αποδεχθεί απαράδεκτους όρους για την υπογραφή ειρήνης με τη Ρωσία.
Δεδομένου ότι η Ουκρανία υποχρεούται να αποπληρώσει το δάνειο μόνο στην περίπτωση που η Ρωσία καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις, θα πρέπει να είναι σαφές ότι πρόκειται ουσιαστικά για επιχορήγηση, η οποία θα καλυφθεί είτε από το μη χρησιμοποιηθέν περιθώριο του προϋπολογισμού της ΕΕ είτε -πιο περίπλοκα λόγω της σθεναρής βελγικής αντίθεσης- από τα δεσμευμένα ρωσικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Η Ουγγαρία, η Σλοβακία και η Τσεχία αποστασιοποιούνται επιφανειακά από το σχέδιο, καθώς, παρότι δεν παρέχουν εγγυήσεις για την έκδοση του χρέους, αυτό εκδίδεται από την ΕΕ και επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της. Μόνο σε περίπτωση που αυτός αποδειχθεί ανεπαρκής θα ενεργοποιούνταν οι εγγυήσεις, κάτι που δεν αναμένεται να συμβεί, καθώς το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021–2027 διαθέτει δυνατότητα δαπανών ύψους περίπου 400 δισ. ευρώ.
Πέραν της άμεσης διάστασής της, η απόφαση αυτή συνιστά επίσης ένα νέο, σημαντικό βήμα -μετά την έκδοση ευρωομολόγων στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης / NextGenerationEU - προς την οικοδόμηση μιας πραγματικής ευρωπαϊκής δημοσιονομικής ικανότητας. Επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, ότι σε στιγμές υπαρξιακής κρίσης η Ένωση είναι σε θέση να δράσει πέρα από τα στενά όρια της διακυβερνητικής ορθοδοξίας.
Η έκδοση κοινού χρέους παύει να αποτελεί εξαίρεση και μετατρέπεται, de facto, σε επαναλαμβανόμενο εργαλείο όταν διακυβεύονται θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα. Ωστόσο, αυτό θα είναι βιώσιμο μόνο εφόσον η ΕΕ μπορέσει να αντλεί “ίδιους” (δικούς της, δηλαδή) πόρους και να μην εξαρτάται από τις εθνικές συνεισφορές.
Παρά ταύτα, η πρόοδος αυτή σκιάζεται από μια σοβαρή πολιτική ανεπάρκεια. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν κατόρθωσε, προς το παρόν, να συμφωνήσει στη χρήση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του επιτιθέμενου κράτους για τη χρηματοδότηση της άμυνας και της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας, αν και αναφέρεται ότι το ζήτημα θα συνεχίσει να εξετάζεται.
Η παράλειψη αυτή συνιστά διπλή χαμένη ευκαιρία: αφενός, για την ελάφρυνση του μακροπρόθεσμου χρηματοδοτικού βάρους που θα επωμιστούν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι. Αφετέρου, για την αποστολή ενός σαφούς και αξιόπιστου πολιτικού μηνύματος τόσο προς το Κρεμλίνο όσο και προς όσους, εντός και εκτός Ευρώπης, αμφισβητούν την ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής αμερικανικής διοίκησης του Ντόναλντ Τραμπ.
Τα συμπεράσματα της Συνόδου αναδεικνύουν, για ακόμη μία φορά, την πολιτική μη βιωσιμότητα της αρχής της ομοφωνίας, ιδίως όταν ορισμένοι εθνικοί ηγέτες λειτουργούν de facto ως σύμμαχοι της Μόσχας. Απέναντι σε στρατηγικές προκλήσεις τέτοιου μεγέθους, οι ad hoc ρυθμίσεις και οι λύσεις έκτακτης ανάγκης φθάνουν στα όριά τους. Η πραγματική ενότητα ευρωπαϊκής δράσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος
———
Πόσο μοιάζει η Αμερική με την Ουγγαρία: Η νέα εποχή του Τραμπ/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
2025-12-16 15:03Πόσο μοιάζει η Αμερική με την Ουγγαρία: Η νέα εποχή του Τραμπ
"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
Ο ανταγωνιστικός αυταρχισμός στις ΗΠΑ: Από την εσωτερική διάβρωση στη διεθνή ανατροπή
Η δεύτερη προεδρία Τραμπ δεν δοκιμάζει απλώς την ανθεκτικότητα της αμερικανικής δημοκρατίας. Μετατρέπει τον ανταγωνιστικό αυταρχισμό σε εσωτερική πρακτική και την ιδεολογία MAGA σε εξωτερική στρατηγική, φέρνοντας την Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο και λιγότερο φιλελεύθερο πρόσωπο της Ουάσινγκτον.
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2024, μεγάλο μέρος του αμερικανικού πολιτικού και θεσμικού κατεστημένου αντιμετώπισε την εξέλιξη με σχετική απάθεια. Η επανεκλογή του ήταν το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής διαδικασίας και, επιπλέον, η αμερικανική Δημοκρατία είχε αντέξει τους κραδασμούς της πρώτης του θητείας, ακόμη και την πρωτοφανή επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Πολλοί υπέθεσαν ότι θα άντεχε και δεύτερη φορά.
Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Μέσα στο πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του Τραμπ, οι Ηνωμένες Πολιτείες μετακινήθηκαν ταχύτατα προς ένα καθεστώς ανταγωνιστικού αυταρχισμού. Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο οι εκλογές συνεχίζουν να διεξάγονται και η αντιπολίτευση εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η εκτελεστική εξουσία χρησιμοποιεί συστηματικά τους θεσμούς του κράτους για να τιμωρεί αντιπάλους, να προστατεύει συμμάχους και να αλλοιώνει τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο διεθνώς. Εμφανίστηκε νωρίτερα στη Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, στην Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν και στην Ινδία του Ναρέντρα Μόντι. Εκείνο που καθιστά την αμερικανική περίπτωση ιδιαίτερη δεν είναι η πρωτοτυπία των πρακτικών, αλλά η ταχύτητα, το βάθος και το γεγονός ότι εφαρμόζονται στο κράτος με τη μεγαλύτερη θεσμική ισχύ και διεθνή επιρροή στον κόσμο.
Η μετάβαση αυτή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την οριστική κατάρρευση της αμερικανικής δημοκρατίας. Όπως δείχνει η ίδια η φύση του ανταγωνιστικού αυταρχισμού, το πολιτικό παιχνίδι γίνεται πιο άνισο, αλλά δεν παύει να διεξάγεται. Οι δίοδοι αμφισβήτησης παραμένουν ανοιχτές, έστω και περιορισμένες. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την τρέχουσα συγκυρία τόσο κρίσιμη. Το αποτέλεσμα δεν έχει προεξοφληθεί, αλλά το κόστος της αυταρχικής διολίσθησης αρχίζει ήδη να γίνεται ορατό, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο διεθνές αποτύπωμα τους.
Η κατάληψη των θεσμών και η εργαλειοποίηση του κράτους
Η εμπειρία από άλλα ανταγωνιστικά αυταρχικά καθεστώτα δείχνει ότι το πρώτο και καθοριστικό βήμα δεν είναι η κατάργηση των εκλογών, αλλά η σταδιακή αποδυνάμωση των ελεγκτικών θεσμών, ιδίως της Δικαιοσύνης, των ανεξάρτητων Αρχών και των Μέσων Ενημέρωσης.
Όπως επισημαίνουν οι Levitsky & Way στο έργο τους Competitive Authoritarianism: Hybrid Regimes After the Cold War (2010), τέτοια καθεστώτα διατηρούν δημοκρατικές "βιτρίνες", αλλά παραμορφώνουν το πολιτικό παιχνίδι μέσα από την εργαλειοποίηση κρατικών μηχανισμών.
Οι ΗΠΑ, στη δεύτερη προεδρία Τραμπ, φαίνεται να ακολουθούν παρόμοια πορεία, με ταχεία απομάκρυνση επαγγελματιών στελεχών από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την αντικατάστασή τους με πρόσωπα πιστά στον Πρόεδρο, φαινόμενο που έχει ήδη καταγραφεί από ανεξάρτητα μέσα όπως το ProPublica και το Brookings Institution.
Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ κινήθηκε ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Υπουργείο Δικαιοσύνης, FBI και ανεξάρτητες ρυθμιστικές Αρχές υπέστησαν μια ταχεία διαδικασία εκκαθάρισης επαγγελματικών στελεχών και αντικατάστασής τους από πρόσωπα προσωπικά ή πολιτικά πιστά στον πρόεδρο.
Το μοτίβο θυμίζει έντονα την πορεία της Ουγγαρίας μετά το 2010, όταν – σύμφωνα με μελέτες του Freedom House και του Varieties of Democracy (V-Dem Institute) – η χώρα κατηγοριοποιήθηκε ως «εκλογικό αυταρχικό καθεστώς», κυρίως λόγω του περιορισμού της ανεξαρτησίας των θεσμών και των ΜΜΕ. Παρόμοιες πρακτικές είχαν προηγηθεί στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, όταν χιλιάδες δικαστικοί και αστυνομικοί απομακρύνθηκαν και αντικαταστάθηκαν με κομματικά ευθυγραμμισμένους αξιωματούχους. Στις ΗΠΑ, η διαδικασία αυτή υπήρξε ταχύτερη και πιο απροκάλυπτη από οτιδήποτε είχε παρατηρηθεί μεταπολεμικά.
Αφού οι θεσμοί αναδιαμορφώθηκαν, στράφηκαν εναντίον πολιτικών αντιπάλων. Έρευνες και διώξεις κινήθηκαν κατά προσώπων που θεωρούνταν εχθρικά προς τον Πρόεδρο, συχνά με αφορμή δευτερεύουσες ή τυπικές παραβάσεις. Η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου αποτελεί κλασικό εργαλείο αυταρχικών καθεστώτων. Όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν με πολιτικά κριτήρια, σχεδόν πάντα μπορούν να εντοπίσουν κάποιο σφάλμα. Στη Βενεζουέλα, οι φορολογικοί έλεγχοι χρησιμοποιήθηκαν κατ’ επανάληψη για να εξουδετερώσουν αντιπολιτευόμενους δημάρχους και επιχειρηματίες. Στις ΗΠΑ, η ίδια λογική άρχισε να εφαρμόζεται σε πολιτικούς, εισαγγελείς, δωρητές και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.
Ακόμη και όταν τέτοιες υποθέσεις δεν οδηγούν σε καταδίκες, το ίδιο το βάρος της έρευνας λειτουργεί ως μέσο καταναγκασμού. Ο στόχος δεν είναι πάντα η φυλάκιση, αλλά η εξάντληση πόρων, η αποστροφή από τη δημόσια ζωή και η αποστολή ενός μηνύματος προς τρίτους. Παράλληλα, ένα πλήρως εργαλειοποιημένο σύστημα Δικαιοσύνης παρέχει ασυλία στους συμμάχους της εξουσίας. Η εκτεταμένη χρήση της προεδρικής χάρης, ιδίως προς πρόσωπα που εμπλέκονταν σε βίαιες ή παράνομες ενέργειες υπέρ του Προέδρου, μετέδωσε ένα σαφές μήνυμα: η παρανομία συγχωρείται όταν εξυπηρετεί τον σωστό πολιτικό σκοπό.
Από τη Δικαιοσύνη, στα Μέσα Ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών
Η αυταρχική εδραίωση δεν περιορίζεται στους σκληρούς θεσμούς του κράτους. Επεκτείνεται στα Μέσα Ενημέρωσης, στα Πανεπιστήμια και στον ευρύτερο χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Και εδώ, η αμερικανική εμπειρία αρχίζει να θυμίζει όλο και περισσότερο χώρες όπως η Ουγγαρία και η Ινδία, όπου η πίεση στα μέσα δεν ασκήθηκε αρχικά μέσω γενικευμένης λογοκρισίας, αλλά μέσω ρυθμιστικών ελέγχων, δικαστικών προσφυγών και αλλαγών ιδιοκτησίας.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι προσφυγές της κυβέρνησης κατά μεγάλων εφημερίδων και οι έρευνες της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών εις βάρος τηλεοπτικών δικτύων δημιούργησαν ένα περιβάλλον διαρκούς απειλής. Παράλληλα, η συγκέντρωση μιντιακής ιδιοκτησίας σε επιχειρηματικά σχήματα φιλικά προς την κυβέρνηση ενίσχυσε τη μετατόπιση του ενημερωτικού τοπίου. Στην Ουγγαρία, η μετάβαση αυτή χρειάστηκε σχεδόν μια δεκαετία. Στις ΗΠΑ, εξελίσσεται μέσα σε λίγα χρόνια.
Τα Πανεπιστήμια και τα νομικά Γραφεία βρέθηκαν επίσης στο στόχαστρο. Η απόσυρση κρατικής χρηματοδότησης, οι απειλές ακύρωσης συμβολαίων και η ανάκληση αδειών ασφαλείας λειτούργησαν ως μηχανισμοί πειθαναγκασμού. Στην Ινδία, η κυβέρνηση Μόντι χρησιμοποίησε παρόμοιες τακτικές για να περιορίσει τη δράση μη κυβερνητικών οργανώσεων και να ελέγξει ακαδημαϊκά ιδρύματα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν άμεση φίμωση, αλλά σταδιακή προσαρμογή.
Το αόρατο κόστος και το σύνδρομο απόσυρσης
Το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα της αυταρχικής στροφής δεν είναι πάντα η καταστολή, αλλά η αποστράτευση. Όταν ο φόβος αντιποίνων οδηγεί πολίτες, δωρητές, επιχειρήσεις και θεσμούς σε σιωπηρή συμμόρφωση, η δημοκρατία αρχίζει να αποδυναμώνεται από μέσα. Η αυτολογοκρισία είναι αόρατη. Το κοινό βλέπει απολύσεις και ακυρώσεις εκπομπών, αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει πόσα ρεπορτάζ δεν γράφτηκαν ποτέ και πόσες πρωτοβουλίες εγκαταλείφθηκαν προληπτικά.
Σε καθεστώτα όπως η Ρωσία και η Τουρκία, η απόσυρση των ελίτ από τον δημόσιο χώρο προηγήθηκε της πλήρους αυταρχικής παγίωσης. Κάτι αντίστοιχο αρχίζει να διαφαίνεται και στις ΗΠΑ. Η αποστασιοποίηση μεγάλων δωρητών, η συρρίκνωση της νομικής στήριξης προς την αντιπολίτευση και η απομάκρυνση επιχειρήσεων από προοδευτικές πρωτοβουλίες δημιουργούν μια άνιση πολιτική αρένα πολύ πριν από την ημέρα της κάλπης.
Οι ανασχετικοί παράγοντες και το παράθυρο ευκαιρίας
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, ο ανταγωνιστικός αυταρχισμός δεν είναι μονόδρομος. Η Ιστορία προσφέρει παραδείγματα ανατροπής, ακόμη και υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Στην Ινδία, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης της Ίντιρα Γκάντι κατέρρευσε στις κάλπες το 1977. Στη Μαλαισία, μια αυταρχική κυριαρχία δεκαετιών έληξε μέσω εκλογών το 2018. Στην Πολωνία, η αντιπολίτευση επανήλθε στην εξουσία το 2023, παρά τον εκτεταμένο έλεγχο θεσμών και Μέσων από την κυβέρνηση.
Σε σύγκριση με πολλές από αυτές τις χώρες, η αμερικανική αντιπολίτευση διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η Δικαιοσύνη παραμένει πιο ανεξάρτητη, οι Ένοπλες Δυνάμεις διατηρούν υψηλό βαθμό επαγγελματισμού και η ομοσπονδιακή δομή προσφέρει εναλλακτικά κέντρα ισχύος. Επιπλέον, η δημοτικότητα του ίδιου του Προέδρου δεν είναι συντριπτική, στοιχείο που ιστορικά δυσκολεύει τη μόνιμη αυταρχική εδραίωση.
Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας ως εξωτερική προβολή του αυταρχισμού
Η εσωτερική διολίσθηση αποκτά διεθνή διάσταση με τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας. Το κείμενο αυτό δεν πρέπει να διαβαστεί ως τεχνικό εγχειρίδιο πολιτικής, αλλά ως ιδεολογική διακήρυξη. Για πρώτη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζονται όχι ως εγγυητής της φιλελεύθερης τάξης, αλλά ως δύναμη που είναι πρόθυμη να προωθήσει ένα ανελεύθερο διεθνές περιβάλλον.
Η σιωπή της στρατηγικής απέναντι στην Κίνα και η περιορισμένη αναφορά στη Ρωσία είναι ενδεικτικές. Αντί για τον παραδοσιακό ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, το κείμενο εστιάζει στις πολιτισμικές και ιδεολογικές συγκρούσεις εντός της Δύσης. Η Ευρώπη παρουσιάζεται όχι ως αυτονόητος σύμμαχος, αλλά ως χώρος που χρειάζεται πολιτική «διόρθωση». Η λογική αυτή θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ρωσία προβάλλει την έννοια της «κυριαρχικής δημοκρατίας» και χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για να στηρίξει ιδεολογικά συγγενή καθεστώτα.
Η Ευρώπη στο επίκεντρο του νέου ρίσκου
Η αμερικανική αυταρχική διολίσθηση δεν αποτελεί εσωτερική υπόθεση των ΗΠΑ. Μετατρέπεται σε στρατηγικό παράγοντα που απειλεί τη συνοχή της Δύσης και την ίδια τη λειτουργία των ευρωπαϊκών Δημοκρατιών. Οι πρώτες δοκιμές παρέμβασης σε χώρες της Λατινικής Αμερικής δείχνουν πρόθεση χρήσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος για την ενίσχυση ανελεύθερων συμμάχων.
Ένα ανοιχτό παράθυρο για το μέλλον
Το πιθανότερο σενάριο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι ούτε η άμεση εγκαθίδρυση πλήρους αυταρχικού καθεστώτος ούτε η γρήγορη επιστροφή στη θεσμική κανονικότητα. Πιο ρεαλιστική μοιάζει μια παρατεταμένη περίοδος αστάθειας, όπου αυταρχικές ροπές και δημοκρατικά αντανακλαστικά θα συνυπάρχουν. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί λιγότερο από τη σκληρότητα της κυβέρνησης και περισσότερο από το αν αρκετοί πολίτες και θεσμοί θα συνεχίσουν να δρουν σαν να έχει νόημα η προσπάθεια.
Η διαχείριση της παρούσας κρίσιμης καμπής απαιτεί από τις δημοκρατικές δυνάμεις στις Ηνωμένες Πολιτείες —συμπεριλαμβανομένων των πολιτών, των θεσμών και των πολιτικών ελίτ— μια στάση διττή αλλά αναγκαία: αφενός, τη νηφάλια αναγνώριση της αυξανόμενης αυταρχικής παρέκκλισης· αφετέρου, τη συνειδητή αποφυγή της παραίτησης, η οποία ενέχει τον κίνδυνο μετατροπής μιας δυνητικής κρίσης σε μη αναστρέψιμη πραγματικότητα.
Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι η παγίωση ανταγωνιστικών αυταρχικών καθεστώτων σπάνια επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της καταστολής. Συχνότερα, εγκαθιδρύεται σταδιακά, μέσω της σταθερής αποδυνάμωσης των μηχανισμών δημοκρατικής συμμετοχής και της αποστράτευσης πολιτικών και κοινωνικών δρώντων. Υπό συνθήκες θεσμικής ασυμμετρίας, η συνέχιση της πολιτικής δράσης —μέσω υποψηφιοτήτων, νομικών παρεμβάσεων, δημοσιογραφικής επιτήρησης και κοινωνικής κινητοποίησης— εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα αναχαίτισης της αυταρχικής εδραίωσης.
Το τελικό αποτέλεσμα της τρέχουσας μεταβατικής φάσης δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Θα εξαρτηθεί όχι αποκλειστικά από τη συγκεντρωτική ισχύ της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά κυρίως από τη βούληση και την επιμονή δημοκρατικών υποκειμένων να αξιοποιήσουν τα —έστω περιορισμένα— περιθώρια θεσμικής αμφισβήτησης που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτής της κρίσης προϋποθέτει την ταυτόχρονη αναγνώριση δύο πραγματικοτήτων: ότι η αμερικανική δημοκρατία υφίσταται σημαντική διάβρωση και ότι, παρά ταύτα, διατηρεί ακόμη λειτουργικούς μηχανισμούς πολιτικής ανατροφοδότησης και δυνατότητες ανανέωσης των όρων του δημοκρατικού ανταγωνισμού.
———
Ukraine and the EU should stand firm and come up with a proper peace plan for peace between Ukraine and Russia/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "EUROPEAN INTEREST"
2025-11-24 18:27Ukraine and the EU should stand firm and come up with a proper peace plan for peace between Ukraine and Russia
"EUROPEAN INTEREST", 24/11/2025
On Thursday, November 20th, the Trump’s administration published 28 points for peace between Ukraine and Russia negotiated secretly with Russia without Ukraine and the EU. The US asked Ukraine to accept them by 27th of November without discussion. These points seem to have been dictated by Putin and resemble more a capitulation project rather than a peace project.
This is the darkest hour for Ukraine and for the EU. Our destinies, our freedom and dignity are intertwined, we will defend them together, or we will lose them together.
On Friday night, President Zelensky spoke to Ukrainians to recall his engagement for Ukraine’s sovereignty and independence. He affirmed that dignity and freedom of the Ukrainians cannot be neglected.
Kaja Kallas, the High Representative of the EU and several heads of States and Governments of the EU expressed their concerns and the requirement that any solution concerning Europe shall be taken with Ukraine and the EU. On November 22nd, several Heads of State and Government, the president of the European Council and the President of the European Commission issued a statement on Ukraine that welcomes in very diplomatic terms the US plan and restate their support for Ukraine. The time for cowardice is over, and courage and determination are needed to avoid being overwhelmed.
Ukraine and EU countries must strongly reject the attempt to impose the yoke of dictatorship on our continent: because that is what this plan is about, reducing us and Ukraine to puppets. Our governments must know how to react, to awaken our public opinion, which has often been left in the hands of propaganda, lacking the courage to overcome our powerlessness and show the way to truly take back control of our destiny and defend our freedom, our democracy, and our values.
We should ask the European Union:
- To fully support to Ukraine and Ukrainians to protect their sovereignty.
- To maintain the sanctions towards Russia as long as the war of aggression continues,
- To require a ceasefire which must be in place for starting any further negotiation because a peace agreement cannot be discussed under daily bombings,
- To immediately use the frozen Russian assets to support Ukraine. To this end, member states should be jointly liable together with Belgium in case of legal challenges.
We note the return to Great Power Politics. The EU cannot survive in this new reality if it remains divided. The rise of nationalism within the EU and the sovereignist approach of some member states tend to paralyse imminent joint action in the field of foreign policy and defence. If we do not overcome it, we cannot bring effective political support to Ukraine either. It is only by strengthening European sovereignty and uniting in a true federation that we can be free and secure in Europe.
If we want to be credible in that moment, and give an opportunity to Ukraine to negotiate, Ukraine and the EU shall come up with an alternative proposal to the 28 points plan of the US administration.
This proposal can be based on the principle already stated by Ukraine and the EU:
- Ukraine’s struggle for freedom constitutes an essential element for the maintenance of security and freedom in Europe ;
- The respect of International Law, including the jurisdiction of the International Court of Justice, must be fully part of the agreement, and convicted break through must be judged
- Any diplomatic initiative must include full recognition of Ukrainian sovereignty and respect for legitimate borders
- The potential exchange of territories must be discussed in presence directly by the two parts of the conflict, respecting international rules
- Ukraine shall keep its rights to defend itself and, as a sovereign state, decide on its own army
- A peace treaty shall contain elements on how to finance the reconstruction of Ukraine
As European integration experience shows, building peace requires democracy, respect of the Rule of Law and institutions that guarantee peace.
In the darkest hour, it is time for our EU governments to understand that they will only survive if they have a common project, only if they understand that it is time for true unity, that they must face together, as a single state, the powerful enemies who seek to destroy us.
In the darkest hour, it is time to relaunch the path towards federation. It is time to create the United States of Europe.

Theodoros Tsikas
Mr. Theodoros TSIKAS is a Political Scientist - International Relations Expert, Vice-President of the Greek Union for the Federation of Europe – EEnOE/ UEF Greece
———
"Συμφέρει την Ελλάδα μια «δυτική» Τουρκία ; " / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 11/11/2025
2025-11-11 23:09
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Τόσο η πρόσφατη συνάντηση των προέδρων ΗΠΑ και Τουρκίας στον Λευκό Οίκο και οι σχετικές δηλώσεις, όσο και οι συμφωνίες που επιτεύχθηκαν κατά τις επισκέψεις του Βρετανού πρωθυπουργού και του Γερμανού καγκελαρίου στην Άγκυρα, προκάλεσαν ευρύτερες συζητήσεις.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία αποτελεί τμήμα της «Δύσης». Αν και έχει πολλές και μεγάλες «ιδιαιτερότητες», ανήκει σε όλους τους δυτικούς θεσμούς και οργανισμούς. Μέλος του ΝΑΤΟ, μέλος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), συνδεδεμένη χώρα με την ΕΕ από την δεκαετία του '60, και επισήμως υποψήφια προς ένταξη σε αυτήν. Συμμετέχει ως πλήρες μέλος στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Μακρόν.
Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις της με ΗΠΑ και Ευρώπη είναι κομβικής σημασίας. Αφενός οι οικονομικές - εμπορικές σχέσεις, και αφετέρου οι σχέσεις στον τομέα της άμυνας, με στρατιωτικές βάσεις και εξοπλισμούς, είναι και θα παραμείνουν ανεπτυγμένες.
Ο Ταγίπ Ερντογάν, παρά την «ειδική σχέση» που διατηρεί με τον Πούτιν, κάνει το τελευταίο διάστημα μια συνολική επαναπροσέγγιση με την Δύση. Αυτό πράττει με την ΕΕ, προωθώντας την λεγόμενη «θετική ατζέντα» στις σχέσεις τους (δηλώσεις Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν), και βεβαίως με τις ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, παρά την δυσφορία της για την προμήθεια των ρωσικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία, δεν έχει αποφασίσει να αφήσει την Τουρκία να απομακρυνθεί από την Δύση. Κάτι τέτοιο θα ήταν μεγάλη αποτυχία για την εξωτερική πολιτική οποιασδήποτε αμερικανικής κυβέρνησης.
Η ΕΕ, παράλληλα με την ορθή κριτική της κυρίως για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατικών ελευθεριών, βλέπει την Τουρκία ως (μόνιμο) γείτονα, ανεξαρτήτως του ποιος είναι σήμερα στην ηγεσία της. Την αποκαλεί «βασικό εταίρο». Εκτιμά ότι η χώρα αυτή είναι περιφερειακή δύναμη με σημαντικό ρόλο στα πράγματα της περιοχής. Και επιθυμεί να οικοδομήσει μια συνολική, περιεκτική σχέση μαζί της, ώστε να την έχει κοντά της αλλά και να επηρεάζει την εξωτερική συμπεριφορά της και την εσωτερική πορεία της.
Το «κλειδί» για ελληνοτουρκικά και Κυπριακό είναι οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τουρκίας. Είναι σημαντικό να υπάρξει ένα πλέγμα δεσμευτικών σχέσεων και κοινών συμφερόντων μεταξύ των δύο πλευρών. Η «θετική ατζέντα» στις ευρω-τουρκικές σχέσεις μπορεί να είναι επωφελής για Ελλάδα και Κύπρο.
Αντί να σπαταλάμε «διπλωματικό κεφάλαιο» για να βάζουμε εμπόδια στην σύνδεση της Τουρκίας με ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (όπως έγινε με το Πρόγραμμα αμυντικών προμηθειών SAFE), τα οποία έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες παρακάμπτουν, η Ελλάδα μπορεί να θέσει -μέσα σε αυτό το «πακέτο»- τις ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό.
———
"Η Ευρώπη απέναντι στον τραμπισμό και την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr
2025-10-25 22:20"Η Ευρώπη απέναντι στον τραμπισμό και την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Δεξιά"
"ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr
Άρθρο των Θόδωρου Τσίκα και Μαρωβήτας Νικολαϊδου
www.ethnos.gr/opinions/article/385668/heyrophapenantistontrampismokaithneyropaikhrizospastikhdexia
———
Βρίσκονται οι ΗΠΑ στο χείλος εμφύλιου πολέμου; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
2025-09-19 10:08Βρίσκονται οι ΗΠΑ στο χείλος εμφύλιου πολέμου;
"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
www.metarithmisi.gr/content/briskontai-oi-epa-sto-kheilos-emphuliou-polemou
Στη δημόσια συζήτηση ο όρος "εμφύλιος πόλεμος" χρησιμοποιείται συχνά με ευκολία, όμως κάθε μορφή πολιτικής βίας ή κάθε τραγικό γεγονός δεν είναι προάγγελος εσωτερικής σύγκρουσης. Ένας εμφύλιος πόλεμος, σύμφωνα με τους κορυφαίους μελετητές, είναι μια κρατική ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και οργανωμένης εσωτερικής αντιπολίτευσης που οδηγεί σε τουλάχιστον 1.000 θανάτους σε πεδία μαχών.
Αυτό το όριο των θυμάτων είναι κρίσιμο: είναι αυτό που διαχωρίζει τον εμφύλιο πόλεμο από άλλες μορφές πολιτικής βίας, όπως η τρομοκρατία ή οι μεμονωμένες επιθέσεις. Επιπλέον, για να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο, πρέπει να υπάρχουν απώλειες και από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης. Διαφορετικά, πρόκειται για μονόπλευρη βία, που στην ακραία της εκδοχή μπορεί να εξελιχθεί σε γενοκτονία.
Επίσης, ο εμφύλιος πόλεμος προϋποθέτει ένα θεμελιώδες πολιτικό διακύβευμα: μια ασυμβατότητα σχετικά με την εξουσία ή την επικράτεια μεταξύ κυβέρνησης και ομάδας οργανωμένης αντιπολίτευσης.
Χωρίς τα παραπάνω χαρακτηριστικά μιλάμε απλώς για πολιτική βία – φαινόμενο που, όπως γνωρίζουμε, είναι διαχρονικό στην αμερικανική Ιστορία. Ακόμη και συγκλονιστικά γεγονότα, όπως η δολοφονία του Charlie Kirk , όσο δραματικά κι αν είναι, δεν επαρκούν από μόνα τους για να μιλήσουμε για εμφύλιο πόλεμο.
Τι πυροδοτεί έναν εμφύλιο πόλεμο;
Παρά τη διάχυτη εντύπωση ότι η πολιτική πόλωση ή η ιδεολογική αντιπαράθεση αποτελούν τους βασικούς καταλύτες ενός εμφυλίου, η έρευνα δείχνει ότι χρειάζεται να ισχύουν κάποιες από τις εξής προϋποθέσεις και δομικές αδυναμίες: χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αδύναμη ή ανίσχυρη κεντρική κυβέρνηση, ύπαρξη ασφαλών καταφυγίων –όπως ορεινές ή δυσπρόσιτες περιοχές όπου μπορούν να επιχειρούν αντάρτες– και πρόσβαση σε εκμεταλλεύσιμους φυσικούς πόρους.
Συχνά απαιτείται και ένας κύκλος καταστολής και αντίδρασης: η κρατική βία οδηγεί σε μαζικές διαμαρτυρίες, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις κλιμακώνονται σε ένοπλη εξέγερση. Ακόμη κι έτσι, όμως, οι περισσότερες κρίσεις καταλήγουν σε κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας , όχι σε πόλεμο.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο στοιχείο της αμερικανικής περίπτωσης:
Οι ΗΠΑ δεν είναι αδύναμο κράτος ούτε οικονομία σε κατάρρευση. Η θεσμική τους αρχιτεκτονική βασίζεται σε ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών που σχεδιάστηκε από τους Ιδρυτές με σκοπό να αποτρέψει την αυθαιρεσία, είτε προερχόμενη από το Κογκρέσο είτε από την εκτελεστική εξουσία.
Οι Ιδρυτές υποπτεύονταν τόσο την εκτελεστική αυθαιρεσία όσο και την «τυραννία της νομοθετικής εξουσίας». Η αρχιτεκτονική του Συντάγματος προϋποθέτει ότι κάθε λειτουργία θα προστατεύει τα όρια και τα προνόμιά της. Όταν όμως η κομματική πόλωση υπερκαλύπτει τον θεσμικό ρόλο, οι έλεγχοι ατονούν και η εξουσία τείνει να μετατοπίζεται προς το εκτελεστικό σκέλος.
Σήμερα, η εκτελεστική εξουσία διαθέτει περισσότερα από 120 νομοθετικά εργαλεία «έκτακτης ανάγκης» που της επιτρέπουν να επιβάλει δασμούς, να αναστέλλει εμπορικές συμφωνίες, να ρυθμίζει την τεχνολογία και να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική έγκριση. Το αποτέλεσμα είναι ότι κρίσιμες πολιτικές μάχες διεξάγονται όλο και περισσότερο στα δικαστήρια, όχι στους δρόμους.
Η πολιτική βία στις ΗΠΑ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια χώρα που από τη γέννησή της γνώρισε ανά περιόδους ξεσπάσματα πολιτικής βίας. Από την «εξέγερση του ουίσκι» το 1791, το «αιματοβαμμένο Κάνσας» πριν τον Εμφύλιο , μέχρι τα κύματα τρομοκρατικών επιθέσεων των αναρχικών στις αρχές του 20ού αιώνα, η αμερικανική ιστορία είναι γεμάτη στιγμές όπου η πολιτική αντιπαράθεση πήρε βίαιη μορφή.
Ο ίδιος ο Εμφύλιος Πόλεμος του 1861–1865 αποτελεί ακραίο ιστορικό παράδειγμα: μια αποσχιστική σύγκρουση μεγάλης κλίμακας, με μαζικές στρατιωτικές αποστασίες, εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τελική νίκη του Βορρά – μια έκβαση που, σύμφωνα με τις μελέτες, είναι η συνηθέστερη στους εμφυλίους πολέμους. Η περίοδος της Ανασυγκρότησης που ακολούθησε δεν έφερε αμέσως ειρήνη· αντίθετα, πολιτική και φυλετική βία συνέχισαν να μαστίζουν τον Νότο, με στοχοποίηση Ρεπουμπλικανών και των πρόσφατα απελευθερωμένων Αφροαμερικανών.
Η δεκαετία του 1960 και οι αρχές του 1970 αποτελούν ακόμη ένα κομβικό παράδειγμα: καθημερινές συγκρούσεις σε πανεπιστημιουπόλεις, η βομβιστική επίθεση στο Καπιτώλιο από την Weather Underground (εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση), αλλά και οι εμβληματικές πολιτικές δολοφονίες του John F. Kennedy, του Martin Luther King Jr. και του Robert F. Kennedy .
Ίσως όμως η περίοδος που μοιάζει περισσότερο με τη σημερινή να είναι οι αρχές του 20ού αιώνα: τότε, οι ΗΠΑ γνώρισαν τρομοκρατικές ενέργειες αναρχικών, όπως η βομβιστική επίθεση στη Wall Street το 1920 που σκότωσε 38 ανθρώπους, η δολοφονία του Προέδρου William McKinley το 1901, καθώς και κύματα βομβιστικών επιθέσεων κατά βιομηχάνων. Παράλληλα, η χώρα αντιμετώπισε αναβίωση της Κου Κλουξ Κλαν και μαζικές κρατικές επιχειρήσεις καταστολής όπως οι Επιχειρήσεις Palmer και ο Πρώτος Κόκκινoς Τρόμος.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι όλες αυτές οι περίοδοι χαρακτηρίζονταν από υψηλότερα επίπεδα βίας και πόλωσης από ό,τι η σημερινή εποχή – χωρίς όμως να οδηγήσουν σε εμφύλιο πόλεμο. Η ιστορία δείχνει ότι η αμερικανική δημοκρατία έχει αντέξει πολύ πιο ακραίες κρίσεις χωρίς να διαρραγεί.
Ο φόβος του αμερικανικού εμφυλίου
Ακόμη κι αν η επιστημονική βιβλιογραφία απορρίπτει την ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο χείλος εμφυλίου, οι φόβοι μπορεί να αποκτήσουν δική τους δυναμική. Η έντονη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και η συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η εντύπωση δεν αντικατοπτρίζει την πλειοψηφία της κοινής γνώμης.
Εθνική έρευνα του 2023 κατέγραψε ότι μόλις το 5,7% των Αμερικανών συμφωνεί έντονα ή πολύ έντονα με τη δήλωση ότι «θα υπάρξει εμφύλιος πόλεμος τα επόμενα λίγα χρόνια». Ακόμη λιγότεροι –μόνο το 3,8%– πιστεύουν ότι «ένας εμφύλιος πόλεμος είναι αναγκαίος για να μπει τάξη». Με απλά λόγια, η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών ούτε περιμένει ούτε επιθυμεί μια τέτοια εξέλιξη. Η ίδια έρευνα επαναλήφθηκε το 2024, επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα.
Αυτό το χάσμα μεταξύ διαδικτυακής ρητορικής και πραγματικών στάσεων δείχνει ότι η «κρίση» που συζητείται στα media είναι σε μεγάλο βαθμό επικοινωνιακό φαινόμενο – όχι μια υπαρξιακή απειλή που αντανακλάται στην κοινωνία.
Στην πραγματικότητα, η «μάχη» διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό στις αίθουσες δικαστηρίων. Το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει για την ερμηνεία της εκτελεστικής εξουσίας, την απομάκρυνση αξιωματούχων ανεξάρτητων αρχών, τα όρια των εκτελεστικών διαταγμάτων και την κανονιστική εξουσία των υπηρεσιών.
Κάθε απόφαση ανακατανέμει ισχύ ανάμεσα σε Πρόεδρο και Κογκρέσο, καθορίζοντας την ισορροπία της δημοκρατίας χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.
Όχι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου
Το πραγματικό ρίσκο σήμερα δεν είναι ένας νέος εμφύλιος πόλεμος, αλλά η αύξηση μεμονωμένων πράξεων βίας που ενισχύονται από τα social media και διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή. Παρά την έντονη πόλωση, η αμερικανική κοινωνία δεν βρίσκεται στα πρόθυρα εμφυλίου.
Η πρόκληση είναι θεσμική: κάθε κρίση ενισχύει τις εξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός μοντέλου «προεδρικής κυβέρνησης» με αδύναμα αντίβαρα. Ο διάλογος, η θεσμική αντιπαράθεση και η ειρηνική διαφωνία εξακολουθούν ως ένα βαθμό να αποτελούν τον πυρήνα του «αμερικανικού πειράματος».
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ ------- **Η Μαρωβήτα Νικολαΐδου είναι Επικοινωνιολόγος-Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
———
"Η Γαλλία αναζητά συναινέσεις"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 11/9/2025
2025-09-11 15:46Η Γαλλία αναζητά συναινέσεις
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One Voice", 11/9/2025
1voice.gr/i-gallia-anazita-synaineseis/
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Το μεγάλο χρέος και το σοβαρό έλλειμμα της γαλλικής οικονομίας έφτασαν σε σημείο μη επιστροφής. Οι αγορές δείχνουν την ανησυχία τους, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού της χώρας πάνω από αυτό της Ελλάδας και της Ιταλίας. Όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι πρέπει να ληφθούν κάποια μέτρα. Διαφωνούν όμως για το μείγμα.
Στην κατακερματισμένη γαλλική Εθνοσυνέλευση (Βουλή) δεν αρκούν μόνο οι δυνάμεις του κεντρώου συνασπισμού γύρω από τον πρόεδρο Μακρόν, και αυτών της συντηρητικής Δεξιάς με την παράδοση του Ντε Γκωλ και του Σαρκοζύ, για να στηριχθεί η νέα κυβέρνηση και ένας προϋπολογισμός διεξόδου από την κρίση.
Ο ένας βραχίονας της εκτελεστικής εξουσίας, με πολλές εξουσίες, ο Πρόεδρος, παραμένει. Αυτός διόρισε τον νέο πρωθυπουργό. Ο νέος πρωθυπουργός και η νέα κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένοι στο γαλλικό πολιτικό σύστημα να ζητήσουν ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή. Πρέπει όμως να μην ανατραπούν από πρόταση μομφής της αντιπολίτευσης και φυσικά να περνάνε κάποια νομοσχέδια και βεβαίως τον Προϋπολογισμό.
Άρα ο νέος πρωθυπουργός, θα πρέπει να αναζητήσει την ανοχή -αν όχι την στήριξη- και των σοσιαλιστών. Αυτό βέβαια θα σημαίνει και πλήρη ρήξη των τελευταίων με τη λαϊκιστική Αριστερά του Μελανσόν. Η “κυβερνητική υπευθυνότητα” δεν μπορεί να συνδυαστεί με συνεχείς διαμαρτυρίες, είτε από ορισμένες δυνάμεις της Αριστεράς, είτε από την ακροδεξιά της Λεπέν.
Προσφάτως ο ηγέτης των σοσιαλιστών δήλωσε: “Είμαστε έτοιμοι να κυβερνήσουμε”. Και για να δείξουν την ετοιμότητα τους, οι σοσιαλιστές πρότειναν ένα δικό τους πακέτο μεταρρυθμίσεων και περικοπών, ως λύση του οικονομικού προβλήματος. Βέβαια αυτό είναι το μισό (περίπου 22 δισ.) σε σχέση με αυτό που πρότεινε ο παραιτηθείς πρωθυπουργός Μπαϊρού (περίπου 44 δισ.). Δείχνει όμως την διάθεση των σοσιαλιστών να εμπλακούν σοβαρά σε διαπραγματεύσεις.
O Σεμπαστιάν Λεκορνύ, που επελέγη για την πρωθυπουργία, υπήρξε βασικός υπουργός, έχει επιβιώσει όλων των ανασχηματισμών και βρίσκεται πολύ κοντά στον Μακρόν. Στόχος του Προέδρου είναι αυτή η κυβέρνηση (ή και κάποια άλλη) να προχωρήσει, χωρίς να χρειαστεί να πάει σε βουλευτικές εκλογές μέχρι το 2027 που είναι προγραμματισμένες οι προεδρικές, ώστε αυτές να γίνουν ταυτόχρονα.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας -Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
Ο Πούτιν προκαλεί, η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI News
2025-09-11 15:05Ο Πούτιν προκαλεί, η Ευρώπη πρέπει να ανασυνταχθεί
ANATROPI News
Τα ρωσικά χτυπήματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (κατασκευής του Ιράν) στην Πολωνία, δείχνουν ότι ο Πούτιν θέλει να δοκιμάσει τα όρια των ευρωπαϊκών χωρών και να αξιοποιήσει την απόσταση μεταξύ του Τραμπ και της Ευρώπης.
Η αμφιθυμία που έχει δείξει ο Αμερικανός πρόεδρος ως προς την υλοποίηση των δεσμεύσεων των ΗΠΑ προς τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, η διακηρυγμένη θέση του για μείωση των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, η επιδίωξη του για αμερικανο-ρωσική οικονομική, εμπορική και ενεργειακή συμφωνία, ακόμα και σε βάρος της Ουκρανίας, έχουν ενθαρρύνει το αυταρχικό καθεστώς Πούτιν στα επεκτατικά σχέδια του.
Ο στόχος της “Μεγάλης Ρωσίας”, η ανασύσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας, η διαμόρφωση μιας ευρείας ζώνης επιρροής της Μόσχας με κράτη-δορυφόρους γύρω της, αποτελεί συνεκτική ουσία για την ρωσική ηγετική ομάδα. Επενδύει σε αυτόν μακροπρόθεσμα και επιβιώνει από αυτόν. Δεν εξαντλείται μόνο στην Ουκρανία και η υλοποίηση του θα συνεχιστεί και μετά την όποια “διευθέτηση” της ουκρανικής κρίσης, όποτε κι αν αυτή επιτευχθεί.
Το καλύτερη αντιμετώπιση είναι η συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας, και η επιβολή νέων κυρώσεων, όπως η επιβολή δασμών στα ρωσικά προϊόντα και κυρώσεων στις χώρες που συνεχίζουν να αγοράζουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο από τη Ρωσία, χρηματοδοτώντας έτσι την ρωσική πολεμική μηχανή. Μόνο έτσι θα υποχρεωθεί κάποια στιγμή ο Πούτιν να έρθει σε σοβαρή διαπραγμάτευση και θα δοθεί στην Ουκρανία δυνατότητα να διαπραγματευθεί με αξιοπρέπεια και να μην οδηγηθεί σε παράδοση και υποταγή.
Η συμμετοχή των ΗΠΑ στα παραπάνω μέτρα θα ήταν σημαντική. Ήδη αυτά προβλέπονται σε σχέδιο νόμου που έχει ετοιμαστεί από Αμερικανούς βουλευτές και γερουσιαστές. Αν όμως ο Τραμπ θελήσει να αγνοήσει την ανάγκη να στηριχτεί η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα μιας χώρας, τότε η Ευρώπη θα χρειαστεί να το κάνει μόνη της.
Σε αυτό το πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμμάχους: τη Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα. Αυτές οι χώρες βλέπουν τη συμμαχία των αυταρχικών ηγετών και των επεκτατικών καθεστώτων να διαμορφώνεται: Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Βόρεια Κορέα.
Η αλήθεια είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη να αναδειχθεί σε μια γεωπολιτική δύναμη και έχει αρχίσει -έστω και αργοπορημένα- να κάνει βήματα προς την κατεύθυνση αυτή. Η προσπάθεια να δημιουργηθεί κοινό σύστημα αμυντικών προμηθειών και η συγκρότηση κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας είναι οι πρώτες πράξεις. Δεν επαρκούν όμως και κυρίως πρέπει να επιταχυνθούν.
Η κοινή ευρωπαϊκή Άμυνα δεν πρέπει να είναι απλώς το άθροισμα των επιμέρους αμυντικών συστημάτων των κρατών-μελών της Ε.Ε. Πρέπει να υπάρξει κοινός ευρωπαϊκός αμυντικός σχεδιασμός, συμφωνία στο πώς θα αξιοποιηθούν οι νέες στρατιωτικές δυνατότητες, ποιοι είναι οι στόχοι και ποιες οι απειλές και βεβαίως κάτι σαν ευρωπαϊκό Γενικό Επιτελείο. Με λίγα λόγια, ενιαία πολιτική-στρατιωτική διοίκηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Η βασική προϋπόθεση για να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ισχυρή διεθνής δύναμη, είναι να αποκτήσει πραγματικά Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας. Αυτή όμως δεν θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί όσο συνεχίζεται το σημερινό σύστημα λήψης αποφάσεων που απαιτεί ομοφωνία. Δεν μπορεί μόνο μία χώρα, όπως κάνει συστηματικά η Ουγγαρία του Όρμπαν, να έχει τη δυνατότητα να μπλοκάρει τις πρωτοβουλίες των άλλων κρατών-μελών. Ένα πιο ευέλικτο σύστημα αποφάσεων που θα μπορούν να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, είναι αναγκαίο.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
Το καλώδιο δεν προχωρά χωρίς οριοθέτηση ή συνεννόηση / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr
2025-09-09 11:12"ΕΘΝΟΣ"- ethnos.gr , 9/9/2025
www.ethnos.gr/opinions/article/380223/tokalodiodenproxoraxorisoriothethshhsynennohsh
Το καλώδιο δεν προχωρά χωρίς οριοθέτηση ή συνεννόηση
———
"Είμαστε μακριά από ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ Εφημερίδα "Κυριακάτικη KONTRA", 24/8/2025
2025-08-24 12:54Εφημερίδα "Κυριακάτικη KONTRA", 24/8/2025
Είμαστε μακριά από ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
1. Ακόμα και αυτή την στιγμή, υπάρχουν πλευρές των συζητήσεων για την Ουκρανία που δεν γνωρίζουμε. Αλλά και αν τις γνωρίζαμε, δεν είναι βέβαιο πώς θα εξελιχθούν. Πολλά ζητήματα έχουν μείνει ασαφή, όπως η ακριβής μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία και φυσικά οι διάφορες εκδοχές των εδαφικών “διευθετήσεων”.
2. Έχουμε μπει σε μια διαδικασία διερεύνησης κατά πόσο μπορεί να γίνει πρώτα μια διμερής συνάντηση Ρωσίας- Ουκρανίας και μετά μια τριμερής Ρωσίας-Ουκρανίας-ΗΠΑ. Επιδίωξη είναι να γίνουν αυτές οι συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών. Ωστόσο, ακόμη από τη ρωσική πλευρά δεν έχουμε ρητή συγκατάθεση. Έχουμε απλώς μια διατύπωση ότι θα συζητηθεί η αναβάθμιση του επιπέδου της συνάντησης μεταξύ ρωσικής και ουκρανικής αντιπροσωπείας. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Πούτιν θα θέλει να συναντήσει τον Ζελένσκι (μάλλον το αντίθετο).
3. Είμαστε μακριά από μια ειρηνευτική συμφωνία, καθώς οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Και δεν αποκλείεται σε δύο με τρεις εβδομάδες να βρεθούμε και πάλι σε αδιέξοδο. Άλλωστε ο Πούτιν δεν βιάζεται για συμφωνία, διότι θεωρεί πως έχει περιθώρια στο στρατιωτικό πεδίο και άρα θέλει να κερδίσει χρόνο.
4. Στην Αλάσκα ο Τραμπ απέφυγε να πάρει αποφάσεις μόνος του με τον Πούτιν, αγνοώντας την Ουκρανία. Και αυτό επιτεύχθηκε με την παρέμβαση των Ευρωπαίων. Αλλά και το γεγονός ότι ο Τραμπ κάλεσε τους Ευρωπαίους για συναπόφαση, είναι σημαντικό. Μπορεί να μην τους θεωρεί ισοϋψείς, αλλά δείχνει ότι τους έχει ανάγκη: Πρώτον, διότι εκείνοι κατά βάση θα υλοποιήσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία και, δεύτερον, γιατί θα αναλάβουν ένα σημαντικό οικονομικό βάρος της ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον πόλεμο.
5. Η παρουσία των Ευρωπαίων στον Λευκό Οίκο έδωσε στον Ζελένσκι και στην Ουκρανία μια μεγάλη στήριξη. Έδειξε πως η Ουκρανία δεν είναι μόνη της. Οι Ευρωπαίοι ουσιαστικά λειτούργησαν σαν “μαξιλαράκι’’ έναντι μιας πιθανής πίεσης του Τραμπ προς τον Ζελένσκι να υποχωρήσει. Και αυτό -σε ένα βαθμό- λειτούργησε.
6. Η παρέμβαση των Ευρωπαίων ήταν πάρα πολύ συντονισμένη και καλοκουρδισμένη. Έχει μετριάσει την πίεση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι και τον απέτρεψε να κάνει κινήσεις σε βάρος της Ουκρανίας. Η Ευρώπη διεκδίκησε τη θέση της σε ένα θέμα, όπως το ουκρανικό, που είναι πρωτίστως θέμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
7. Από τις συνομιλίες στην Ουάσινγκτον οι Ευρωπαίοι είναι κερδισμένοι. Επανέρχονται ως αποφασιστικός παράγοντας για την επίλυση της κρίσης στη Ουκρανία, ενώ και ο Ζελένσκι είναι σε καλύτερη θέση, σχετικά με εκείνη στην οποία βρισκόταν μετά την συνάντηση της Αλάσκα. Εμφανίστηκε να έχει καλές σχέσεις με τον Τραμπ, έχοντας την υποστήριξη της Ευρώπης. Έχει πλέον άλλον “αέρα”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει δυσκολίες μπροστά του.
8. Από την στιγμή που ο Τραμπ αποκλείει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, η Ουκρανία ζητάει ενισχυμένες εγγυήσεις, ότι δεν θα δεχθεί στο μέλλον νέα επίθεση από τη Ρωσία. Τα μέλη της “Συμμαχίας των προθύμων”, είναι διατεθειμένα να στείλουν στρατεύματα και παρατηρητές που να εγγυώνται την όποια συμφωνία. Ζητούν όμως στις εγγυήσεις αυτές να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι μόνο τότε θα είναι σίγουρο πως θα τις σεβαστεί ο Πούτιν. Συζητείται, όχι η παρουσία Αμερικανών στρατιωτών στο ουκρανικό έδαφος, αλλά η αμερικανική αεροπορική και πυραυλική κάλυψη των ευρωπαϊκών δυνάμεων που θα βρίσκονται εκεί. Είναι κάτι που για πρώτη φορά ο Τραμπ δήλωσε ότι δέχεται.
9. Οι συζητήσεις για το εδαφικό ζήτημα δεν πρέπει -πάση θυσία- να φτάσουν στο σημείο διπλωματικής, νομικής, διεθνούς “αναγνώρισης” των κατεχόμενων από τη Ρωσία περιοχών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή όλων των διεθνών κανόνων και ρυθμίσεων περί σεβασμού στην εδαφική ακεραιότητα των κρατών και μη αποδοχής της δια της βίας μονομερούς αλλαγής των συνόρων τους. Και φυσικά θα άνοιγε τον δρόμο για ανάλογες ενέργειες από αυταρχικούς ηγέτες και επεκτατικά καθεστώτα..
10. Όποια μορφή κι αν λάβει μια παύση εχθροπραξιών, το ζήτημα της Ουκρανίας και του μετα-σοβιετικού χώρου θα συνεχίσει να μας απασχολεί για πολλά χρόνια ακόμα. Κυρίαρχη ιδεολογία του αυταρχικού καθεστώτος Πούτιν είναι η ανασύσταση της ρωσικής αυτοκρατορίας. Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκει, είτε την κατάληψη εδαφών από κράτη που ανήκαν στην αυτοκρατορία, είτε την “δορυφοροποίηση” των χωρών αυτών, μέσω του ελέγχου της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής τους από το ίδιο.
11. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να ενισχύσει την αμυντική συγκρότηση της και να επιταχύνει την διαμόρφωση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αλλάξει ο κανόνας της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων. Δεν μπορεί μόνο μία χώρα, όπως κάνει ο Όρμπαν της Ουγγαρίας, να μπορεί να μπλοκάρει με “βέτο” τις πρωτοβουλίες των υπολοίπων.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
"Οι Ευρωπαίοι αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα"/ Άρθρο στην εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 23/8/2025
2025-08-23 13:05Εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ", 23/8/2025
Οι Ευρωπαίοι αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Ακόμα και αυτή την στιγμή, υπάρχουν πλευρές των συζητήσεων για την Ουκρανία που δεν γνωρίζουμε. Αλλά και αν τις γνωρίζαμε, δεν είναι βέβαιο πώς θα εξελιχθούν. Πολλά ζητήματα έχουν μείνει ασαφή, όπως η ακριβής μορφή των εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία και φυσικά οι διάφορες εκδοχές των εδαφικών “διευθετήσεων”.
Έχουμε μπει σε μια διαδικασία διερεύνησης κατά πόσο μπορεί να γίνει πρώτα μια διμερής συνάντηση Ρωσίας- Ουκρανίας και μετά μια τριμερής Ρωσίας-Ουκρανίας-ΗΠΑ. Επιδίωξη είναι να γίνουν αυτές οι συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών. Ωστόσο, ακόμη από τη ρωσική πλευρά δεν έχουμε ρητή συγκατάθεση. Έχουμε απλώς μια διατύπωση ότι θα συζητηθεί η αναβάθμιση του επιπέδου της συνάντησης μεταξύ ρωσικής και ουκρανικής αντιπροσωπείας. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο Πούτιν θα θέλει να συναντήσει τον Ζελένσκι (μάλλον το αντίθετο).
Είμαστε μακριά από μια ειρηνευτική συμφωνία, καθώς οι θέσεις των δύο πλευρών εξακολουθούν να απέχουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Και δεν αποκλείεται σε δύο με τρεις εβδομάδες να βρεθούμε και πάλι σε αδιέξοδο. Άλλωστε ο Πούτιν δεν βιάζεται για συμφωνία, διότι θεωρεί πως έχει περιθώρια στο στρατιωτικό πεδίο και άρα θέλει να κερδίσει χρόνο.
Στην Αλάσκα ο Τραμπ απέφυγε να πάρει αποφάσεις μόνος του με τον Πούτιν, αγνοώντας την Ουκρανία. Και αυτό επιτεύχθηκε με την παρέμβαση των Ευρωπαίων. Αλλά και το γεγονός ότι ο Τραμπ κάλεσε τους Ευρωπαίους για συναπόφαση, είναι σημαντικό. Μπορεί να μην τους θεωρεί ισοϋψείς, αλλά δείχνει ότι τους έχει ανάγκη: Πρώτον, διότι εκείνοι κατά βάση θα υλοποιήσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας προς την Ουκρανία και, δεύτερον, γιατί θα αναλάβουν ένα σημαντικό οικονομικό βάρος της ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον πόλεμο.
Η παρουσία των Ευρωπαίων στον Λευκό Οίκο έδωσε στον Ζελένσκι και στην Ουκρανία μια μεγάλη στήριξη. Έδειξε πως η Ουκρανία δεν είναι μόνη της. Οι Ευρωπαίοι ουσιαστικά λειτούργησαν σαν “μαξιλαράκι’’ έναντι μιας πιθανής πίεσης του Τραμπ προς τον Ζελένσκι να υποχωρήσει. Και αυτό -σε ένα βαθμό- λειτούργησε.
Η παρέμβαση των Ευρωπαίων ήταν πάρα πολύ συντονισμένη και καλοκουρδισμένη. Έχει μετριάσει την πίεση του Τραμπ προς τον Ζελένσκι και τον απέτρεψε να κάνει κινήσεις σε βάρος της Ουκρανίας. Η Ευρώπη διεκδίκησε τη θέση της σε ένα θέμα, όπως το ουκρανικό, που είναι πρωτίστως θέμα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και έθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Από τις συνομιλίες στην Ουάσινγκτον οι Ευρωπαίοι είναι κερδισμένοι. Επανέρχονται ως αποφασιστικός παράγοντας για την επίλυση της κρίσης στη Ουκρανία, ενώ και ο Ζελένσκι είναι σε καλύτερη θέση, σχετικά με εκείνη στην οποία βρισκόταν μετά την συνάντηση της Αλάσκα. Εμφανίστηκε να έχει καλές σχέσεις με τον Τραμπ, έχοντας την υποστήριξη της Ευρώπης. Έχει πλέον άλλον “αέρα”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει δυσκολίες μπροστά του.
* Πολιτικού Επιστήμονα - διεθνολόγου, αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
"Ο Πούτιν κερδίζει χρόνο και ο Τραμπ ... συζητάει"/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
2025-08-16 16:49"Ο Πούτιν κερδίζει χρόνο και ο Τραμπ ... συζητάει"
"ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
www.metarithmisi.gr/content/o-poutin-kerdizei-khrono-kai-o-tramp-suzetaei
Με την συνάντηση στην Αλάσκα, ο Πούτιν μπορεί πλέον να συνεχίσει την επίθεση κατά της Ουκρανίας, μέσω της οποίας θεωρεί ότι μπορεί να έχει επιπλέον εδαφικά κέρδη τουλάχιστον μέχρι την έλευση του χειμώνα. Επίσης για μια ακόμα φορά ξεφεύγει από τις επιπλέον κυρώσεις, με τις οποίες τον απειλούσε ο Τραμπ. Πολύ περισσότερο που αυτές οι κυρώσεις αφορούσαν μεταξύ άλλων την Κίνα και την Ινδία που αγοράζουν πετρέλαιο από την Ρωσία, και οι οποίες θα πίεζαν πολύ τον Πούτιν να κάνει υποχωρήσεις για να μην επιβαρυνθούν οι ίδιες.
Ο Τραμπ φαίνεται ότι ήλπιζε πως ο Πούτιν θα δεχόταν κάτι “μικρό”, ώστε να μπορεί να ανακοινώσει κάποια χειροπιαστή εκεχειρία. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια -έστω μερική- αεροπορική εκεχειρία, να μην γίνονται δηλαδή χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και σε κατοικημένες περιοχές. Ο,τιδήποτε και να ήταν αυτό που ανέμενε, φαίνεται ότι ο Πούτιν ζήταγε δυσανάλογα ανταλλάγματα τα οποία δεν μπορούσε να παράσχει μόνος του ο Τραμπ, χωρίς την έγκριση της ουκρανικής ηγεσίας και την αποδοχή των βασικών Ευρωπαίων εταίρων του.
Κρίθηκε λοιπόν αναγκαίο να μεταβεί ο ίδιος ο Ζελένσκι στην Ουάσιγκτον, ώστε να η συζήτηση να γίνει ενώπιος ενωπίω και όχι μόνο μέσω τηλεδιάσκεψης. Από την άλλη, η Ουκρανία μπορεί να αισθάνεται ανακουφισμένη, καθώς δεν ελήφθησαν αποφάσεις ερήμην της, που δεν θα ήταν εύκολο να ανατραπούν. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η παρέμβαση Ευρωπαίων ηγετών, κυρίως της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Βρετανίας.
Υπό αυτή την έννοια η Ευρώπη έπαιξε σημαντικό ρόλο, παρά τα όσα λέγονται για αδυναμία παρέμβασης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν έχει πολλά βήματα να κάνει ακόμα, προς την κατεύθυνση της εμβάθυνσης και επιτάχυνσης της πολιτικής ενοποίησης και της αμυντικής συγκρότησης της.
Είναι προφανές ότι θα μπούμε σε νέα φάση διαβουλεύσεων, οι οποίες θα είναι σύνθετες και περίπλοκες. Σε αυτές δύο θα είναι τα κύρια θέματα:
Πρώτον, οι συζητήσεις για το εδαφικό ζήτημα που όμως -πάση θυσία- δεν πρέπει να φτάσουν στο σημείο διπλωματικής, νομικής, διεθνούς “αναγνώρισης” των κατεχόμενων από τη Ρωσία περιοχών. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε πλήρη ανατροπή όλων των διεθνών κανόνων και ρυθμίσεων περί σεβασμού στην εδαφική ακεραιότητα των κρατών και μη αποδοχής της δια της βίας μονομερούς αλλαγής των συνόρων τους. Και φυσικά θα άνοιγε τον δρόμο για ανάλογες ενέργειες από αυταρχικούς ηγέτες και επεκτατικά καθεστώτα.
Δεύτερον, οι μελλοντικές εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία και τήρησης των συμφωνηθέντων. Από την στιγμή που ο Τραμπ αποκλείει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ (άρα θα βάλει “βέτο” σε οποιαδήποτε σχετική πρόταση), η Ουκρανία ζητάει ενισχυμένες εγγυήσεις, ότι δεν θα δεχθεί στο μέλλον νέα επίθεση από τη Ρωσία. Τα ευρωπαϊκά κράτη, μέλη της “συμμαχίας των προθύμων”, είναι διατεθειμένα να στείλουν στρατεύματα και παρατηρητές που να εγγυώνται την όποια συμφωνία (κατάπαυση πυρός, εκεχειρία, ειρηνευτική κ.α.)
Ζητούν όμως στις εγγυήσεις αυτές να συμμετάσχουν οι ΗΠΑ, καθώς θεωρούν ότι μόνο τότε θα είναι σίγουρο πως θα τις σεβαστεί ο Πούτιν και δεν θα επιχειρήσει εναντίον τους. Συζητείται, όχι η παρουσία Αμερικανών στρατιωτών στο ουκρανικό έδαφος, αλλά η αμερικανική αεροπορική και πυραυλική κάλυψη των ευρωπαϊκών δυνάμεων που θα βρίσκονται εκεί. Είναι κάτι που -έστω γενικόλογα- άφησε να εννοηθεί ότι το συζητά για πρώτη φορά ο Τραμπ, πριν την συνάντηση του με τον Πούτιν.
———
Εμπλοκή με τις ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 12/8/2025
2025-08-14 09:55Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ , 12/8/2025
Εμπλοκή με τις ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ
Η διπλωματική ένταση που παρουσιάζεται το τελευταίο διάστημα με τις χρήσεις θαλασσίων ζωνών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, Ελλάδας-Λιβύης, Ελλάδας-Αιγύπτου, Αιγύπτου-Λιβύης, Τουρκίας-Κύπρου κ.α., αναδεικνύει ένα ήδη υπάρχον ζήτημα, το οποίο δημιουργεί σοβαρή εμπλοκή.
Από την στιγμή που δεν έχει γίνει οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, καθίστανται προβληματικές άλλες πράξεις, σχετικές με έρευνες, εκμετάλλευση, ενεργειακές συνδέσεις (καλώδια, αγωγοί) κλπ. Και αυτό, διότι ιδιαιτέρως στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν αλληλεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις από διάφορες χώρες, για δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης στα διεθνή ύδατα.
Οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και δημιουργία Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-ΑΟΖ στα διεθνή ύδατα δεν μπορούν να γίνουν μονομερώς. Δεν μπορεί μία χώρα να τα υλοποιήσει μόνη της. Απαιτείται πάντα συμφωνία με το κράτος το οποίο έχει απέναντι ή διπλανές ακτές. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, μοναδική εναλλακτική λύση είναι δικαστική προσφυγή, π.χ. στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η Ελλάδα έχει ΑΟΖ μόνο σε δύο περιοχές, μετά από συμφωνίες που έκανε: με την Ιταλία στο Ιόνιο, και μόνο μερικώς με την Αίγυπτο (δηλαδή σε περιορισμένο τμήμα των υδάτων μεταξύ τους, που δεν καλύπτει την περιοχή ανατολικά-νοτιοανατολικά της Ρόδου). Εκκρεμούν οριοθετήσεις με Τουρκία, Αίγυπτο (για την υπόλοιπη περιοχή), Λιβύη και Αλβανία.
Μέχρι να πραγματοποιηθούν, τα διεθνή ύδατα -μεταξύ Ελλάδας και των χωρών αυτών- συνεχίζουν να έχουν το σημερινό καθεστώς. Κανένα κράτος δεν μπορεί να προχωρήσει σε οικονομική εκμετάλλευση. Δυστυχώς, μέσα στην αγωνία τους να προκαταλάβουν μελλοντικές διαπραγματεύσεις, πολλές χώρες σπεύδουν να καταθέσουν δηλώσεις και χάρτες με υπερβολικές και μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις.
Αυτό έγινε με τη θεωρία της “Γαλάζιας Πατρίδας” της Τουρκίας, πάνω στην οποία βασίστηκε το καταχρηστικό τουρκο-λιβυκό μνημόνιο. Επίσης, τα όρια των θαλάσσιων οικοπέδων που προκήρυξε για έρευνες η Ελλάδα νότια- νοτιοδυτικά της Κρήτης, ορίστηκαν μονομερώς, αφού δεν υπάρχει συμφωνία με τη Λιβύη. Αυτό ήταν η αφορμή για τις ρηματικές διακοινώσεις της Λιβύης στον ΟΗΕ.
Εξάλλου, τα όρια θαλασσίων πάρκων στο Αιγαίο που ανακοίνωσε η Ελλάδα, είναι μέσα στα χωρικά ύδατα της, όπως έχει απόλυτο δικαίωμα. Όμως, στον ελληνικό Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό-ΘΧΣ που προηγήθηκε, περικλείεται μεγάλη έκταση διεθνών υδάτων. Αυτό προκάλεσε αντιδράσεις -όχι μόνο από την Τουρκία, αλλά και από την Αίγυπτο προσφάτως. Η Αίγυπτος δεν αμφισβητεί μόνον τα εικαζόμενα “δυνητικά όρια” του ελληνικού ΘΧΣ ανατολικά της Κρήτης, αλλά και σημεία “συνάντησης” τους με τις θαλάσσιες ζώνες της Λιβύης.
Η Τουρκία απάντησε με δικά της θαλάσσια πάρκα, που περιλαμβάνουν και διεθνή ύδατα. Γι' αυτό διαμαρτυρήθηκε με τη σειρά της η Ελλάδα. Από την άλλη, μεταξύ Τουρκίας και Κύπρου δεν έχει συμφωνηθεί ΑΟΖ, καθώς οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις λόγω του άλυτου Κυπριακού. Επίσης, η Τουρκία θεωρεί ότι σε κάποιες περιοχές κυπριακού ενδιαφέροντος στην οριοθέτηση Κύπρου-Αιγύπτου, παραβιάζονται δικαιώματα της.
Εφόσον δεν υπάρχουν διακρατικές συμφωνίες ή διεθνείς δικαστικές αποφάσεις, τίποτα δεν έχει έννομο και έγκυρο αποτέλεσμα. Η καλύτερη λύση θα ήταν να συγκληθεί περιφερειακή Διάσκεψη, στην οποία να συμμετάσχουν όλες οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Εκεί θα μπορούσαν να βρεθούν -ισορροπημένες, ρεαλιστικές και αποδεκτές απ’ όλους- λύσεις για ζητήματα θαλασσίων ζωνών, ενέργειας και ασφάλειας.
______________________________________
Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
"Οι πόλεμοι χωρίς σαφή πολιτικό στόχο δεν μπορούν να κερδηθούν" / ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΓΑΖΑ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΣΤΗΝ HUFFINGTON POST
2025-08-11 19:17Οι πόλεμοι χωρίς σαφή πολιτικό στόχο δεν μπορούν να κερδηθούν
HUFFINGTON POST , 11/8/2025
www.huffingtonpost.gr/blogs/oi-polemoi-choris-safi-politiko-stocho-den-boroun-na-kerdithoun/
Των Θόδωρου Τσίκα* και Μαρωβήτας Νικολαΐδου**
Η κρίση στη Γάζα, σχεδόν δύο χρόνια μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, αποδεικνύει καθημερινά ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε έναν πόλεμο χωρίς σαφή πολιτικό στόχο. Παρά την εξόντωση μεγάλου μέρους της στρατιωτικής υποδομής της ισλαμο-φασιστικής Χαμάς, η ισραηλινή ηγεσία αδυνατεί να παρουσιάσει ένα ρεαλιστικό όραμα για την «επόμενη μέρα». Το αποτέλεσμα είναι μια παρατεταμένη ανθρωπιστική καταστροφή, μία πολιτική και ηθική φθορά για το ίδιο το Ισραήλ, και η αποσταθεροποίηση ολόκληρης της περιοχής.
Στην παρούσα φάση, η ευθύνη για τη συνέχιση του πολέμου αρχίζει να μετατοπίζεται από τη Χαμάς στο Ισραήλ. Η απουσία πολιτικού σχεδίου λειτουργεί ως στρατηγικό κενό που καλούνται πλέον να καλύψουν εξωτερικοί δρώντες. Η πρόσφατη κοινή πρωτοβουλία Γαλλίας και Σαουδικής Αραβίας στον ΟΗΕ υπέρ της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους εντός των συνόρων του 1967 εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Καναδάς, Γαλλία και Μ. Βρετανία έχουν ήδη προαναγγείλει αναγνώριση κράτους της Παλαιστίνης, αν δεν υπάρξει σύντομα πολιτική διέξοδος.
Το στρατηγικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Το Ισραήλ έχει εγκλωβιστεί σε ένα δόγμα στρατιωτικής απάντησης, το οποίο αποδείχθηκε ανεπαρκές μετά την κατάρρευση των αυταπατών για «διαχείριση της σύγκρουσης». Το πλήγμα της 7ης Οκτωβρίου δεν ήταν μόνο μια φρικτή πράξη βίας, ήταν και μια γεωπολιτική αφύπνιση. Κατέρριψε την αντίληψη ότι οι αραβικές κυβερνήσεις μπορούν να ομαλοποιούν τις σχέσεις τους με το Ισραήλ αγνοώντας τα παλαιστινιακά αιτήματα.
Η πολιτική για τις «Συμφωνίες του Αβραάμ», που περιλαμβάνουν αμοιβαία διπλωματική αναγνώριση και προσέγγιση μεταξύ μετριοπαθών αραβικών χωρών και του Ισραήλ, ήταν και είναι σωστή. Περιείχε όμως μια ψευδαίσθηση -ότι το Παλαιστινιακό είχε πάψει να είναι κομβικό ζήτημα- που αποδείχθηκε αυτοκαταστροφική.
Οι ηγεσίες πολλών αραβικών κρατών είναι εχθρικές απέναντι στη Χαμάς, ορισμένες μάλιστα είναι επιφυλακτικές και έναντι της μετριοπαθέστερης Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς, μοναδικού νόμιμου εκπροσώπου του παλαιστινιακού λαού. Όμως οι κοινωνίες τους -ακόμα και σε καθεστώτα χωρίς ελευθερία έκφρασης- εκφράζουν σταθερή υποστήριξη στους Παλαιστινίους. Αυτή η δυναμική δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η πολιτική επιλογή του Ισραήλ σήμερα είναι ιστορικής σημασίας. Αν συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση, κινδυνεύει με:
- αποσταθεροποίηση των σχέσεών του με την Αίγυπτο και την Ιορδανία,
- περαιτέρω εσωτερική ρήξη και ιδεολογική πόλωση,
- μείωση της διεθνούς στήριξης, ακόμα και από τις ΗΠΑ,
- άνοδο του αντισημιτισμού, του αντι-εβραϊσμού και της εβραιοφοβίας, που αποτελούν απαράδεκτη, την χειρότερη και πιο ύπουλη μορφή ρατσισμού, ως αντίδραση στην ανθρωπιστική τραγωδία στη Γάζα.
Αντιθέτως, η εναλλακτική πορεία περνά μέσα από την επαναφορά της πολιτικής διαδικασίας. Μια σταδιακή, διεθνώς εποπτευόμενη «λύση δύο κρατών» μπορεί να προσφέρει τόσο στους Ισραηλινούς όσο και στους Παλαιστινίους ένα αφήγημα «έντιμης ειρήνης». Η Αραβική Ειρηνευτική Πρωτοβουλία του 2002 παραμένει αξιόπιστο πλαίσιο. Προτείνει ένα κοινό περιφερειακό «ναι»: δύο κράτη, με αμοιβαία αναγνώριση και συνολικό σχέδιο περιφερειακής ασφάλειας Η τελευταία ιδέα θα μπορούσε να λάβει και μορφή συγκρότησης περιφερειακού οργανισμού ασφάλειας, στον οποίο να συμμετέχουν αραβικά κράτη και το Ισραήλ.
Μια ρεαλιστική πρόοδος απαιτεί πρακτικά βήματα:
- άμεση εκεχειρία και ανταλλαγή Ισραηλινών ομήρων με Παλαιστίνιους κρατούμενους
- προσωρινή τεχνοκρατική παλαιστινιακή διοίκηση στη Γάζα (που προϋποθέτει συνέχιση της αναγκαίας μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής),
- πολυεθνική αραβική στρατιωτική-αστυνομική δύναμη για την τήρηση της τάξης,
- αφοπλισμό της Χαμάς,
- διεθνώς εποπτευόμενες εκλογές και ανάδειξη ενιαίας παλαιστινιακής ηγεσίας.
Η ασφάλεια του Ισραήλ δεν μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με στρατιωτικά μέσα. Αντιθέτως, η στρατηγική επιβίωση του απαιτεί ένα περιφερειακό πλαίσιο ειρήνης που θα απομονώσει τη Χαμάς, θα ενσωματώσει τους Παλαιστινίους σε μια ρεαλιστική κρατική δομή και θα επαναφέρει τη Μέση Ανατολή σε τροχιά συνεργασίας.
Ούτε αφέλεια ούτε ιδεαλισμός: πρόκειται για στρατηγική αναγκαιότητα. Και η διεθνής κοινότητα οφείλει να την υπηρετήσει με ενότητα και αποφασιστικότητα.
Το Ιράν μετά τα πλήγματα και το νέο πυρηνικό δίλημμα
Τα κοινά ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα του Ιουνίου 2025 κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων αποτελούν σημείο καμπής στην πυρηνική κρίση της Μέσης Ανατολής. Παρότι η επιχείρηση «Midnight Hammer» πέτυχε την εξουδετέρωση κρίσιμων στόχων, η επόμενη μέρα είναι γεμάτη αβεβαιότητες.
Οι πρώτες αναλύσεις διίστανται: ορισμένοι δυτικοί αξιωματούχοι, όπως ο πρώην διευθυντής της CIA, Ντέϊβιντ Πετρέους, κάνουν λόγο για σημαντική επιχειρησιακή ζημιά. Άλλοι εκτιμούν πως οι επιθέσεις απέτυχαν στρατηγικά, συσπειρώνοντας το ιρανικό θεοκρατικό καθεστώς και επιτείνοντας την αποφασιστικότητά του.
Πράγματι, στο εσωτερικό της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η στρατιωτική επίθεση είχε -εν μέρει- αντίστροφα αποτελέσματα: ενίσχυσε το αίσθημα εθνικής ενότητας και επανέφερε τον κρατικό εθνικισμό στο επίκεντρο. Η δημόσια επανεμφάνιση του Ανώτατου Ηγέτη της Ισλαμικής Επανάστασης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, πλαισιώθηκε από έντονα πατριωτικά και θρησκευτικά σύμβολα, επιδιώκοντας να καταδείξει συνέχεια, σταθερότητα και εσωτερική συνοχή εν μέσω κρίσης.
Παρότι οι υποδομές υπέστησαν σοβαρό πλήγμα και κρίσιμο τεχνικό προσωπικό εξοντώθηκε, η απουσία επιθεωρήσεων από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA) δημιουργεί μια επικίνδυνη «ζώνη σιωπής». Το Ιράν ενδέχεται να χρησιμοποιήσει την αβεβαιότητα για να επανεκκινήσει μυστικά το Πρόγραμμα, επικαλούμενο υπαρξιακή απειλή.
Την ίδια στιγμή, οι περιφερειακοί δρώντες παρακολουθούν με ανησυχία. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φοβούνται ότι ένα απομονωμένο, πληγωμένο Ιράν ενδέχεται να επιστρέψει στον ρόλο του «αντάρτη της περιοχής». Αντί για θρίαμβο της αποτροπής, τα πλήγματα ενδέχεται να ενθαρρύνουν μια νέα κούρσα εξοπλισμών.
Η Τουρκία, ανήσυχη από την εντεινόμενη ισραηλινή δράση στη Συρία, ενδέχεται να κλιμακώσει τη διπλωματική αντιπαράθεση της με το Ισραήλ. Η απειλή ενός κενού ισχύος στη Δαμασκό ή στο Ιράν, φέρνει την Άγκυρα σε τροχιά ενεργότερης εμπλοκής, ακόμη και αντιπαλότητας.
Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι το αποτρεπτικό της οπλοστάσιο – η ακραία ισλαμιστική Χεζμπολάχ στον Λίβανο, οι φιλο-ιρανικές σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, η ιρανική επιρροή στη Συρία- έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Το πυρηνικό πρόγραμμα φαντάζει πλέον ως το μοναδικό εργαλείο επιβίωσης της, έστω και υπό τον κίνδυνο νέων διεθνών κυρώσεων ή χτυπημάτων.
Η επιλογή είναι διττή: είτε το Ιράν θα επιστρέψει σε διαπραγματεύσεις υπό ένα νέο πλαίσιο, είτε θα επιδιώξει κλιμάκωση και εσωτερική συσπείρωση υπό το αφήγημα της απειλούμενης κυριαρχίας του. Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι εταίροι τους έχουν περιορισμένο χρονικό περιθώριο να θέσουν διπλωματικά θεμέλια, που να δώσουν στην Τεχεράνη μια εναλλακτική αφήγηση μακριά από τον πυρηνικό τυχοδιωκτισμό.
Η αποτροπή χωρίς πολιτική στρατηγική οδηγεί σε αδιέξοδο. Οι πόλεμοι που δεν οδηγούν σε διαπραγματεύσεις ή πολιτική λύση δεν μπορούν να κερδηθούν. Είτε στη Γάζα είτε στην Τεχεράνη, το κενό στρατηγικού σχεδιασμού γεμίζει πάντα από κλιμάκωση και αμοιβαία καχυποψία.
Η ειρήνη απαιτεί πολιτική πρόθεση. Και για να έχει διάρκεια, πρέπει να έχει στόχο.
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
** Η Μαρωβήτα Νικολαϊδου είναι Επικοινωνιολόγος – Πολιτική Επιστήμονας, υπεύθυνη Επικοινωνίας και μέλος του Δ.Σ. της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
"Ζητείται ωριμότητα στις σχέσεις με Λιβύη"/ ΑΡΘΡΟ, "Η Εφημερίδα των Συντακτών"
2025-07-31 19:33"Η Εφημερίδα των Συντακτών", 31/7/205
www.efsyn.gr/stiles/epilektika/480676_ziteitai-orimotita-stis-sheseis-me-ti-libyi
———
"Δεν τελείωσε το θέμα με το Ιράν" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "One VOICE", 30/6/2025
2025-06-30 21:05Δεν τελείωσε το θέμα με το Ιράν
Εφημερίδα "One VOICE", 30/6/2025
1voice.gr/pyrinika-den-teleiose-to-thema-me-to-iran/
Του ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Τα πλεονεκτήματα της απόκτησης πυρηνικού όπλου είναι ξεκάθαρα εδώ και πολύ καιρό και όχι μόνο για το Ιράν. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η Συνθήκη για Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1968.
Το σύστημα είχε τις αποτυχίες του (Βόρεια Κορέα, Ινδία, Πακιστάν και το ίδιο το Ισραήλ), αλλά δεδομένου ότι η τεχνολογία για την κατασκευή πυρηνικών όπλων είναι εδώ και χρόνια εντός των δυνατοτήτων των περισσότερων από τα 191 κράτη που έχουν υπογράψει τη Συνθήκη, και πως τρεις από τις τέσσερις εξαιρέσεις δεν την υπέγραψαν ποτέ, η λίστα παραμένει ευτυχώς μικρή.
Το βασικό εργαλείο της Συνθήκης για Μη Διάδοση Πυρηνικών Όπλων είναι ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (IAEA). Αν και απαξιωμένος από πολλά «γεράκια» στην Ουάσινγκτον και το Ισραήλ, έχει μετατραπεί σε μοναδικό φορέα τεχνογνωσίας και παρείχε τα μέσα για την επιτήρηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
Φυσικά, το Ιράν μπορούσε –και το έκανε– να αποφύγει την πλήρη συμμόρφωση, και η απειλή της βίας ήταν πάντοτε παρούσα στο παρασκήνιο. Χρειάστηκε επίσης η δράση εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών για να αποκαλυφθεί, το 2002, ότι το Ιράν διέθετε πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, ώστε να το παρακολουθεί ο IAEA. Επίσης, το Ιράν έχει τη γνώση και τη δυνατότητα να αντικαταστήσει οτιδήποτε καταστρέφεται.
Η εναλλακτική πορεία που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο Τραμπ είναι να επανεκκινήσει τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις, με σαφή επίγνωση ότι οι Ιρανοί δεν πρόκειται απλώς να υποχωρήσουν άνευ όρων. Θα πρέπει να τους προσφερθεί κάτι.
Μεταξύ των ερωτημάτων είναι εάν πρέπει να αρθούν τουλάχιστον ορισμένες οικονομικές κυρώσεις και αν μπορεί να γίνει αποδεκτό ένα αυστηρά επιτηρούμενο πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου για πολιτική χρήση, περιορισμένο στο 3,5% (ποσοστό που αφορά καύσιμα για πυρηνικά εργοστάσια).
Είναι πιθανό η Ισλαμική Δημοκρατία να καταρρεύσει και να αντικατασταθεί από μία ηγεσία λιγότερο φανατική. Είναι ένα ενδεχόμενο για το οποίο λίγοι θα θρηνούσαν, αλλά η χάραξη στρατηγικής δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη. Η διπλωματία και οι διεθνείς επιθεωρήσεις παραμένουν οι καλύτεροι -και λιγότερο επικίνδυνοι- τρόποι για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
Θόδωρος Τσίκας / Το αδιέξοδο με το Ιράν και η Συμφωνία του Ομπάμα / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI NEWS
2025-06-18 21:29Θόδωρος Τσίκας / Το αδιέξοδο με το Ιράν και η Συμφωνία του Ομπάμα
ANATROPI NEWS
www.anatropinews.gr/2025/06/18/%CE%B8%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%BA%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AD%CE%BE%CE%BF%CE%B4%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CE%B9%CF%81%CE%AC%CE%BD/
Του ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Το 2015 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, έφτασε μετά από μακρές διαπραγματεύσεις σε συμφωνία με το ιρανικό καθεστώς, όσον αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Η συμφωνία προέβλεπε άρση των διεθνών κυρώσεων επί του Ιράν, το οποίο αναλάμβανε την δέσμευση να κρατήσει σε χαμηλό ποσοστό τον εμπλουτισμό του ουρανίου που κατείχε (όχι πάνω από 5%).
Αυτό θα διασφάλιζε ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα θα ήταν μόνο για παραγωγή ενέργειας, δηλαδή για ειρηνικούς σκοπούς, και δεν θα μπορούσε να φτάσει σε επίπεδα που θα οδηγούσαν σε κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Η Συμφωνία εγκαθιστούσε μηχανισμό επαλήθευσης, με διεθνείς επιθεωρητές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας να έχουν πρόσβαση σε όλες τις πιθανές πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας. Στην συμφωνία μετείχαν εκτός του Ιράν, τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Μ. Βρετανία, Γαλλία) συν Γερμανία και Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η υλοποίηση της Συμφωνίας προχώρησε αρκετά ομαλά. Μέχρι που εξελέγη στις αμερικανικές εκλογές ο Ντόναλντ Τραμπ, στην πρώτη προεδρική θητεία του. Αυτός, όπως και οι ακροδεξιοί Ρεπουμπλικάνοι, θεωρούσε την συμφωνία “χαλαρή” για το Ιράν. Κάτω και από την επίδραση του Νετανιάχου που έτυχε και τότε να βρίσκεται στην πρωθυπουργία του Ισραήλ, ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από την Συμφωνία, επαναφέροντας τις κυρώσεις στο Ιράν.
Ποιο ήταν το αποτέλεσμα ; Το ιρανικό καθεστώς θεώρησε εαυτό αποδεσμευμένο από τη Συμφωνία, και επιτάχυνε τον εμπλουτισμό ουρανίου που έφτασε πρόσφατα στο 60-70% ! Σημειωτέον, με ποσοστό εμπλουτισμού στο 90% δημιουργείται ικανότητα παραγωγής πυρηνικού όπλου. Όπως μάλιστα διαπίστωσε πριν λίγες μέρες καταδικαστική για το Ιράν απόφαση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, το ιρανικό καθεστώς αποκρύπτει από τους διεθνείς επιθεωρητές ορισμένες πυρηνικές εγκαταστάσεις, παραβιάζοντας έτσι την διεθνή Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.
Τι πιστεύει η διεθνής κοινότητα
Πρέπει να είμαστε σαφείς. Ουδείς στη διεθνή κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των συμμάχων του Ιράν -Ρωσία και Κίνα, επιθυμεί να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα. Μια τέτοια δυνατότητα θα ωθούσε κι άλλες χώρες να μπουν στο πυρηνικό παιχνίδι – με πρώτη την ανταγωνίστρια του Ιράν, Σαουδική Αραβία. Θα οδηγούσε σε μείζονες κινδύνους και αστάθεια, καθώς θα αμφισβητούνταν συνολικά η Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων. Οι ισχυρές δυνάμεις θα αποκτούσαν κι άλλους πυρηνικούς ανταγωνιστές. Κυρίως όμως δεν υπάρχει καμία εγγύηση πώς ένα θεοκρατικό αυταρχικό καθεστώς, όπως το ιρανικό, θα χρησιμοποιούσε αυτή τη δύναμη.
Η διαφορετικές απόψεις αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποτραπεί η εξέλιξη αυτή. Οι περισσότερες χώρες, μεταξύ αυτών η Ευρωπαϊκή Ένωση και (τουλάχιστον ως πρόσφατα) οι ΗΠΑ,και διεθνείς οργανισμοί (όπως ο ΟΗΕ) επιθυμούν τον διπλωματικό τρόπο, δηλαδή τη σύναψη μιας Συμφωνίας, όπως αυτή που είχε γίνει επί Ομπάμα.
Με αυτή την αντίληψη διαφωνεί το Ισραήλ. Σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις του επιθυμούν τον στρατιωτικό τρόπο. Θεωρούν ότι το Ιράν δεν πρέπει να έχει καθόλου πυρηνικό πρόγραμμα, ούτε καν ειρηνικό. Διότι πιστεύουν ότι πάντα το ιρανικό καθεστώς θα έχει την δυνατότητα να το μετεξελίξει σε πολεμικό. Και η κατάργηση του προγράμματος μπορεί να γίνει μόνο με την ολική καταστροφή του.
Επιθετικές ενέργειες σαν και αυτή που εξελίσσεται, έχουν προετοιμαστεί εδώ και χρόνια από το Ισραήλ. Το οποίο ήταν έτοιμο να τις υλοποιήσει. Απετράπησαν όμως από τις κατά καιρούς αμερικανικές ηγεσίες. Των Δημοκρατικών Ομπάμα και Μπάϊντεν, ακόμα και του Ρεπουμπλικανού Τζορτζ Μπους.
Έχει λόγο το Ισραήλ να ανησυχεί; Έχει. Επίσημος, συνταγματικός, “καταστατικός” και δημόσια διακηρυγμένος στόχος του θεοκρατικού ιρανικού καθεστώτος είναι η καταστροφή του “σιωνιστικού μορφώματος”, όπως αποκαλούν το Ισραήλ. Το Ισραήλ λέει ότι αν το Ιράν φτάσει στην κατασκευή πυρηνικού όπλου, τότε ανοίγει δρόμος χωρίς επιστροφή. Άρα οι πυρηνικές εγκαταστάσεις πρέπει να καταστραφούν πριν το πρόγραμμα φτάσει σε επικίνδυνο σημείο.
Με τις τελευταίες επιθέσεις (για τις οποίες η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν απετράπη από τον πρόεδρο Τραμπ) το Ισραήλ κατάφερε να προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Αλλά για να φτάσει στην πλήρη εξάρθρωση του χρειάζεται την αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία.
Ο Τραμπ έχει υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του να σταματήσει τους πολέμους και να μην εμπλέξει τις ΗΠΑ σε νέους. Παράλληλα επιθυμεί την απόσυρση των ΗΠΑ από τις περισσότερες διεθνείς δεσμεύσεις τους, ώστε να επενδύσει ανθρώπινους, οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό, με στόχο την ανάσχεση της ανερχόμενης Κίνας. Αυτό όμως προϋποθέτει προηγούμενες διευθετήσεις στο Ουκρανικό και στο Μεσανατολικό.
Αυτή ήταν η αιτία για να αρχίσει μυστικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν, μάλλον εν αγνοία και του στενού φίλου του Νετανιάχου. Οι όροι της Συμφωνίας που πρότεινε στο Ιράν ήταν παρόμοιοι με αυτούς της Συμφωνίας του Ομπάμα, που είχε ο ίδιος απορρίψει …!
Οι συνομιλίες δεν πήγαν καλά. Η ιρανική ηγεσία υποτίμησε την αποφασιστικότητα του Τραμπ και θεώρησε ότι μπορούσε να αρνηθεί τις προτάσεις του. Την δυσλειτουργία αυτή εκμεταλλεύτηκε η ισραηλινή κυβέρνηση και εξαπέλυσε την επίθεση της.
Η μεγάλη επιτυχία των ισραηλινών χτυπημάτων έχει κάνει τον Τραμπ να θέλει να την αξιοποιήσει και ο ίδιος πολιτικά, αφού έχει αποτύχει στους άλλους στόχους της εξωτερικής πολιτικής του. Έστειλε τελεσίγραφο στην ιρανική ηγεσία να αποδεχθεί ως έχει την πρόταση του, για να αποφύγει τα χειρότερα.
Μήπως, όμως, θεωρεί πως τώρα είναι η ευκαιρία να απαλλαχθεί μια για πάντα από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, είτε συμμετέχοντας άμεσα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, είτε έμμεσα, προσφέροντας δηλαδή τα αμερικανικά μέσα που χρειάζεται το Ισραήλ ;
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης- ΕΕνΟΕ
———
" Έχει χάσει η Ουκρανία τον πόλεμο; " - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST
2025-06-01 14:25" Έχει χάσει η Ουκρανία τον πόλεμο; " -
ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ HUFFINGTON POST, 1/6/2025
www.huffingtonpost.gr/entry/echei-chasei-e-oekrania-ton-polemo_gr_6839693de4b02a937ce20bce
———
Υπάρχει διέξοδος στο Κυπριακό; / Άρθρο σχετικά με τη Διάσκεψη για το Κυπριακό στη Γενεύη- " Η Εφημερίδα των Συντακτών "
2025-03-17 20:47Υπάρχει διέξοδος στο Κυπριακό;
"Η Εφημερίδα των Συντακτών ", 17/3/2025
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/466316_yparhei-diexodos-sto-kypriako
Θόδωρος Τσίκας*
H πενταμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό (Γενεύη, 17-18 Μαρτίου) είναι η πρώτη σοβαρή διεργασία έπειτα από 8 χρόνια πλήρους ακινησίας. Συγκαλείται από τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, με τη συμμετοχή των ηγετών της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς, των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας και του υφυπουργού Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας. Στόχος δεν είναι -σε αυτή τη φάση- να φτάσουμε σε επίλυση του ζητήματος, αλλά να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν οι δυνατότητες για να ξεκινήσει η επί της ουσίας διαπραγμάτευση.
Ο γ.γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, δεν θα αποφασίσει επανέναρξη της διαδικασίας των συνομιλιών «ελαφρά τη καρδία». Γιατί οι τελευταίες συνομιλίες στο Κραν Μοντανά το 2017, μολονότι έφτασαν πάρα πολύ κοντά σε συμφωνία, δεν κατέληξαν. Υπήρξε μια «αποτυχία». Ο γ.γ. του ΟΗΕ δεν θα διακινδυνέψει το πολιτικό κεφάλαιό του εξαιτίας μιας νέας αποτυχίας. Θέλει να λάβει ορισμένες εγγυήσεις πριν ξεκινήσει τη συζήτηση αυτή. Ούτε θα ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με ανοιχτό τέλος. Θα βάλει σαφές χρονοδιάγραμμα.
Τι εγγυήσεις θέλει ο γ.γ. ; Θέλει μία εγγύηση από την Τουρκία και μία εγγύηση από την ελληνοκυπριακή ηγεσία, που είναι οι βασικοί συζητητές.
Η Τουρκία το τελευταίο διάστημα έχει φέρει στην επιφάνεια μια νέα πολιτική για το Κυπριακό, που είναι η «λύση των δύο κρατών». Λέει ότι απέτυχαν οι συνομιλίες για μια ομοσπονδία που έγιναν μέχρι τώρα.
Όλες οι προτάσεις λύσεων μέχρι τώρα ήταν ομοσπονδιακές. Ομοσπονδία σημαίνει ότι το νέο κυπριακό κράτος που θα προκύψει από τη συμφωνία θα αποτελείται από δύο Πολιτείες, όπως είναι στην Αμερική τα States. Θα υπάρχει μια μεγάλη Πολιτεία στον Νότο που θα είναι υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση και μια μικρότερη Πολιτεία στον Βορρά που θα είναι υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Θα υπάρχει επίσης μια κεντρική κυβέρνηση του κράτους, στην οποία θα ανατεθούν ορισμένες αρμοδιότητες.
Ο γ.γ. του ΟΗΕ από τη μεν Τουρκία θέλει την εγγύηση ότι δεν θα επιμείνει στη «λύση δύο κρατών», ενώ από την ελληνοκυπριακή πλευρά θέλει μια σαφή, έμπρακτη εγγύηση ότι εννοεί πραγματικά την «πολιτική ισότητα».
Η Τουρκία ξέρει ότι η «λύση δύο κρατών» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή διεθνώς. Τη χρησιμοποιεί για διαπραγματευτικούς λόγους. Δεν θα την αποσύρει πριν από τις συνομιλίες, αλλά μέσα στις συνομιλίες για το Κυπριακό, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, αν λάβει τα κατάλληλα ανταλλάγματα μπορεί να το κάνει. Και μάλιστα, η τουρκική ηγεσία έχει διαμηνύσει στον σημερινό Τουρκοκύπριο ηγέτη Ερσίν Τατάρ, ο οποίος είναι αδιάλλακτος, να μην κάνει πολύ σκληρές δηλώσεις, γιατί «δένει τα διπλωματικά χέρια» της Τουρκίας.
Δηλαδή αν θέλει η Τουρκία να προχωρήσει, είναι πολύ πιθανό να παραμερίσει κάποια στιγμή τον Τατάρ, εάν πάνε όλα καλά στις διαπραγματεύσεις. Οταν ήρθε το Σχέδιο Ανάν (2004), ο Ερντογάν παραμέρισε τον ιστορικό ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, τον Ραούφ Ντενκτάς, τον κακό δαίμονα του Κυπριακού, διότι είχε σχεδόν βρεθεί μια λύση. Αρα μπορεί να το κάνει και τώρα. Υπάρχουν προοδευτικές δυνάμεις στην τουρκοκυπριακή Κοινότητα, η οποία έχει εκλογές μέσα στο 2025 και μπορεί να αναδειχθούν τότε.
Η ελληνοκυπριακή ηγεσία πρέπει να εγγυηθεί την «πολιτική ισότητα». Τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, στα οποία εμείς στην Ελλάδα ομνύουμε, μιλούν για διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα. Κάθε ομοσπονδία βασίζεται στην πολιτική ισότητα. Στις ΗΠΑ, η μικροσκοπική Πολιτεία του Βερμόντ είναι ίση πολιτικά με την τεράστια Πολιτεία της Καλιφόρνιας. Σημαίνει λοιπόν ότι μιλάμε για ένα «συνεταιρικό κράτος».
Αυτό σημαίνει ότι όλοι, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, θα συμμετέχουν στη λήψη όλων των αποφάσεων που αφορούν το κοινό κράτος, έχοντας μια ευρεία αυτονομία για τις δικές τους υποθέσεις στην περιοχή τους, και ότι δεν μπορεί να λαμβάνονται αποφάσεις που είναι σε βάρος της μιας από τις δύο πλευρές, δηλαδή να αγνοείται η μία από τις δύο πλευρές. Αυτό είναι πολιτική ισότητα σε ένα κοινό συνεταιρικό κράτος. Αυτή περιλαμβάνει την «εκ περιτροπής» προεδρία του κράτους (από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους), καθώς και τη συμφωνία τουλάχιστον ενός Τουρκοκύπριου υπουργού στις αποφάσεις που θα λαμβάνονται στο κοινό υπουργικό συμβούλιο του κεντρικού κράτους. Σε αυτά πρέπει να δεσμευτεί η ελληνοκυπριακή ηγεσία.
Άρα λοιπόν ο γ.γ. του ΟΗΕ, μέσα από τις συζητήσεις που γίνονται, περιμένει μία εγγύηση από την Τουρκία και μία από την ελληνοκυπριακή ηγεσία για να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις. Οι πλευρές πρέπει να τις δώσουν, για να προχωρήσει ο γ.γ. του ΟΗΕ σε αυτές τις διαπραγματεύσεις.
* Πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
———
Μπορεί η Ευρώπη να γίνει «μεγάλη» ; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
2025-03-12 13:03
- Η ψευδαίσθηση ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να βασίζεται επ' αόριστον στην αμερικανική προστασία εντός του ΝΑΤΟ
- Η ψευδαίσθηση ότι ένας παγκοσμιοποιημένος κόσμος θα μπορούσε να εγγυηθεί την ειρήνη και τη σταθερότητα μέσω της απελευθέρωσης του εμπορίου και της οικονομικής αλληλεξάρτησης.
- Η ψευδαίσθηση ότι το δημοκρατικό μοντέλο έμελλε να επικρατήσει παντού, οδηγούμενο από το άνοιγμα της αγοράς και τη διάδοση των νέων τεχνολογιών.
Δύο γεγονότα ανάγκασαν τους Ευρωπαίους -και τον κόσμο- να ανοίξουν τα μάτια τους: η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρά τις διαφορές τους, και τα δύο γεγονότα έχουν σημαδέψει οριστικά την πτώση της διεθνούς τάξης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία βασίστηκε στον έλεγχο της χρήσης βίας, στη δημιουργία πολυμερών οργανισμών και στην ενίσχυση της βαθύτερης οικονομικής αλληλεξάρτησης.
α. Από τη μια πλευρά, η Ρωσία επέστρεψε στην ανοιχτή άσκηση της πολιτική ισχύος: στην Ουκρανία εισέβαλε απλά γιατί βρίσκεται μέσα στην σφαίρα επιρροής της και ως εκ τούτου αντιμετωπίζεται ως «ιδιοκτησία» της, ανεξάρτητα από την επιθυμία του τοπικού πληθυσμού να πλησιάσει την Ευρώπη.
Αυτή η επιθετικότητα κατέστη δυνατή χάρη στην υποστήριξη των συμμαχικών απολυταρχιών -κυρίως της Κίνας, του Ιράν και της Βόρειας Κορέας- τα οποία έχουν προμηθεύσει τη Ρωσία με σημαντικούς οικονομικούς, υλικούς και ανθρώπινους πόρους για να διατηρήσει την πολεμική της προσπάθεια και να αντέξει τις δυτικές κυρώσεις.
Αυτά τα αυταρχικά καθεστώτα επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα «προηγούμενο» που νομιμοποιεί τις δικές τους ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες, ανοίγοντας το δρόμο για νέες στρατιωτικές επεμβάσεις στην Ασία σε βάρος των ασθενέστερων γειτόνων τους.
β. Από την άλλη πλευρά, η Αμερική του Τραμπ εγκαταλείποντας ουσιαστικά τον ρόλο της ως ηγέτης του ελεύθερου κόσμου, επέλεξε μια ριζική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική.
Δεν επιδιώκει πλέον κοινές λύσεις μέσω παγκόσμιων φόρουμ, αλλά αντίθετα εμπλέκεται σε σχέσεις που βασίζονται αποκλειστικά στην οικονομική και στρατιωτική ισχύ.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, καθώς και το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, σηματοδοτούν το τέλος της δι-κομματικής αμερικανικής υποστήριξης για την πολυμέρεια και την αρχή μιας νέας εθνικιστικής πορείας, επικεντρωμένης στην επιβολή διμερών «συμφωνιών» σε μεμονωμένες χώρες -είτε συμμάχους, είτε αντιπάλους.
Ακόμη πιο δυσοίωνο, οι αξιώσεις του Τραμπ για τη Διώρυγα του Παναμά, τον Καναδά και τη Γροιλανδία απηχούν τη ρητορική του Πούτιν για την Ουκρανία και τα πρώην σοβιετικά εδάφη, καθώς και τις αξιώσεις της Κίνας για την Ταϊβάν, πράγμα που τις δικαιολογεί. Αυτό σηματοδοτεί την επιστροφή της πολιτικής ισχύος, όπου η οι ισχυροί υπαγορεύουν όρους και οι αδύναμοι πρέπει να συμμορφώνονται.
2. Για την Ευρώπη, αυτό είναι ένας εφιάλτης που έγινε πραγματικότητα. Από τη δεκαετία του 1990, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικοδομήσει ένα οικονομικό και θεσμικό μοντέλο που βασίζεται σε εντελώς διαφορετικές γεωπολιτικές παραδοχές: σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις, άνοιγμα της αγοράς, διάδοση των κανονιστικών της προτύπων, διάλογος και συνεργασία μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και ενίσχυση διεθνών οργανισμών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο του «τέλους της Ιστορίας», η ΕΕ πίστευε ότι θα μπορούσε να ευημερήσει με τη μείωση των στρατιωτικών δαπανών, τον εμπλουτισμό μέσω εξαγωγών στην Κίνα και τις ΗΠΑ, ακόμη και καλλιεργώντας την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, ελπίζοντας να «δαμάσει» τον επικίνδυνο γείτονά της μέσω της οικονομικής αλληλεξάρτησης.
Για τους ίδιους λόγους, η ενίσχυση της πολιτικής ολοκλήρωσης με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων στην ΕΕ κρίθηκε περιττή, δικαιολογώντας την επιθυμία των κρατών μελών να διατηρήσουν την κυριαρχία σε βασικούς τομείς όπως η άμυνα, η εξωτερική πολιτική και η φορολογία.
Αυτό το μοντέλο –που ενσαρκώθηκε πάνω απ’ όλα από τη Γερμανία επί Σρέντερ και Μέρκελ– έχει πλέον καταρρεύσει, αφήνοντας την Ευρώπη εύθραυστη, αποπροσανατολισμένη και εκτεθειμένη σε σοβαρές απειλές σε πολλαπλά μέτωπα.
α. Το πρώτο μέτωπο είναι η ασφάλεια: η Ρωσία τώρα ακολουθεί ανοιχτά μια επιθετική πολιτική με στόχο την ανάκτηση εδαφών που χάθηκαν με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η μετατροπή της σε «οικονομία εν καιρώ πολέμου», η ολοένα και πιο βάναυση καταστολή των αντιφρονούντων και οι ενισχυμένες στρατιωτικές συνεργασίες με το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα υποδηλώνουν ότι το Κρεμλίνο εφαρμόζει μεθοδικά μια νεο-αυτοκρατορική στρατηγική που βασίζεται στη βία.
Εν τω μεταξύ, τρία χρόνια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει για μια άμεση συμφωνία με τον Πούτιν, χωρίς τη συμμετοχή ούτε του Κιέβου ούτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Σύμφωνα με μια τέτοια συμφωνία, η Ρωσία θα μπορούσε ουσιαστικά να διατηρήσει το έδαφος που έχει ήδη καταλάβει, με αντάλλαγμα αόριστες υποσχέσεις για μη επέκταση.
Αυτή είναι μια πραγματική πολιτική «κατευνασμού» που σίγουρα δεν θα μπορέσει να εξουδετερώσει τους στόχους του Πούτιν σε νέα εδάφη, στοχεύοντας πιθανώς τη Μολδαβία, τη Γεωργία, ακόμη και, μια μέρα, τα κράτη της Βαλτικής.
β. Το δεύτερο μέτωπο είναι οικονομικό: η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε αναμφισβήτητη παρακμή λόγω του πολιτικού κατακερματισμού και της τάσης των κρατών μελών να δίνουν προτεραιότητα στα εθνικά συμφέροντα έναντι των κοινών πολιτικών.
Αυτό που επιδεινώνει αυτό το πρόβλημα —συχνά ως αποτέλεσμα της έλλειψης ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής διακυβέρνησης— είναι οι γραφειοκρατικές ακαμψίες, η ελλιπής εσωτερική αγορά και η βραδύτητα στη λήψη στρατηγικών αποφάσεων. Ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα κάνουν τεράστιες επενδύσεις στην ψηφιοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη και τη βιομηχανική παραγωγή, η Ευρώπη δυσκολεύεται να διατηρήσει το ρυθμό.
Δεν διαθέτει κοινή επενδυτική ικανότητα, παραμένει δεσμευμένη από αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, υποφέρει από κατακερματισμένη κεφαλαιαγορά και αντιμετωπίζει ανεπαρκή τεχνολογική καινοτομία και συνεχή εξάρτηση από εξωτερική ενέργεια και στρατηγικές πρώτες ύλες.
Χωρίς αποφασιστική στροφή, η προοδευτική διάβρωση της βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης της Ευρώπης θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην απασχόληση, την ευημερία και την κοινωνική συνοχή — υπονομεύοντας τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Μερικά από αυτά τα κινήματα είναι ήδη στην κυβέρνηση, ενώ άλλα φιλοδοξούν να αναλάβουν την εξουσία, και τώρα έχουν βρει έναν νέο ηγέτη στον Έλον Μασκ - τον πλουσιότερο άνθρωπο του κόσμου, έναν σύμβουλο του Προέδρου Τραμπ, επικεφαλής του Τμήματος Αποτελεσματικότητας του Λευκού Οίκου και χειραγωγό της κοινής γνώμης μέσω της προσωπικής του πλατφόρμας μέσων κοινωνικής δικτύωσης, «X».
Είναι ο ίδιος ο Musk που, αφού υποστήριξε ανοιχτά ακροδεξιά κόμματα όπως το Alternative für Deutschland - AfD της Γερμανίας, λάνσαρε το σύνθημα «MAKE EUROPE GREAT AGAIN", συσπειρώνοντας εθνικιστικές και εξτρεμιστικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ο στόχος του είναι ξεκάθαρος: να παράσχει μέσα ενημέρωσης και οικονομική υποστήριξη σε ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα που, μόλις ανέβουν στην εξουσία, θα διαλύσουν την ΕΕ και θα επιστρέψουν σε μια Ευρώπη των εθνικών κρατών.
Ακόμη πιο σοκαριστικό, ο ίδιος ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, J. D. Βανς, επιτέθηκε ευθέως στην Ευρώπη στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου, δείχνοντας ότι οι πραγματικοί εχθροί της δεν ήταν η Ρωσία ή η Κίνα, αλλά οι κανόνες της ΕΕ για την καταπολέμηση των ψεύτικων ειδήσεων και της ρητορικής μίσους, οι οποίες, όπως είπε, αποτελούν απαράδεκτη λογοκρισία.
Δίχως να περιοριστεί εκεί, ο Βανς κάλεσε ανοιχτά τους Γερμανούς και τους Ευρωπαίους πολιτικούς να συνεργαστούν με ακροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες προς το παρόν τηρούνται σε απόσταση ασφαλείας από το συνταγματικό τόξο.
3. Μπροστά σε αυτούς τους σοβαρούς κινδύνους και τις πρωτοφανείς επιθέσεις, οι λύσεις υπάρχουν, ευτυχώς, έχουν ήδη περιγραφεί σε πρόσφατες εκθέσεις: στην Έκθεση Λέτα για την εσωτερική αγορά, την Έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα και την Έκθεση Νιινίστο για την ασφάλεια.
Το μήνυμα είναι σαφές: η ΕΕ πρέπει να υποστεί ριζικές αλλαγές. Πρέπει να υιοθετήσει κανονισμούς και πρωτοβουλίες για τη χρηματοδότηση και την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, να ολοκληρώσει την ένωση κεφαλαιαγορών, να ενθαρρύνει στρατηγικές επενδύσεις σε πράσινες και ψηφιακές μεταβάσεις και να ενισχύσει τη στρατιωτική υποστήριξη για την Ουκρανία.
Ταυτόχρονα, αυτά τα επείγοντα μέτρα πρέπει να συνοδεύονται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις της ΕΕ που να αντιμετωπίζουν δύο κρίσιμες προτεραιότητες: τη δημιουργία αυτόνομης δημοσιονομικής ικανότητας της ΕΕ και τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, μέσα από την κατάργηση του δικαιώματος "βέτο" μεμονωμένων κρατών-μελών.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότεινε μια τέτοια μεταρρύθμιση τον Νοέμβριο του 2023. Τώρα εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να το υποστηρίξει και να πιέσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να προχωρήσει στις αναθεωρήσεις των Συνθηκών.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη λύσεων αλλά η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή τους.
Εάν αυτές οι πολλαπλές κρίσεις δεν αξιοποιηθούν ως ευκαιρία για την ενίσχυση της πολιτικής ενοποίησης, ο πραγματικός κίνδυνος είναι η διάσπαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
· είτε με ορισμένες κυβερνήσεις να υποκύπτουν στις «σειρήνες» του Τραμπ, διασπώντας έτσι το κοινό μέτωπο,
· είτε με την επιλογή μιας «πραγματιστικής» προσέγγισης που θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο σε παθητική αποδοχή όλων των απαιτήσεων του Λευκού Οίκου σε θέματα αγοράς φυσικού αερίου και οπλισμού, αποσυναρμολόγησης των κανονιστικών προτύπων της ΕΕ και, γιατί όχι, στον de facto έλεγχο της Γροιλανδίας.
Σε τελική ανάλυση, για να γίνει η Ευρώπη πραγματικά «μεγάλη», δεν πρέπει να στραφούμε στις «μικρές πατρίδες» του παρελθόντος: ο εθνικισμός δεν υπήρξε ποτέ φορέας μεγαλείου, αλλά, αντιθέτως, στις ακραίες του συνέπειες, οδήγησε στην οικονομική, πολιτική και ηθική καταστροφή της Ευρώπης.
Αν στόχος είναι το αληθινό «μεγαλείο», τότε αυτό πρέπει να οικοδομηθεί στο μέλλον: μόνο μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη μπορεί να επιβιώσει και να ευημερήσει στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, κατακτώντας εκείνη την "κυριαρχία" (sovereignty) την οποία τα μεμονωμένα εθνικά κράτη μπορούν μόνο ψευδαίσθηση να τρέφουν ότι εξακολουθούν να κατέχουν.
———
How will Europe respond? / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "EUROPEAN INTEREST"
2025-03-10 15:17EUROPEAN INTEREST", 10/3/2025
www.europeaninterest.eu/how-will-europe-respond/
How will Europe respond?
The aggression and humiliation that Europeans are suffering at the hands of the Trump Administration leave no room for doubt or speculation. A dual attack is underway: on European security — now seen as nothing more than a burden by Washington, which has no problem to decide together with Putin about the future of our continent, starting with Ukraine; and on democracy — also regarded as an obstacle to the project of a new autocratic and populist international order.
For Europe, the darkest hour has returned; and this time, there are no saviours to call for help. Europe can only count on itself and must decide whether to remain passive and allow itself to be destroyed or to react.
At this moment, the greatest drama in and for Europe is that no one has the power to decide how to react. The European institutions do not: the President of the European Commission, Ursula von der Leyen, despite her attempt to represent the EU, has a very limited margin of action, constrained by the mandate given to her by the 27 member states, which are always divided and in conflict with each other. It is the member states that remain the sole primary source of law and power in Europe, as governments never tire of emphasising; but in turn, national governments alone do not have the capacity to react, as each is too weak when faced with threats and dangers.
Given this situation, the only way to send an effective political signal to Trump and Putin is to go beyond the legal and political framework that currently governs the EU. For years, Europe has debated the need to become capable of acting as one; the path forward has been clearly outlined, starting with the Conference on the Future of Europe. There is no more time left.
It is up to the most responsible governments to find the courage to lead the way. In light of the opening of negotiations between the U.S. and Russia for the partition of Ukraine, what alternatives remain? The future of Ukraine is at stake, and with it, the future of Europe itself. If Europeans cannot provide Ukraine with support and the certainty of a future within the Union, the European Union itself will be overwhelmed. It is imperative to move beyond the framework of 27, which progresses too slowly and insufficiently, and begin constructing, among the willing, not just sectoral projects (which experience has shown to be inadequate) but a coherent, unified strategy to ensure both internal and external security.
This is also the recommendation found in the Niinistö and Draghi reports, which emphasise the need to prioritise the development of comprehensive and coherent strategies. Right now, citizens want a common defence, as confirmed by surveys with overwhelmingly high percentages; and many European states are already directly threatened by Russia. Yet, the projects that have been launched over the decades have neither worked in the past nor are taking off now. The only current alternative seems to be the individual rearmament of countries, aiming to increase integration and interoperability but only on a voluntary basis and without challenging national decision-making primacy. Moreover, under these conditions, the rush to rearm will inevitably result in a significant portion of new defence investments being spent on purchasing arms and technology from third countries, primarily the U.S.
The failures and limitations of the sectoral approaches attempted so far make it clear that building autonomous security and defence requires strong political will for integration, which is essential to address two crucial issues: developing a collective strategy based on a shared analysis of priority threats and interests to be protected; and mobilising significant financial resources. Whatever model is chosen to build a European armed force (and there are no shortages of proposals, starting with the 28th Army proposal put forward by SPD Bundestag members in 2020), it must be acknowledged that, in parallel, the formation of a unified political leadership is necessary—one capable of representing the common interest and making political decisions accordingly.
The European institutions lack both the competence and the resources to immediately develop such an ambitious project; governments, however, are sovereign and can decide to proceed. There are two possible paths.
One option is to push the legal framework of existing treaties (such as Permanent Structured Cooperation) to create new decision-making bodies within the EU capable of making majority decisions on joint defence investments and military deployments, involving the Commission and Parliament in this embryonic supranational European government within the EU.
Alternatively, willing governments can choose to establish this new cooperation outside of the Treaties, with the goal of creating a common governing body. In this case, they can still find ways to involve the Commission, using the 2012 European Stability Mechanism as a precedent; subsequently, they could open negotiations to incorporate the new structure into the Union, implementing the necessary institutional reforms.
Both options, particularly the second, depend solely on the political will of the governments most aware of the value of European unity and the stakes involved in Ukraine. These steps can be taken immediately. There is no other way at this moment to ensure our security and the future of our freedom and democracy.
In a world of great autocratic imperial powers, the only way to save democracy and freedom is to counterbalance them with the political weight of a great democratic and federal state. It is, first and foremost, up to European governments to build it—by taking the first steps now, starting with the urgent need to ensure security for their citizens and partners. Failing to do so means condemning them to a future of political and moral misery.
*Theodoros TSIKAS is Political Scientist – International Relations Expert, Vice-President of the Greek Union for the Federation of Europe –EEnOE / UEF Greece
———
"Τώρα είναι η στιγμή της Ευρώπης " / Άρθρο στην Huffington Post
2025-03-06 19:20"HUFFINGTON POST"
https://www.huffingtonpost.gr/entry/tora-einai-e-stiyme-tes-eeropes_gr_67c9702de4b0bdda614fa87f
Τώρα είναι η στιγμή της Ευρώπης
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Έχει περάσει λίγο περισσότερο από ένας μήνας από την ορκωμοσία του Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ και έχει ήδη καταστεί απολύτως σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ δεν είναι σύμμαχοί μας.
Δεν χρειάζεται να θυμηθούμε τις αρχικές επεκτατικές δηλώσεις του για τη Διώρυγα του Παναμά, τον Καναδά ή τη Γροιλανδία, τις απειλές για εμπορικούς πολέμους, τον άμεσο διάλογο με τον αυταρχικό ηγέτη Πούτιν, ο οποίος ευθύνεται για τον σοβαρότερο επιθετικό πόλεμο στην Ευρώπη από το 1945, ή την επίθεση του Αμερικανού αντιπροέδρου Βανς στην ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Όσον αφορά την ευρωπαϊκή εδαφική άμυνα, είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες -και ως εκ τούτου- ούτε στο ΝΑΤΟ, όπως το είχαμε αντιληφθεί μέχρι σήμερα, έναν Οργανισμό που θα εισέλθει σε περίοδο "χειμερίας νάρκης" για τα επόμενα τέσσερα χρόνια τουλάχιστον.
Τι πρέπει να γίνει;
Πρώτον, χρειάζεται συλλογική συνειδητοποίηση αυτής της νέας πραγματικότητας. Ορισμένοι από τους ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να βγουν από τη σύγχυσή τους. Κάποιοι αρνούνται να δεχτούν ότι οι Αμερικανοί υπό την ηγεσία Τραμπ δεν είναι φίλοι μας. Πρόκειται για καθαρή φαντασίωση. Όπως η Βρετανία το 1940, η Ευρώπη στέκεται μόνη της μπροστά στον κίνδυνο και πρέπει να αναλάβει πρώτη την ευθύνη να βοηθήσει την Ουκρανία και να διασφαλίσει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και ασφάλεια.
Δεύτερον, πρέπει να επιταχυνθεί η ευρωπαϊκή οικονομική και στρατιωτική υποστήριξή προς την Ουκρανία. Η αμερικανική βοήθεια μέχρι στιγμής ήταν κρίσιμη, αλλά δεν είναι αναντικατάστατη. Στην πραγματικότητα, το συνολικό ποσό της ευρωπαϊκής βοήθειας είναι ήδη υψηλότερο. Υπάρχουν σε ευρωπαϊκά χέρια τουλάχιστον 200 δισεκατομμύρια ευρώ από τα δεσμευμένα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία του επιτιθέμενου κράτους. Η Γερμανία πρέπει να παραδώσει τους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς Taurus και πρέπει να αρθεί κάθε περιορισμός στη χρήση όπλων κατά ρωσικών συμβατικών στρατιωτικών στόχων. Πρέπει να εμβαθύνουμε τις κυρώσεις κατά του ρωσικού πετρελαϊκού "στόλου-φάντασμα" και του έμμεσου εμπορίου μέσω της Κεντρικής Ασίας.
Τρίτον, πρέπει να αντιμετωπιστεί η διπλή γεωοικονομική και γεωστρατηγική απειλή που θέτει ο Τραμπ. Με ένα νέο ευρωπαϊκό σχέδιο που θα χρηματοδοτείται από «κοινό χρέος» και νέους "ίδιους" πόρους για να καλυφθεί το κενό τεχνολογίας, επενδύσεων και ανταγωνιστικότητας, που εντοπίζεται στην Έκθεση του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας μιας Ευρωπαϊκής Τράπεζας Εξοπλισμών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση το έκανε αυτό λόγω της πανδημίας του Covid. Τώρα αντιμετωπίζει και πάλι μια υπαρξιακή πρόκληση.
Αλλά δεν θα διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή συλλογική άμυνα μόνο με την κοινή παραγωγή όπλων. Πρέπει να ενισχυθεί η πολιτική ένωση της Ευρώπης, καταργώντας τα εθνικά "βέτο" και δημιουργώντας έναν ευρωπαϊκό πυλώνα στο ΝΑΤΟ, τον οποίο θα μπορούμε να ενεργοποιήσουμε ανεξάρτητα από την Ουάσιγκτον. Αυτό μπορεί να γίνει εφαρμόζοντας τις νομικές βάσεις της Συνθήκης της Λισαβόνας για την κοινή ευρωπαϊκή άμυνα, ενώ παράλληλα θα μεταρρυθμίζουμε την Συνθήκη με ομοσπονδιακή προοπτική.
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ
———
Θόδωρος Τσίκας / Τι σημαίνουν για ΕΕ και ΗΠΑ τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ Anatropi News
2025-02-26 15:57Θόδωρος Τσίκας / Τι σημαίνουν για ΕΕ και ΗΠΑ τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών
Anatropi News
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Οι εκλογές στη Γερμανία δεν μπορεί παρά να αποτελούν μείζον γεγονός, καθώς αφορούν την πολυπληθέστερη και οικονομικά ισχυρότερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ευρισκόμενη στο κέντρο της ευρωπαϊκής ηπείρου μπορεί να έχει και γεωπολιτική επίδραση.
Είναι γνωστό πως η Γερμανία μαζί με τη Γαλλία αποτελούν την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Άρα η συγκρότηση σταθερών κυβερνήσεων στις δύο αυτές χώρες είναι αναγκαία για την επανεκκίνηση της Ε.Ε. Τόσο διότι συνεχίζεται ένας ανοιχτός πόλεμος στην καρδιά της Ευρώπης, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όσο και λόγω της προσπάθειας του νέου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να υποβαθμίσει τον ρόλο των ευρωπαϊκών χωρών.
Το γεγονός ότι ο επικεφαλής του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Φρίντριχ Μερτς, θα είναι ο νέος καγκελάριος, μάλλον σε συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες (πιο δύσκολα και με τους Πράσινους), πρέπει να τύχει ανάλυσης τόσο στο εσωτερικό γερμανικό επίπεδο, όσο και διεθνώς -κυρίως όσον αφορά τον ρόλο της Γερμανίας στην Ε.Ε., όσο και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Εδώ θα αναφερθούμε στις διεθνείς επιδράσεις.
Εάν ο Μερτς μπορέσει να σχηματίσει μια σταθερή κυβέρνηση, αυτό θα αποτελέσει μια σημαντική ένεση σταθερότητας για την ΕΕ από το μεγαλύτερο κράτος- μέλος της. Σε μια εποχή τεράστιας αστάθειας, δύσκολων ευρω-ατλαντικών σχέσεων και θεμελιωδών προκλήσεων για την ασφάλεια και την οικονομία της Ευρώπης, η Ευρώπη απλά δεν μπορεί πλέον να αντέξει μια Γερμανία που λείπει από τη δράση – τόσο ως πολιτικό ειδικό βάρος, όσο και ως οικονομική μηχανή.
Ο Μερτς, ως αφοσιωμένος Ευρωπαίος, μπορεί να προσφέρει μια νέα αρχή αν παίξει σωστά τα χαρτιά του. Η επαναπροσέγγιση με τη Γαλλία και τα έγκαιρα και πειστικά μηνύματα προς την Πολωνία και τους εταίρους στη Σκανδιναβία και την Βαλτική Θάλασσα, θα μπορούσαν να δώσουν έναν νέο τόνο σε βασικές πρωτοβουλίες.
Το τι θα κάνει η Ευρώπη στη συνέχεια θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν ο Μερτς μπορεί να πείσει το κόμμα του και τους ανθρώπους του να υποστηρίξουν κάποιες δημιουργικές λύσεις. Αυτό θα χρειαστεί, ώστε να αντιμετωπιστούν ζητήματα όπως η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, η συνεργασία για κοινή ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, η χρηματοδότηση τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο πλαίσιο ενός νέου προϋπολογισμού της ΕΕ, καθώς και μια πιθανή πρωτοβουλία για κοινό ευρωπαϊκό χρέος. Αυτό θα απαιτήσει ευελιξία που θα παρακάμπτει ορισμένα γερμανικά “δόγματα”.
Ο Μερτς το βράδυ των εκλογών υποσχέθηκε να ενισχύσει την ανεξαρτησία της Γερμανίας και της Ευρώπης έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό θα μπορούσε να ταιριάζει σε κάποια από τα αιτήματα της κυβέρνησης Τραμπ, αν σημαίνει μια ώθηση για την ενίσχυση των γερμανικών αμυντικών δυνατοτήτων και μια νέα ενεργειακή πολιτική που θα εστιάζει στα μεταβατικά καύσιμα.
Ο Τραμπ και η ομάδα του θα πρέπει να περιμένουν μια πεισματικά φιλοευρωπαϊκή Γερμανία που δεν θα πάρει αψήφιστα οποιονδήποτε αντιληπτό εκφοβισμό των ΗΠΑ. Ο Μερτς έχει ήδη πει ότι η ανάμειξη των ΗΠΑ στις εκλογές της Γερμανίας μέσω του Μασκ και του Βανς ήταν εξίσου «θρασύτατη» με εκείνη της Μόσχας. Επίσης, άσκησε έντονη κριτική στον Λευκό Οίκο για τον αποκλεισμό της Ευρώπης από τις ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία.
Ο Μερτς θα μπορούσε ίσως να κάνει μια νέα αρχή με την Ουάσινγκτον – υπό την προϋπόθεση όμως ότι η νέα αμερικανική κυβέρνηση δεν του το κάνει πρόωρα πολύ δύσκολο για το εσωτερικό της χώρας. Το κύριο θέμα εδώ είναι οι απειλές για επιβολή δασμών, στους οποίους θα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη η παραπαίουσα, εξαρτώμενη από τις εξαγωγές οικονομία της Γερμανίας. Ένας μελλοντικός καγκελάριος Μερτς θα είναι λιγότερο πιθανό να σπάσει την αλληλεγγύη της ΕΕ, που θα έχει στόχο μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
———
"Η βίαιη ενηλικίωση της Ευρώπης" - ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ" - Σαββατοκύριακο (22-23/2/2025)
2025-02-22 20:38———
Οι «συμπρόεδροι» Τραμπ και Μασκ / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI NEWS
2025-01-10 09:43Οι «συμπρόεδροι» Τραμπ και Μασκ
ANATROPI NEWS
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Οι πρόσφατες δηλώσεις του εν αναμονή για την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είναι απολύτως φυσικό να δημιουργούν ανησυχία διεθνώς.
Ο υπαινιγμός ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμα και στρατιωτικά μέσα για την ανάκτηση της κυριαρχίας της Διώρυγας του Παναμά, η άσκηση πίεσης για την απόκτηση της Γροιλανδίας, η προβολή οικονομικών «ανταλλαγμάτων» για να γίνει ο Καναδάς η 51η Πολιτεία των ΗΠΑ (!!), η απειλή για εμπορικό πόλεμο κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης με επιβολή αμερικανικών δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ, ακόμα και η έκφραση «κατανόησης» για την αντίθεση της Ρωσίας σε μελλοντική ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ – την ώρα που συνεχίζεται η βάναυση, παράνομη και αδικαιολόγητη ρωσική εισβολή- δείχνουν ένα πράγμα:
Ο Τραμπ πιστεύει σε έναν κόσμο, όπου καμία ρύθμιση και κανένας κανόνας δεν θα ισχύει. Όλα αυτά που συμφωνήθηκαν μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου, για το απαραβίαστο των εξωτερικών συνόρων των κρατών, για το δικαίωμα του κάθε κράτους να επιλέγει σε ποια συμμαχία και διεθνή ή περιφερειακό Οργανισμό να συμμετέχει, για τον περιορισμό και τον έλεγχο συμβατικών και πυρηνικών όπλων, για την προστασία του περιβάλλοντος, για ισοτιμία στο παγκόσμιο εμπόριο κλπ, είναι μια απλή λεπτομέρεια γι αυτόν.
Αυτό που προτιμά και το δείχνει ασύστολα είναι μόνο και αποκλειστικά το «δίκαιο του ισχυρού» και όχι φυσικά η ισχύς του δικαίου. Απορρίπτει ο,τιδήποτε κατ’ αυτόν δεν κολλάει με το μεγαλοϊδεατικό σύνθημα “Make America Great Again” ή με το εθνικιστικό “America first”, που για τον ίδιο δεν σημαίνει «πρώτα η Αμερική» αλλά «ΜΟΝΟ η Αμερική».
Μια τέτοια πολιτική δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι θα (ή μπορεί να) υλοποιηθεί, τουλάχιστον πλήρως. Εάν όμως και εφόσον εφαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να γυρίσει τον κόσμο μας στον 19ο αιώνα ή στις αρχές του 20ού. Σε μια εποχή που κάθε κράτος μπορεί ανενόχλητα και ατιμώρητα να εισβάλει, να κατακτά ή να διαμελίζει ξένες χώρες, να αποκτά (και να χρησιμοποιεί;) ανεξέλεγκτα όπλα μαζικής καταστροφής, αλλά και σε μια περίοδο διαμοιρασμού του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής. Μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο τον οποίο θα μοιράσουν κατά βούληση ο Τραμπ και ο Πούτιν, με αμοιβαία «ανταλλάγματα» και «παραχωρήσεις» ;
Ιδιαίτερη σημασία αρχίζει να αποκτά ο ρόλος του Έλον Μασκ δίπλα στον Τραμπ. Είναι βέβαιο ότι είναι σύμβουλος με τεράστια επιρροή πάνω του. Πολλές φορές εμφανίζεται ως «συμπρόεδρος», επισκιάζοντας ακόμα και τον μελλοντικό αντιπρόεδρο, Τζέϊ Ντι Βανς.
Φαίνεται ότι ο Έλον Μασκ έχει αναλάβει ένα ρόλο «σταυροφόρου» του τραμπισμού διεθνώς. Με πρόσχημα τα επιχειρηματικά συμφέροντα του, παρεμβαίνει ανοιχτά στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις πολλών ευρωπαϊκών χωρών.
Υποστηρίζει ανοιχτά την ακροδεξιά και ρατσιστική «Εναλλακτική για τη Γερμανία»-AfD, ζητά την αποφυλάκιση Βρετανού ακροδεξιού πολιτικού, ενώ κλείνει και λεόντειες οικονομικές συμφωνίες, όπως αυτή με την ακροδεξιά πρωθυπουργό της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι.
Την ίδια στιγμή δεν διστάζει να επιτίθεται σε δημοκρατικά εκλεγμένους πολιτικούς ηγέτες της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς, όπως στον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Όλαφ Σολτς της Γερμανίας και τον Βρετανό πρωθυπουργό των Εργατικών, Κιρ Στάρμερ.
Φαίνεται ότι ο Μασκ προσπαθεί να φτιάξει ένα δίκτυο ακροδεξιών δυνάμεων της Ευρώπης, ίσως και εκτός Ευρώπης, με στόχο τον επηρεασμό των πολιτικών εξελίξεων. Πιθανόν να θέλει να παίξει και έναν ρόλο ιδεολογικού κηδεμόνα και εκφραστή όλων αυτών των δυνάμεων. Κάτι αντίστοιχο είχε προσπαθήσει να κάνει και ένας άλλος συνεργάτης του Τραμπ, ο Στηβ Μπάνον, κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ.
Το γεγονός ότι ο Μασκ κατέχει ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης με εκατομμύρια χρήστες σε όλον τον κόσμο, όπως το “X’’ (πρώην Twitter), και ότι είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, με τις τεράστιες δυνατότητες που αυτά συνεπάγονται, τον καθιστά εξαιρετικά σοβαρό κίνδυνο για την δημοκρατία. Δεν είναι τυχαίο ότι ασκούνται πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να λάβει νομικά μέτρα εναντίον του.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
———
Πώς μπορεί η/ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το Ιράν/ ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ" -ΚΟΙΝΟ ΑΡΘΡΟ
2024-11-06 13:20
———
Το διακύβευμα του Αιγαίου / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ", 4/11/2024
2024-11-05 12:12———
Το Αιγαίο δεν είναι «ελληνική λίμνη» / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ"-ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, 2-3/11/2024
2024-11-02 13:20———
"Ελλάδα, Ισραήλ και κρίση στη Μέση Ανατολή" / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ TODAY PRESS
2024-10-13 15:04"Ελλάδα, Ισραήλ και κρίση στη Μέση Ανατολή"
TODAY PRESS - Εβδομαδιαία free press εφημερίδα
του Θόδωρου Τσίκα
πολιτικού επιστήμονα, διεθνολόγου, Αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
Στη χώρα μας ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται μεταξύ δύο «ακραίων» αντιλήψεων:
- Η μία προτείνει να διακοπούν οι σχέσεις με το Ισραήλ, διότι είναι μια χώρα που διαπράττει εγκλήματα πολέμου.
- Η άλλη προτείνει να φτιάξουμε «άξονα» με το Ισραήλ και σε συνεργασία μαζί του (ίσως και με την Αίγυπτο) να περικυκλώσουμε την Τουρκία και να την αποκλείσουμε από τις ενεργειακές πηγές της Ανατολικής Μεσογείου.
Κατά πόσο όμως αυτές οι προτάσεις ευσταθούν;
1. Το Ισραήλ είναι μια νόμιμη χώρα. Ιδρύθηκε το 1948, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Κάτω από τις τραγικές αποκαλύψεις της εξόντωσης 6 εκατομμυρίων Εβραίων της Ευρώπης από το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας, η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να δημιουργήσει μια πατρίδα, μια εθνική εστία για τους Εβραίους.
Μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρύτερη περιοχή της ιστορικής Παλαιστίνης βρισκόταν υπό βρετανική «Εντολή», μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην οποία μέχρι τότε ανήκε.
Η απόφαση του ΟΗΕ ήταν να δημιουργηθούν δύο κράτη στην ευρύτερη περιοχή της ιστορικής Παλαιστίνης: ένα εβραϊκό και ένα αραβικό, ορίζοντας και τα σύνορα τους. Οι Εβραίοι αποδέχτηκαν την απόφαση, αλλά οι αραβικές χώρες την απέρριψαν. Από τότε αρχίζει η σύγχρονη φάση του Μεσανατολικού.
Επομένως αντιλήψεις που καλούν σε καταστροφή του κράτους του Ισραήλ, που το αποκαλούν περιφρονητικά «σιωνιστική οντότητα», που φωνάζουν το σύνθημα για ελεύθερη Παλαιστίνη «από το ποτάμι ως τη θάλασσα» (δηλαδή από τον ποταμό Ιορδάνη έως τη Μεσόγειο, που πρακτικά σημαίνει να σβήσει το κράτος του Ισραήλ) είναι βαθιά αντισημιτικές. Και ο αντισημιτισμός, ο αντι-εβραϊσμός και η εβραιοφοβία είναι η πιο ύπουλη μορφή ρατσισμού.
Φυσικά, κάτι ανάλογο προτείνουν δυνάμεις της ισραηλινής ακροδεξιάς, των φανατικά θρησκευόμενων υπερ-ορθόδοξων Εβραίων και πολλοί Εβραίοι έποικοι των παράνομων εβραϊκών οικισμών στην Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, που είναι κατεχόμενο παλαιστινιακό έδαφος. Αναφέρονται στην «βιβλική κληρονομιά» που έχουν εκ Θεού και αγωνίζονται για το «Ερέτζ Ισραήλ», δηλαδή το Μεγάλο Ισραήλ. Και αυτοί θέλουν να μονοπωλήσουν την περιοχή ανάμεσα στον Ιορδάνη και τη Μεσόγειο, χωρίς τον αραβικό πληθυσμό της.
Γι’ αυτούς τους λόγους, η άποψη της διεθνούς Κοινότητας είναι ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα να υπάρχει μέσα σε ασφαλή σύνορα και δίπλα του να δημιουργηθεί ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, στα εδάφη που κατέλαβε το Ισραήλ μετά τον αραβο-ισραηλινό πόλεμο του 1967 (την Δυτική Όχθη του Ιορδάνη περιλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ και την Λωρίδα της Γάζας).
Η διεθνής Κοινότητα αναγνωρίζει το δικαίωμα άμυνας του Ισραήλ, απέναντι σε επιθέσεις τρομοκρατικών οργανώσεων (ισλαμο-φασιστική Χαμάς στη Γάζα, εξτρεμιστική οργάνωση Χεζμπολάχ των φανατικών σιιτών μουσουλμάνων στον Λίβανο, φιλο-ιρανοί σιίτες αντάρτες Χούθι που έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος της Υεμένης), αλλά και σε επιθέσεις κρατών, όπως το Ιράν, εναντίον του.
Παράλληλα, πολλές χώρες και διεθνείς οργανισμοί επικρίνουν το Ισραήλ ότι σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνει τα νόμιμα όρια άμυνας, προβαίνει σε ασύμμετρες στρατιωτικές απαντήσεις, χρησιμοποιεί δυσανάλογη δύναμη και δεν λαμβάνει την αναγκαία μέριμνα για αποφυγή απωλειών μεταξύ αμάχων και στοχοποίησης μη στρατιωτικών στόχων και πολιτικών υποδομών. Διατυπώνονται έτσι κατηγορίες σε βάρος του Ισραήλ για παραβιάσεις των κανόνων του πολέμου, του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, κλπ.
Σημαίνει αυτό ότι η Ελλάδα (και η οποιαδήποτε χώρα) πρέπει να διακόψει διπλωματικές σχέσεις; Αν το κάνει αυτό με το Ισραήλ που -παρά τις επικρίσεις- είναι το μόνο δημοκρατικό κράτος στη Μ. Ανατολή, τι θα πρέπει να κάνει:
- - με το αυταρχικό καθεστώς της Ρωσίας του Πούτιν, που εξαπέλυσε μια βάναυση, αδικαιολόγητη και παράνομη επίθεση κατά της Ουκρανίας;
- - με την Αίγυπτο, στην οποία ο στρατηγός Σίσι κυβερνά μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον της εκλεγμένης κυβέρνησης και κατηγορείται από την Διεθνή Αμνηστία για χιλιάδες πολιτικούς κρατουμένους και βασανιστήρια στις φυλακές;
- - με το Ιράν του θεοκρατικού καθεστώτος, που παραβιάζει μαζικά τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα των γυναικών, εξοπλίζει και καθοδηγεί τρομοκρατικές οργανώσεις, κλπ , κλπ;

Λίγες χώρες στον κόσμο ανταποκρίνονται σε έναν συνδυασμό στάνταρτς δημοκρατικής ζωής και φιλειρηνικής εξωτερικής πολιτικής. Για να μην απομονωθεί η Ελλάδα μπορεί να έχει διπλωματικές σχέσεις με όλα τα κράτη, αλλά παράλληλα πρέπει να εκφράζει την διαφωνία και την κριτική της σε πρακτικές ορισμένων κρατών.
2. Από την άλλη πλευρά, η «θεοποίηση» του «προτύπου του Ισραήλ» είναι αναντίστοιχη με τις ανάγκες και τις νόρμες της ελληνικής κοινωνίας.
Έχουμε σκεφτεί τι σημαίνει για την Ελλάδα τρία χρόνια στρατιωτικής θητείας για τους άνδρες και δύο χρόνια υποχρεωτικής θητείας για τις γυναίκες; Ότι όλος ο πληθυσμός θα βρίσκεται συνεχώς σε εφεδρεία, θα καλείται πολύ τακτικά σε πολυήμερες ασκήσεις, θα φέρει όπλα, κλπ.
Τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία, άρα και για τις κοινωνικές ανάγκες, να δίνονται ακόμα μεγαλύτερα ποσά για υπέρογκους εξοπλισμούς; Τι συνέπειες θα έχει για τις ελληνικές επιχειρήσεις η απουσία ενός τόσο μεγάλου μέρους του παραγωγικού δυναμικού τους, τόσο συχνά, και για όχι ευκαταφρόνητο χρονικό διάστημα;
Αλλά, ας δούμε και κάτι ακόμα. Οι τριμερείς συνεργασίες Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη συνεννόησης με την Τουρκία, ούτε -πολύ περισσότερο- να αποσκοπούν (ή να φαίνεται ότι αποσκοπούν) στον αποκλεισμό της Τουρκίας από την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.
Τα αποτελέσματα των τριμερών συνεργασιών, που μερικοί θέλουν να τις αναβαθμίσουν σε «άξονες», είναι επιεικώς πενιχρά. Το εξ’ υπαρχής ανέφικτο φαραωνικό έργο του αγωγού φυσικού αερίου EastMed δεν έγινε, ενώ οι συναντήσεις αραιώνουν και τώρα καταπιάνονται με ήπια ζητήματα διακυβερνητικής συνεργασίας, όπως το περιβάλλον.
Εξάλλου, ας μην υπάρχουν αυταπάτες. Όλες οι διπλωματικές κρίσεις κάποια στιγμή τελειώνουν. Όταν τελειώσει η σύγκρουση στη Γάζα, και κυρίως όταν φύγει από την εξουσία του Ισραήλ ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, οι σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ θα βελτιωθούν και πάλι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι σχέσεις της Τουρκίας με την Αίγυπτο, που αναθερμαίνονται σταδιακά.
3. Εν κατακλείδι. Η Ελλάδα πρέπει να έχει ομαλές και φυσιολογικές σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ. Οι σχέσεις αυτές μπορούν να αποβούν αμοιβαία συμφέρουσες και επωφελείς. Οι δύο χώρες έχουν πολλές ομοιότητες και πολλά πεδία συνεργασίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα συμφωνεί ή πρέπει να συμφωνεί με όλες τις πολιτικές και τις πρακτικές του κράτους του Ισραήλ, και μάλιστα με όλες τις κυβερνήσεις του. Ειδικά δε η κυβέρνηση Νετανιάχου είναι βαθιά εθνικιστική με συμμετοχή και δύο μικρών ακροδεξιών κομμάτων, και δεν συναντά την ευρύτερη διεθνή συμπάθεια. Ούτε φυσικά το Ισραήλ είναι υποχρεωμένο να συμφωνεί με όλες τις επιλογές της Ελλάδας.
Και βεβαίως η Ελλάδα οφείλει να βελτιώσει τις σχέσεις της με όλες τις χώρες της περιοχής, και να προχωρήσει την προσπάθεια για επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Μόνο η διευθέτηση των εκκρεμοτήτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο θα δώσει στη χώρα μας σημαντικό ρόλο και θα την καταστήσει πραγματικά έναν παράγοντα ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας σε ολόκληρη την περιοχή.
———
Θόδωρος Τσίκας / Κρίσιμο όριο ο χειμώνας για το ουκρανικό μέτωπο - Άρθρο στο Anatropi News
2024-09-30 15:06
———
Τι σημαίνει η άνοδος της ακροδεξιάς στη Γερμανία / Άρθρο στην κυριακάτικη "Kontra"
2024-09-11 12:43Η Θουριγγία και η Σαξονία, στις οποίες έγιναν εκλογές, είναι δύο από τα 16 ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας. Είναι μικρά σε πληθυσμό και ανήκαν στην παλιά Ανατολική Γερμανία. Στις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας υπάρχει μια ιδιαίτερη εκλογική συμπεριφορά. Είναι βέβαιο ότι δεν αντικατοπτρίζουν το σύνολο της Γερμανίας.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτές οι τοπικές εκλογές θα επηρεάσουν ριζικά την πολιτική ζωή στο Βερολίνο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τα αποτελέσματα, ούτε ότι πρέπει να υπάρξει εφησυχασμός.
Η επίδραση του προσφυγικού-μεταναστευτικού
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η μεγάλη άνοδος του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για την Γερμανία»-AfD οφείλεται στην χρονική σύμπτωση με ένα τραγικό γεγονός: την επίθεση στην μικρή επαρχιακή πόλη Σόλινγκεν εναντίον πολιτών με μαχαίρι, που κόστισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους, ενώ υπήρξαν και πολλοί τραυματίες.
Την επίθεση πραγματοποίησε ένας φανατικός ισλαμιστής από την Συρία, ενώ αργότερα η οργάνωση «Ισλαμικό Κράτος»-ISIS ανέλαβε επισήμως την ευθύνη. Ο δράστης ήταν πρόσφυγας που είχε πάει πριν δύο χρόνια από την Βουλγαρία στη Γερμανία.
Η αρνητική φυσικά απήχηση αυτού του γεγονότος ήταν τεράστια στη δημόσια συζήτηση στη Γερμανία. Επί πολλές μέρες, αυτό ήταν το μοναδικό θέμα επικαιρότητας στη χώρα. Για μια ακόμα φορά ετέθη το ζήτημα που συνδυάζει προσφυγικό/μεταναστευτικό με την ασφάλεια, ρητορική που ταιριάζει γάντι σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές πολιτικές δυνάμεις.
Η συζήτηση για το θέμα αυτό είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις στη Γερμανία, επί της κεντροδεξιάς διακυβέρνησης των Χριστιανοδημοκρατών της Άνγκελα Μέρκελ. Την περίοδο εκείνη είχε ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία. Η Μέρκελ είχε δεχτεί έναν τεράστιο αριθμό προσφύγων, καθώς αυτοί προέρχονταν από εμπόλεμη ζώνη.
Ήταν μια προοδευτική και ανθρωπιστική χειρονομία, σύμφωνη με το Διεθνές Δίκαιο, που όμως συνάντησε την αντίθεση της υπερσυντηρητικής πτέρυγας του ίδιου του κόμματος της. Η πολιτική αυτή «έδωσε φτερά» στην νεοπαγή τότε ακροδεξιά «Εναλλακτική για την Γερμανία», που είχε δημιουργηθεί με βάση την αντίθεση της στο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους.
Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη ότι το περιστατικό στο Ζόλινγκεν ενίσχυσε και το ακροαριστερό-λαϊκιστικό κόμμα BSW της Σάρα Βάγκενκνεχτ. Το κόμμα αυτό δημιουργήθηκε πολύ πρόσφατα από διάσπαση του κόμματος «Αριστερά»-Die Linke.
H Σάρα Βάγκενκνεχτ ήταν επικεφαλής της σταλινικής-νεοκομμουνιστικής τάσης του Die Linke. Το νέο κόμμα που έφτιαξε, βάζοντας στο τίτλο και το δικό της όνομα, έχει σκληρή αντι-μεταναστευτική ρητορική, αντιτίθεται στα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας αλλά και στις πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Είναι ενδιαφέρον, αλλά όχι πρωτόγνωρο, ότι η Θουριγγία και η Σαξονία έχουν από ελάχιστη έως μηδενική παρουσία προσφύγων και μεταναστών. Ο φόβος έναντι των προσφύγων και των μεταναστών είναι σε πολλές περιπτώσεις προϊόν προκαταλήψεων, ιδεολογικών αγκυλώσεων, δραματοποίησης του φαινομένου από μερίδα των Μέσων Ενημέρωσης, σχολιαστών κλπ, παρά από πραγματικές εμπειρίες των ανθρώπων.
Οι ανατολικογερμανικές ιδιαιτερότητες
Οι Ανατολικοί έχουν πιο άμεσες προσδοκίες για τους πολιτικούς τους, από ό,τι οι Δυτικοί ψηφοφόροι, και απογοητεύονται πιο εύκολα από αυτούς. Και η περιοχή δεν διαθέτει το πλέγμα των ομάδων της κοινωνίας των πολιτών που βρίσκονται σε όλη τη δυτική Γερμανία, από Εκκλησίες μέχρι συνδικάτα και Ενώσεις Πολιτών.
Έτσι, όταν ήρθαν οι κρίσεις, από τους πρόσφυγες μέχρι τον κορωνοϊό και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ορισμένοι Ανατολικοί ήταν δεκτικοί στη γοητεία λαϊκιστών πολιτικών, ειδικευμένων στο να εκμεταλλεύονται συγκεκριμένα παράπονα της Ανατολής.
Ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας της Ανατολικής Γερμανίας συρρικνώνεται. Το AfD και το κόμμα της Σάρα Βάγκενκνεχτ τα καταφέρνουν καλύτερα στις ερημωμένες, γερασμένες περιοχές. Όπως υποδηλώνει η εκλογική τους συμπεριφορά, είναι δύσκολο να πειστούν οι Ανατολικογερμανοί σε συρρικνούμενες περιοχές να αναπληρώσουν τις τάξεις τους με ξένους, που είναι απαραίτητοι για την τοπική οικονομία.
Η «Εναλλακτική για την Γερμανία» δεν θα μπει στις δύο τοπικές κυβερνήσεις. Όλα τα υπόλοιπα κόμματα διατηρούν την «υγειονομική ζώνη» έναντι της ακροδεξιάς και δεν δέχονται να συνεργαστούν μαζί της.
Οι πολιτικές ισορροπίες
Τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού στο Βερολίνο, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι, δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη επιρροή στα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Η υποχώρηση τους σε Θουριγγία και Σαξονία είναι μεν δυσάρεστη για αυτά, αλλά δεν έχει μείζονες επιδράσεις στη σταθερότητα της κυβέρνησης.
Το μόνο που μπορεί να κάνει η κυβέρνηση συνεργασίας είναι να συνεχίσει να κυβερνά για έναν ακόμα χρόνο, που διαρκεί η θητεία της. Σε έναν ακριβώς χρόνο, τον Σεπτέμβριο του 2025, θα γίνουν εκλογές σε παγγερμανικό επίπεδο. Μέχρι τότε θα γίνουν εκλογές σε ομόσπονδα κρατίδια που θα δείξουν τις τάσεις που επικρατούν.
Αυτό που πρέπει να προσέξει κανείς είναι οι επιδράσεις στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δύο χώρες-ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ενοποίησης, Γερμανία και Γαλλία, βρίσκονται στραμμένες στα εσωτερικά προβλήματα τους, καθώς στη Γαλλία ζούμε ακόμα την πολιτική διελκυστίνδα μετά τις εκλογές του Ιουλίου.
Οι δύο χώρες έχουν αρκετές διαφορές για την μελλοντική πορεία της Ε.Ε., εν μέσω μεγάλων προκλήσεων και των συγκρούσεων στην Ουκρανία και τη Γάζα. Η αποκατάσταση της ουσιαστικής συνεννόησης μεταξύ τους αποκτά επείγοντα χαρακτήρα.
———
Από τον «κουτσό» δικομματισμό, σε έναν γόνιμο διπολισμό/ Άρθρο στην εφημερίδα DOCUMENTO
2024-08-21 12:56
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
1.
Μετά τις πρόσφατες εκλογές ο «κουτσός» δικομματισμός που επικρατούσε, δεν υπάρχει πλέον. Η αναδιαμόρφωσή του σ’ έναν γόνιμο πολιτικό διπολισμό είναι μια επιλογή χρήσιμη τόσο για τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, όσο και για τη χώρα.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να οδηγηθούμε στην εκκίνηση μιας διαδικασίας επανιδρυτικού χαρακτήρα, ανασύστασης και ανασύνταξης των σύγχρονων προοδευτικών δυνάμεων σε νέα βάση. Να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την διαμόρφωση ενός ευρύτερου προοδευτικού πόλου. Ενός «χώρου» στον οποίο να μπορούν να βρουν έκφραση οι προοδευτικοί δημοκράτες του Κέντρου, οι κεντροαριστεροί, οι σοσιαλδημοκράτες, οι σοσιαλιστές, οι αριστεροί ποικίλων αποχρώσεων και προελεύσεων, καθώς και όσοι εμπνέονται από τις αξίες της πολιτικής οικολογίας.
2.
Το ζήτημα δεν είναι να «εφεύρουμε» μια νέα οργανωτική φόρμα που απλώς θα αθροίσει έτοιμες δυνάμεις. Είναι πριν απ’ όλα ζήτημα πολιτικό και προγραμματικό.
Ο «προοδευτικός χώρος» δεν ενοποιείται σήμερα στη βάση ιστορικών ταυτίσεων που ίσχυσαν στο παρελθόν. Δεν διαθέτει χαρακτηριστικά μιας εν δυνάμει πολιτικής πλειοψηφίας με προγραμματική συνοχή και ενιαία στρατηγική.
Η συγκρότηση ευρύτερης, πολύχρωμης και πολυφωνικής Κεντροαριστεράς είναι το πείραμα μιας στρατηγικής «στροφής» του προοδευτικού χώρου. Μια πρωτότυπη προσπάθεια ανασύνθεσης και σύγκλισης, που απαιτεί αλλά και διευκολύνει την ιστορική αυτογνωσία και την αυτο-μεταρρύθμιση των δυνάμεων που θα συμμετάσχουν.
Θα ήταν λανθασμένη και ανεδαφική μια πρόταση να απορροφήσει κάποιο κόμμα στους κόλπους του και να εκφράσει μονοκομματικά όλο τον πλούτο και την πολυμορφία των δυνάμεων που συγκλίνουν στον πόλο του αναγκαίου προοδευτικού μεταρρυθμισμού.
Υπάρχει επίσης ένας πειρασμός, που πρέπει να αποφευχθεί: να «στριμωχτούν» αυτές οι πρωτοβουλίες μέσα στο πλαίσιο τακτικίστικων κινήσεων, στην εσωκομματική διαπάλη των κομμάτων του προοδευτικού χώρου. Με στόχο, είτε να επιβεβαιωθούν, είτε να αμφισβητηθούν ή να παρακαμφθούν οι σημερινές ηγεσίες. Κάτι τέτοιο θα περιόριζε την εμβέλεια των πρωτοβουλιών και θα ακύρωνε την δυναμική τους.
3.
Αποτελεσματική απάντηση στις παρεμβάσεις της κυβέρνησης, δεν είναι η υπεράσπιση της ήδη υπάρχουσας κατάστασης στην χώρα, στο όνομα μιας δήθεν μαχητικής ή ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης. Σε πολλούς τομείς διαιωνίζονται αναχρονιστικές καταστάσεις. Δεν είναι θετικά και προοδευτικά όλα τα «κεκτημένα». Τόσο ιδεολογικές αγκυλώσεις και γενικολογίες, όσο και υπερβολές, λαϊκισμοί και τακτικισμοί δεν συγχωρούνται.
Ειδικά όταν οι δυνάμεις της σημερινής αντιπολίτευσης έχουν θητεύσει στην κυβέρνηση, δεν μπορεί παρά να κατανοούν την πολυπλοκότητα των προβλημάτων, τις περιορισμένες δημοσιονομικές δυνατότητες και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
Μια αντιπολίτευση ισοπεδωτική, "θυμωμένη", "βιαστική" (του τύπου "έφοδος για επιστροφή στην εξουσία"), δεν βοηθάει. Μια τακτική του "όχι σε όλα" -σε ο,τιδήποτε λέει ή προτείνει η κυβέρνηση- ικανοποιεί μόνο ένα φανατικό τμήμα του ακροατηρίου της. Η καταγγελία των πάντων δεν αποδίδει.
Ο προοδευτικός χώρος οφείλει να προσπαθήσει, ώστε να μην φαίνεται ως υπερασπιστής του «παλιού» και του παρωχημένου. Είναι σημαντικό να αναδείξει έναν ισχυρό προοδευτικό μεταρρυθμισμό. Να προτείνει ένα συνολικό σχέδιο σύγχρονων αλλαγών, τομών και μεταρρυθμίσεων σε Δημόσια Διοίκηση, κοινωνικό κράτος και παραγωγικό μοντέλο. Με τα πόδια αταλάντευτα στην Ενωμένη Ευρώπη, παράλληλα με τον αγώνα για επιτάχυνση και εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας και Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
———
Τι μας διδάσκει η "Κάσος" ; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 1/8/2024
2024-08-01 14:23ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ", 1/8/2024
Τι μας διδάσκει η "Κάσος" ;
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Ας αρχίσουμε από τα βασικά. Το γεγονός ότι η Ελλάδα ορθώς δεν αποδέχεται το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, δεν σημαίνει ότι οι χώρες που το υπέγραψαν το θεωρούν ανύπαρκτο. Από την άλλη, η Τουρκία και η Λιβύη δεν αναγνωρίζουν την Συμφωνία μερικής οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.
Η Τουρκία θεωρεί ότι το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο της δίνει δικαιώματα και η Ελλάδα θεωρεί ότι έχει δικαιώματα από την ελληνο-αιγυπτιακή Συμφωνία. Αντίστοιχα η Τουρκία θεωρεί ότι η ελληνο-αιγυπτιακή Συμφωνία παραβιάζει τα δικαιώματα της, ενώ η Ελλάδα θεωρεί το ίδιο για το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.
Αυτό σημαίνει ότι και οι δύο χώρες θα υπερασπιστούν στην πράξη την οριοθέτηση ΑΟΖ που έχει συμφωνήσει η καθεμία, οποτεδήποτε δοθεί η σχετική αφορμή. Το σημαντικό είναι ότι λόγω των "ήρεμων νερών" που έχουν προκύψει λόγω της έναρξης του ελληνο- τουρκικού διαλόγου, η υπεράσπιση δεν φτάνει μέχρι του σημείου της σύγκρουσης στο πεδίο.
Όσο όμως καθυστερούμε την εξέλιξη του διαλόγου για τον "σκληρό πυρήνα" των ελληνοτουρκικών διαφορών, τόσο θα πληθαίνουν τα περιστατικά, όπως αυτό που συνέβη στα ανοιχτά της Κάσου και της Καρπάθου. Εκτός και αν οι δύο χώρες συμφωνήσουν ότι μέχρι την επίτευξη οριστικής διευθέτησης, δεν θα προχωρούν σε ενέργειες εκτός των χωρικών υδάτων τους. Κάτι τέτοιο θα ήταν επιθυμητό, προϋποθέτει όμως υψηλό βαθμό δέσμευσης και αυτοσυγκράτησης, και από τις δύο πλευρές.
Το θέμα με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο δεν θα ξεπεραστεί τόσο εύκολα. Ακόμα και αν υπήρχε συμφωνία για ολόκληρη την θαλάσσια περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου, το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο είναι εκεί. Έχουμε δύο επικαλυπτόμενες συμφωνίες. Τα Σύμφωνα αυτά ακυρώνονται με δύο τρόπους: είτε οι υπογράφοντες αποσύρουν την υπογραφή τους (κάτι δύσκολο στην προκειμένη περίπτωση), είτε με προσφυγή σε διεθνές διαιτητικό ή δικαστικό όργανο.
Σε κάθε περίπτωση, από την στιγμή που το Δίκαιο της Θάλασσας απαιτεί συμφωνία των παράκτιων κρατών για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, είναι μονόδρομος η συμφωνία Ελλάδας - Τουρκίας μέσω απευθείας διαπραγματεύσεων ή η κοινή προσφυγή τους στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, πέραν του ελληνοτουρκικού διαλόγου, πρέπει να υπάρξουν διαπραγματεύσεις Ελλάδας-Λιβύης, Ελλάδας-Αιγύπτου για την υπόλοιπη περιοχή που δεν καλύπτεται από την υπάρχουσα Συμφωνία, Κύπρου - Τουρκίας για την μεταξύ τους περιοχή (που προϋποθέτει φυσικά πρόοδο στο Κυπριακό), κλπ.
Για ορισμένες θαλάσσιες περιοχές θα χρειαστούν και διαπραγματεύσεις μεταξύ τριών από αυτές τις χώρες, ώστε να καθοριστούν τα σημεία επαφής των ΑΟΖ τους. Μέχρι τότε το καθεστώς των διεθνών υδάτων μεταξύ τους παραμένει ως έχει, χωρίς δικαιώματα οικονομικής εκμετάλλευσης. Αυτό ισχύει για όλες τις χώρες, προφανώς και για την Ελλάδα.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας- Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης – ΕΕνΟΕ
www.tanea.gr/print/2024/08/01/greece/ti-mas-didaskei-lfi-kasos/
———
50 χρόνια: Αναζητείται πολιτική βούληση για λύση του Κυπριακού/ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ"-ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, 20/7/2024
2024-07-20 21:56
ΕΙΔΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ "ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ"-ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ, 20/7/2024
50 χρόνια: Αναζητείται πολιτική βούληση για λύση του Κυπριακού
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ
Πολιτικού Επιστήμονα-Διεθνολόγου,
Αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης (ΕΕνΟΕ)
Το τελευταίο διάστημα φάνηκε ότι αναθερμαίνονται οι διεργασίες στο Κυπριακό, λίγες μέρες πριν τη συμπλήρωση 50 χρόνων, τόσο από το πραξικόπημα των Ελληνοκυπρίων εθνικιστών της ΕΟΚΑ Β’ με τη συμμετοχή στρατευμάτων της Ελλάδας υπό τις διαταγές της τότε δικτατορικής κυβέρνησης, όσο και από την στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας.
Όσο δεν γίνονται συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού, υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας εστιών έντασης στην Κύπρο. Αυτό ευνοεί το βάθεμα και τη μονιμοποίηση της διχοτόμησης. Επίσης λόγω της συντριπτικά υπέρτερης δύναμης της Τουρκίας, υπάρχει κίνδυνος για σταδιακή επιδείνωση της σημερινής κατάστασης σε βάρος της ελληνοκυπριακής πλευράς, τόσο στο έδαφος (Βαρώσι Αμμοχώστου, σημεία της «Πράσινης Γραμμής»), τόσο στη θάλασσα -είτε στην οριοθετημένη κυπριακή ΑΟΖ, είτε σε περιοχές που η Κυπριακή Δημοκρατία διεκδικεί ως ΑΟΖ.
Αποδοχή των 6 Σημείων του Γ.Γ. του ΟΗΕ
Η ελληνοκυπριακή ηγεσία πρέπει να κινηθεί γρήγορα και ευέλικτα, ώστε να επιτύχει επανέναρξη των συνομιλιών. Για να γίνει αυτό, πρέπει να πείσει τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ότι έχει την πολιτική βούληση να φτάσει σε έναν έντιμο συμβιβασμό, μέσω αμοιβαίων παραχωρήσεων. Για να βρεθεί λύση εντός των ήδη προδιαγεγραμμένων παραμέτρων, όχι «όλα από την αρχή». Και αυτό, μέσα σε σύντομο και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, όχι με διαιώνιση των συνομιλιών.
Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να δηλώσει η ελληνοκυπριακή πλευρά άμεση και πλήρη αποδοχή των 6 Σημείων του Πλαισίου Γκουτέρες, ως έχουν. Είναι αυτά που είχε καταθέσει ο Γ.Γ. του ΟΗΕ στις τελευταίες διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας το 2017. Ας μην ξεχνάμε ότι για το αδιέξοδο εκείνων των συνομιλιών, οι Εκθέσεις των αρμοδίων του ΟΗΕ συγκαταλέγουν στους υπευθύνους και την ελληνοκυπριακή ηγεσία.
Για την ουσία του Κυπριακού οι αναφορές του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι σαφείς: λύση Διζωνικής-Δικοινοτικής Ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα μεταξύ Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής Κοινότητας. Να το πούμε καθαρά: αυτό σημαίνει επανένωση της Κύπρου βασισμένη σε έναν «νέο συνεταιρισμό» Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με διαμοιρασμό και κοινή διαχείριση εξουσιών και πόρων.
«Εργαλείο» οι ευρω-τουρκικές σχέσεις και η ενεργειακή συνεργασία
Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει αποφασίσει να ολοκληρώσει την επαναπροσέγγιση του με την Δύση, για λόγους οικονομικούς και πολιτικούς. Σε αυτήν την επαναπροσέγγιση εντάσσει φυσικά την επανασύνδεση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ξεπάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, με στόχο να μείνει ανοιχτή για το απώτερο μέλλον μια προοπτική πλήρους ένταξης της.
Η Ε.Ε. επιθυμεί την επανασύνδεση, λόγω του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας στην περιοχή αλλά και λόγω οικονομικών και εμπορικών σχέσεων.
Ποια στάση θα επιδείξουν η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελλάδα, ως μέλη της ΕΕ; Θα αξιοποιήσουν το ενδιαφέρον της Τουρκίας αλλά και των εταίρων τους, ενθαρρύνοντας ένα πακέτο μιας ενισχυμένης προνομιακής σχέσης Τουρκίας-ΕΕ, ως κίνητρο, καταλύτη ή «αντάλλαγμα» για την επίλυση του Κυπριακού;
Η Ε.Ε. είναι διατεθειμένη να βοηθήσει στο Κυπριακό και το έχει δηλώσει με πολλούς τρόπους. Αλλά ταυτοχρόνως έχει δηλώσει ότι ο βασικός «παίκτης» στο Κυπριακό είναι ο ΟΗΕ. Επομένως να σταματήσουμε να καλλιεργούμε αυταπάτες ότι μέσω της Ε.Ε θα υποχρεώσουμε την Τουρκία να αποδεχθεί τις δικές μας απόψεις, ή -ακόμα περισσότερο- ότι θα την απομονώσουμε.
Λόγω της απρόκλητης, αδικαιολόγητης, παράνομης και βάναυσης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η Ε.Ε. αναμένει απρόσκοπτη ροή ενέργειας (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, υδρογόνο, ηλεκτρισμό, ανανεώσιμες πηγές) μέσω της περιοχής μας.
Γι' αυτούς τους λόγους, θα ήταν πολύ θετικά δεκτό από την Ε.Ε. ένα νέο πακέτο Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο, εμπλουτισμένο όμως με το θέμα της ενέργειας. Σημαντική θα ήταν η ενεργοποίηση μιας κοινής Επιτροπής Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για τον σχεδιασμό των ερευνών και την αξιοποίηση των ενεργειακών πηγών του Νησιού.
Παράλληλα, μέσα σε πακέτο ευρύτερης συνεννόησης που θα παρέχει και τα κατάλληλα «κίνητρα» στην Τουρκία, θα χρειαστεί να προβλεφθεί η συμμετοχή όλων των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου -περιλαμβανομένης της Τουρκίας- σε ένα σχήμα συνεργασίας για την αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της περιοχής.
Η ελληνο-τουρκική προσέγγιση βοηθά το Κυπριακό
Χωρίς συνεννόηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας δεν μπορεί να λυθεί το Κυπριακό. Το Κυπριακό θα λυθεί εφόσον συμπίπτουν τα συμφέροντα και οι προτεραιότητες Ελλάδας και Τουρκίας.
Αρκεί αυτό; Προφανώς όχι. Το Κυπριακό θα επιλυθεί μόνο με πολιτική βούληση των ηγεσιών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και όταν το διεθνές πλαίσιο ωθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά θα ήταν αυταπάτη να πιστεύουμε ότι σε φάση που Ελλάδα και Τουρκία αντιπαρατίθενται με αερομαχίες και κινήσεις πολεμικών πλοίων, είναι δυνατόν να έχουμε διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού.
Υπό αυτήν την έννοια, η βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας, δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για επανέναρξη διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Όποιος πραγματικά υποστηρίζει την προοπτική της λύσης, δεν μπορεί παρά να χαιρετίσει την εξέλιξη αυτή.
Το «κλειδί» είναι πάντα η πολιτική βούληση για εξεύρεση λύσεων, με «θετικό άθροισμα». Λύσεις επωφελείς για όλες τις πλευρές. Που θα λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και τους φόβους, όλων όσων μετέχουν στη διένεξη. Αυτό ισχύει τόσο για τις ελληνοτουρκικές διαφορές, όσο και για το Κυπριακό. Μέχρι τώρα οι ηγεσίες όλων των πλευρών δεν έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το κλειδί.
Ολόκληρο το αφιέρωμα της εφημερίδας: www.efsyn.gr/themata/thema-tis-efsyn/440739_misos-aionas-misi-patrida-mises-alitheies
———
Γαλλία: Ευρεία κυβέρνηση, προϋπόθεση για οριστική ήττα της ακροδεξιάς/ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ "ΕΘΝΟΣ"
2024-07-08 13:03Γαλλία: Ευρεία κυβέρνηση, προϋπόθεση για οριστική ήττα της ακροδεξιάς
"ΕΘΝΟΣ", 8/7/2024
Ο πρώτος σοσιαλιστής Πρόεδρος της Γαλλίας, Φρανσουά Μιτεράν, έλεγε: «Οι Γάλλοι στον 1ο γύρο τιμωρούν. Στον 2ο επιλέγουν». Δεν είναι βέβαιο ότι μπορούσε να φανταστεί ένα τέτοιο πολιτικό τοπίο όταν ζούσε. Μάλλον όχι. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι μόνο ένα δημοκρατικό πολίτευμα μπορεί να δώσει μια τέτοια συναρπαστική ανατροπή, σαν το αποτέλεσμα του 2ου γύρου των γαλλικών βουλευτικών εκλογών.
Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο πρώτος γύρος των εκλογών στη Γαλλία ανέδειξε την Άκρα Δεξιά ως μια εδραιωμένη δύναμη στη γαλλική κοινωνία με ανοδική δυναμική.
Μεσαία κοινωνικά στρώματα της «βαθιάς» γαλλικής επαρχίας, χαμηλά εισοδηματικά στρώματα στα περιφερειακά «προάστια» των μεγαλουπόλεων μακριά από τα κοσμοπολίτικα κέντρα, χειρώνακτες, άνθρωποι χωρίς υψηλή μόρφωση, όσοι φοβούνται τον εκσυγχρονισμό ή αισθάνονται ότι απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση και τους μετανάστες, ψηφίζουν αυτούς που τους υπόσχονται ότι με μια εθνική αναδίπλωση και επιστροφή στις «παραδόσεις» θα έχουν προστασία από το κράτος. Μαζί τους και όσοι θέλουν να διαμαρτυρηθούν έντονα: ψηφίζουν αυτόν που πιστεύουν ότι θα πονέσει περισσότερο τις «κακές ελίτ»: την ακροδεξιά.
Ο Εμανουέλ Μακρόν με μια πολιτική «ντρίπλα», που θεωρήθηκε –και ήταν- υψηλού ρίσκου, προκαλώντας πρόωρες βουλευτικές εκλογές ανέκοψε την ορμή της Λεπέν προς την προεδρία. Έφερε τους Γάλλους μπροστά στο δίλημμα: θέλετε να σας κυβερνήσει η ακροδεξιά; Πείτε το ευθέως. Έχετε τώρα την ευκαιρία.
Αν δεν το είχε κάνει, μετά τα αρνητικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών θα σερνόταν επί μήνες, κάτω από τη συνεχή υπονόμευση. Το φθινόπωρο, όταν πρέπει να έρθει προς έγκριση ο νέος Προϋπολογισμός, η κυβέρνηση του θα βρισκόταν μπροστά σε πρόταση μομφής από μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης. Ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση δεν είχε ούτε τώρα απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Οι αναπόφευκτες τότε βουλευτικές εκλογές είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγούσαν σε βέβαιη νίκη της ακροδεξιάς «Εθνικής Συσπείρωσης», τον Μπαρντελά στην πρωθυπουργία και θα άνοιγαν βέβαιο δρόμο της Λεπέν προς την Προεδρία της Δημοκρατίας 3 χρόνια μετά.
Όπως φάνηκε, η επικράτηση της Λεπέν δεν είναι νομοτελειακή ούτε είναι προδιαγεγραμμένη. Η οριστική ήττα της Άκρας Δεξιάς προϋποθέτει ισχυρή και λειτουργική κυβέρνηση ευρείας βάσης. Το βασικό πρόβλημα είναι η ετερογένεια των δυνάμεων που ανέκοψαν την επικράτηση της Άκρας Δεξιάς. Και κυρίως το γεγονός ότι οι βασικοί πρωταγωνιστές των τριών μεγάλων πολιτικών μπλοκ έχουν τον νου τους όχι στη νέα γαλλική Εθνοσυνέλευση, αλλά στην προεδρική εκλογή που θα γίνει το 2027.
Η νέα κυβερνητική λύση δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει στρατηγική αντίληψη και πνεύμα συναίνεσης ανάμεσα σε δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς και του Κέντρου που εκφράζει ο Μακρόν.
Ο μεταρρυθμιστής και ευρωπαϊστής κεντροαριστερός ευρωβουλευτής, Ραφαέλ Γκλυκσμάν, που ήταν επικεφαλής της κοινής λίστας του δικού του σχήματος, Place Publique, με τους σοσιαλιστές στις ευρωεκλογές, δήλωσε ότι η Γαλλία πρέπει να βρει την ηρεμία μετά τον δεύτερο γύρο των βουλευτικών εκλογών. «Η πολιτική κουλτούρα πρέπει να αλλάξει», είπε προσθέτοντας ότι «ένα κοινοβούλιο όπου κανένα κόμμα δεν έχει ξεκάθαρη πλειοψηφία απαιτεί δεκτικότητα στον διάλογο. Πρέπει να ενεργήσουμε ως ενήλικες τώρα. Το κοινοβούλιο είναι διαιρεμένο», πρόσθεσε". Διαφοροποιήθηκε έτσι εμμέσως από τον λαϊκιστή αριστερό Μελανσόν, ηγέτη της «Ανυπότακτης Γαλλίας», που δήλωσε ότι πρέπει να εφαρμοστεί «μόνο» και «ολόκληρο» το Πρόγραμμα της αριστερής συμμαχίας του «Νέου Λαϊκού Μετώπου» και «τίποτα άλλο».
Οι εξελίξεις θα κριθούν στο εσωτερικό του «Λαϊκού Μετώπου». Αν δηλαδή είναι διατεθειμένες μετριοπαθείς δυνάμεις όπως το Σοσιαλιστικό Κόμμα και οι ευρωπαϊστές Οικολόγοι της χαρισματικής Μαρίν Τοντελιέ, να συμμετάσχουν ή να στηρίξουν μια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας, χωρίς τον Μελανσόν που αυτο-εξαιρέθηκε από μια τέτοια προοπτική.
Μέσα στο «Νέο Λαϊκό Μέτωπο», αυτός ο δεύτερος γύρος αναδιαρθρώνει την ισορροπία μεταξύ της Ανυπότακτης Γαλλίας/La France Insoumise (LFI) του Μελανσόν και του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS). Οι Σοσιαλιστές βρίσκονται στα πρόθυρα διπλασιασμού του αριθμού τους σε σύγκριση με το 2022, με εκτίμηση μεταξύ 63 και 69 εδρών (έναντι 31 τον Ιούνιο του 2022), και έτσι πλησιάζουν περισσότερο την ομάδα LFI, η οποία πιστώνεται με 68 έως 74 βουλευτές (σε σύγκριση με 75 κατά την τελευταία νομοθετική περίοδο). Αν και η LFI παραμένει (για πολύ λίγο) η πρώτη ομάδα στα αριστερά, δεν είναι πλέον σε κυρίαρχη θέση εντός της συμμαχίας.
Οι Οικολόγοι φαίνεται να έχουν 32 έως 36 βουλευτές (έναντι 23 το 2022), ενώ το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έχει 10 με 12 εκλεγμένους, σχεδόν τους δώδεκα που είχαν εκλεγεί πριν από δύο χρόνια.
Επίσης ρυθμιστικό ρόλο μπορεί να παίξει και το κόμμα της παραδοσιακής Δεξιάς, οι Ρεπουμπλικανοί, που ακολουθούν την παράδοση του Ντε Γκωλ, του Σιράκ και του Σαρκοζύ. Παρά το ότι δεν κατόρθωσαν να πάρουν πάνω από 6-7% των ψήφων, είναι ο τέταρτος σε δύναμη σχηματισμός της νέας Βουλής με 57-67 έδρες. Αποδεικνύουν ότι -παρά την εσωκομματική κρίση τους- έχουν ρίζες στην γαλλική κοινωνία. Σε περίπτωση ανάγκης θα μπορούσαν να συμμετάσχουν ή να στηρίξουν μια κυβέρνηση χωρίς τη Λεπέν και την «Ανυπότακτη Γαλλία» του Μελανσόν.
Οι διεργασίες θα πάρουν καιρό. Το γαλλικό Σύνταγμα δεν επιβάλλει άμεσο σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Για ένα διάστημα θα μπορούσε να συνεχίσει η απερχόμενη κυβέρνηση να λειτουργεί ως υπηρεσιακή. Ο Μακρόν, που ως Πρόεδρος συνεχίζει να είναι ισχυρός πόλος της εκτελεστικής εξουσίας, έχει περιθώρια κινήσεων. Θα χρειαστεί όμως πλέον να εξαντλήσει όλες τις ικανότητες και τα ταλέντα του, χωρίς ηγεμονισμούς και υπεροψία.
www.ethnos.gr/opinions/article/323459/galliaeyreiakybernhshproypotheshgiaoristikhhttathsakrodexias
———
Green Deal at a crossroads: The impact of European Parliament elections on EU climate policies / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ EUROPEAN INTEREST
2024-06-29 13:21Green Deal at a crossroads: The impact of European Parliament elections on EU climate policies
Theodoros Tsikasand Marovita Nikolaidou
The European Union (EU) prides itself on leading the charge toward decarbonisation, aiming to become the first climate-neutral continent by 2050. The European Green Deal, initiated in January 2020, has been the foundation of this effort, driving significant energy and environmental legislation across various sectors. However, political opposition and climate skepticism are gaining momentum, especially evident in the recent European Parliament elections.
Despite climate change remaining a critical issue for Europeans, economic concerns and security issues are now taking precedence, as shown by recent Eurobarometer polling. The evolving political landscape in the European Parliament could have substantial implications for EU climate policies, potentially hindering progress toward decarbonisation goals and influencing global climate policy standards.
The legacy of the previous European Parliament elections in 2019 saw climate change as a key voter issue, leading to Ursula von der Leyen‘s commitment to strong climate action through the European Green Deal. This initiative included ambitious policies like the Fit for 55 package, which expanded the EU emissions trading system, introduced the Carbon Border Adjustment Mechanism, and set new standards for land use, transportation, and energy sectors.
Despite initial progress, the EU’s green momentum has waned due to a sluggish economic recovery, persistent inflation, and rising energy costs exacerbated by Russia’s invasion of Ukraine. This has led to increased protests and opposition at both the national and EU levels, with key examples including a weakened German climate law and calls for a “pause” on EU environmental regulations from French President Emmanuel Macron.
The recent European Parliament elections saw a significant loss for Green parties, reducing their influence. The center-right European People’s Party (EPP), which holds the largest number of seats, supports global climate leadership but advocates for technology-neutral approaches, often clashing with the Greens and Socialists.
Looking ahead, the Socialists and Democrats (S&D) group and the liberal Renew Europe group will continue to support the Green Deal, albeit with differing emphases on social justice and pragmatic implementation. Meanwhile, conservative and far-right groups like the European Conservatives and Reformists (ECR) and Identity and Democracy (ID) oppose the Green Deal, advocating for local climate strategies and deeming decarbonisation targets unrealistic.
While the green agenda faces challenges, it is unlikely to be abandoned completely, especially if von der Leyen remains as European Commission president. The new distribution of parliamentary seats could lead to more conservative coalitions, but the Green parties might still play a crucial role in maintaining climate action priorities.
Abandoning the green transition would be a strategic error for European policymakers. Despite competing priorities, the climate crisis remains urgent, with Europe warming at twice the global average. To ensure the Green Deal’s success, policymakers need to link climate action with competitiveness and focus on implementation over new legislation, requiring strong political leadership from figures like von der Leyen and the EPP.
The urgency to reduce global greenhouse gas emissions is escalating, with the remaining carbon budget to limit global warming to 1.5 degrees Celsius shrinking rapidly. Although the EU contributes only about 7% of global emissions, it aims to lead by example through stringent domestic measures. However, the EU’s influence on global emissions necessitates a stronger external strategy, particularly in supporting international climate action and fostering equitable partnerships.
Drivers and challenges of EU Green diplomacy:
- Implementation of Climate Goals: The effectiveness of the EU’s strategy hinges on turning Nationally Determined Contributions (NDCs) into actionable green-transition plans. These plans, especially in emerging markets and developing economies (EMDEs), should be linked to international climate finance.
- Trade and Competitiveness: The Green Deal will impact trade partners significantly through mechanisms like the Carbon Border Adjustment Mechanism (CBAM) and reduced demand for oil and gas. Managing these repercussions requires strengthened EU external action and CBAM diplomacy.
- Critical Raw Materials: The transition to a green economy will heighten demand for critical raw materials, necessitating partnerships to secure these resources sustainably.
Priorities for enhanced Green diplomacy:
- Strengthening Partnerships: The EU needs to consolidate various partnerships into unified green-industrialisation frameworks with key EMDEs, promoting sustainable practices and technological innovation.
- Carbon Pricing and Taxation: Advancing global carbon pricing mechanisms and exploring international green taxation avenues will be crucial in aligning global efforts towards emission reductions.
- Trade and Climate Agreements: To prevent a green trade war, the EU should advocate for plurilateral agreements on green subsidies and tariffs, fostering collaboration with major global partners.
Addressing fragmentation and governance:
- Cohesive governance: The document calls for a dedicated Executive Vice President for the Green Deal to oversee both internal and external climate policies, ensuring streamlined and coherent action.
- Team Europe initiatives: Enhancing these initiatives through inclusive decision-making and financial incentives will bolster coordinated efforts across member states.
The EU faces a multifaceted challenge in implementing the Green Deal while maintaining global influence and addressing geopolitical and economic pressures. A pragmatic and cohesive approach to green diplomacy, centered on effective implementation, strategic partnerships, and robust governance, is essential for the EU to lead global decarbonisation efforts successfully. The upcoming 2024-2029 institutional cycle presents a critical opportunity for the EU to reinforce its leadership in global climate action.
*Mr. Theodoros TSIKAS is a Political Scientist – International Relations Expert, Vice-President of the Greek Union for the Federation of Europe – EEnOE/ UEF Greece
**Ms. Marovita NIKOLAIDOU is a Communications Specialist – Political Scientist, Communications Officer of the Greek Union for the Federation of Europe – EEnOE/ UEF Greece
———
"Η Ευρώπη αναζητά πολιτικό σχέδιο" / ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤA ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΗ HUFFINGTON POST
2024-06-10 11:07Η Ευρώπη αναζητά πολιτικό σχέδιο
HUFFINGTON POST, 10/6/2024
Παρά την σαφή ενίσχυση τους, η άνοδος τους δεν είναι αυτή που φοβόντουσαν διάφοροι αναλυτές. Από το 20% των εδρών στο απερχόμενο Ευρωκοινοβούλιο, δεν φαίνεται ότι ξεπερνούν το 25% των εδρών στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Δεν χρειάζεται φυσικά εφησυχασμός, αλλά δεν δικαιολογείται δραματοποίηση της κατάστασης.
Ορισμένα από αυτά τα κόμματα είχαν κέρδη λόγω αλλαγής της ρητορικής τους επί το μετριοπαθέστερο, κάτι που δημιούργησε το φαινόμενο της «κανονικοποίησης» της ακροδεξιάς.
Οι βασικές συνιστώσες της φιλοευρωπαϊκής πλειοψηφίας -κεντροδεξιοί, σοσιαλδημοκράτες, κεντρώοι Φιλελεύθεροι, Πράσινοι- θα συνεχίσουν να λαμβάνουν τις αποφάσεις. Βέβαια τώρα οι συμβιβασμοί που θα απαιτούνται μεταξύ αυτών των δυνάμεων, θα είναι πιο δύσκολοι και περίπλοκοι.
Θα υπάρξει φυσικά μεγαλύτερη πίεση για επανεθνικοποίηση πολλών πολιτικών, που σήμερα είναι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές. Την στιγμή δηλαδή που η Ε.Ε, πρέπει να προχωρήσει πιο τολμηρά στην εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης της, θα δυναμώσουν οι κραυγές υπέρ της επιστροφής στα επιμέρους εθνικά κράτη-μέλη.
Ο πιο σοβαρός κίνδυνος είναι ορισμένα κόμματα της μετριοπαθούς Δεξιάς και κεντροδεξιάς, για ψηφοθηρικούς λόγους, να ενδώσουν σε συμμαχίες με την ακροδεξιά και σε στήριξη των προτάσεων της. Κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε τα αναγκαία μέτρα αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης, θα οδηγούσε σε παραβίαση δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών, σε αυταρχικές εκτροπές από τους κανόνες του κράτους δικαίου κλπ. Υπήρξαν τέτοια φαινόμενα στο απερχόμενο Ευρωκοινοβούλιο.
Η φιλοευρωπαϊκή πλειοψηφία οφείλει να λάβει μέτρα, που θα καθιστούν την ΕΕ έναν σημαντικό γεωπολιτικό παίκτη με ισχυρό διεθνές αποτύπωμα, να συνεχίσει την διεύρυνση της Ε.Ε. με νέες χώρες, και ταυτοχρόνως να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της, ώστε αυτή να γίνει πιο ευέλικτη, λειτουργική και αποτελεσματική.
Κεντρικό σημείο είναι η απαλλαγή από την ανάγκη για ομοφωνία σε κρίσιμες αποφάσεις, δηλαδή η κατάργηση του δικαιώματος «βέτο» που έχει κάθε μεμονωμένη χώρα, ειδικά στα θέματα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής. Ισχυρή ευρωπαϊκή ομπρέλα δεν συνάδει με τη δυνατότητα ενός κράτους-μέλους να εμποδίζει τα υπόλοιπα 26 κράτη-μέλη να προχωρούν σε κοινές πρωτοβουλίες.
Η στρατηγική ατζέντα της ΕΕ για τα επόμενα 5 χρόνια πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλαμβάνει τολμηρές αποφάσεις για την άμυνα και την ασφάλεια (με εξεύρεση καινοτόμων χρηματοδοτικών εργαλείων), την ενίσχυση του ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού, την «πράσινη» και την ψηφιακή μετάβαση, την ενίσχυση των πολιτικών συνοχής και αλληλεγγύης, καθώς και την προσαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Σημαντικό βήμα θα ήταν η μονιμοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
———
Ο Θόδωρος Τσίκας γράφει για το «σύνδρομο του σκαντζόχοιρου»/ Ανάλυση στην εβδομαδιαία εφημερίδα TODAY PRESS για τις σχέσεις με Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Τουρκία
2024-05-18 13:44Το «σύνδρομο του σκαντζόχοιρου»
Εφημερίδα TODAY PRESS, 18-26/5/2024
του Θόδωρου Τσίκα
πολιτικού επιστήμονα, διεθνολόγου, Αντιπροέδρου της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης – ΕΕ-νΟΕ
Είναι βέβαιο ότι την τελευταία περίoδο, έχουν αρχίζει να εμφανίζονται κάποιες τριβές της χώρας μας με ορισμένους γείτονες της. Παρά την ενόχληση, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι λογική, η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει την εικόνα ότι τσακώνεται με όλες τις γειτονικές χώρες, και ότι είναι η ίδια «μέρος του προβλήματος».
Υπάρχουν τρόποι που η χώρα μας μπορεί να προωθήσει τις θέσεις της, ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, με αυτοπεποίθηση, και όχι με φοβικότητα. Το «σύνδρομο του σκαντζόχοιρου», μιας εθνικιστικής αναδίπλωσης, δεν θα βοηθήσει.
Επίσκεψη Ράμα: Πολλή φασαρία για το τίποτα
Η ιδιωτική επίσκεψη του πρωθυπουργού της Αλβανίας, Έντι Ράμα, στην Αθήνα, δημιούργησε πριν ακόμα πραγματοποιηθεί θόρυβο στον δημόσιο διάλογο, αναντίστοιχη με την πραγματικότητα.
Ο Έντι Ράμα δεν επισκέφθηκε την Αθήνα ως πρωθυπουργός, αλλά με την ιδιότητα του επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αλβανίας. Μίλησε μόνο σε ομοεθνείς του, που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης περιοδείας σε ξένες χώρες όπου υπάρχει αλβανική διασπορά (Ελλάδα, Ιταλία, Γερμανία, κ.α.). Και λόγω αυτού δεν υπήρξαν, ούτε ζητήθηκαν επαφές με κυβερνητικούς επισήμους.
Αυτό συμβαίνει πολλές φορές. Κατά καιρούς κυβερνητικοί παράγοντες της Ελλάδας μεταβαίνουν για περιοδείες και εκδηλώσεις στις περιοχές της νότιας Αλβανίας, όπου ζουν Έλληνες μειονοτικοί.
Οι υπερβολικές διαστάσεις που έχει λάβει στη χώρα μας η υπόθεση Μπελέρι και η δραματοποίηση της, έκανε πολλούς να βλέπουν με μεγεθυντικό φακό την επίσκεψη Ράμα. Τελικά ο κ. Ράμα δεν έκανε καμία αναφορά στο ζήτημα αυτό. Η επίσκεψη του δεν είχε καμία πραγματική επίδραση στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις: ούτε τις βελτίωσε, ούτε τις επιδείνωσε.
Οι «νεφώσεις» στις σχέσεις με τη Βόρεια Μακεδονία να μη γίνουν «καταιγίδες»
Το πρόβλημα που προέκυψε με την ορκωμοσία της νέας προέδρου της Βόρειας Μακεδονίας, είναι υπαρκτό. Σύμφωνα με την αρχή του Δικαίου «pacta sunt servanda»: οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται.
Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να καταργηθεί. Είναι διεθνής Συνθήκη και έχει καταχωρηθεί στον ΟΗΕ. Ο διεθνής παράγοντας, κυρίως ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αυτές που θα πιέσουν για την τήρηση της, διότι δεν επιθυμούν αποσταθεροποίηση στα Βαλκάνια.
Αφού υπήρξε η συμφωνία με την Ελλάδα, τότε η Βουλγαρία έβαλε «βέτο» στην ευρωπαϊκή προοπτική της Βόρειας Μακεδονίας. Αυτός ήταν ένας από τους παράγοντες που το εκλογικό σώμα της Βόρειας Μακεδονίας στράφηκε προς το δεξιό, εθνικιστικό VMRO. Διαψεύστηκαν οι ελπίδες που είχαν για την προώθηση της ευρωπαϊκής πορείας της.
Αν δεν διαφανεί έστω μακρινή προοπτική για ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ, δεν θα υπάρχει μοχλός πίεσης στη γειτονική χώρα να τηρήσει την Συμφωνία των Πρεσπών. Επομένως, το κλειδί θα ήταν να πιεστεί η Βουλγαρία να αλλάξει στάση.
Επίσης και η Ελλάδα πρέπει να κάνει και αυτή τα βήματα που της αναλογούν. Δεν είναι νοητό ορισμένοι κρατικοί και κυβερνητικοί αξιωματούχοι να αρνούνται να αποκαλέσουν τη γειτονική χώρα με την ονομασία που συμφωνήθηκε.
Ούτε να μην έχουν επικυρωθεί από τη Βουλή τα μνημόνια συνεργασίας που προκύπτουν από τη Συμφωνία των Πρεσπών, και είναι κυρίως προς όφελος της Ελλάδας.
Το ένα από αυτά μάλιστα, παραχωρεί τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας της Βόρειας Μακεδονίας στην ελληνική Πολεμική Αεροπορία !
Το καλό κλίμα στα ελληνοτουρκικά είναι θετικό, χρειάζεται όμως να υπάρξει και επίλυση
Η συνάντηση Ερντογάν-Μητσοτάκη πήγε θετικά, όπως αναμενόταν, χωρίς εκπλήξεις. Οι δύο ηγέτες διατύπωσαν με ηπιότητα τις απόψεις τους, ακόμα και στα σημεία όπου υπάρχουν διαφωνίες. Ήταν αισθητή η προσοχή που κατέβαλαν, ώστε να μην υπάρξουν τριβές.
Είναι βέβαιο ότι μεταξύ των ηγετών ή των αντιπροσωπειών έγινε μια αποτίμηση της προόδου στα τρία «τραπέζια» του ελληνοτουρκικού διαλόγου:
α. της θετικής ατζέντας (συνεργασία σε οικονομία, εμπόριο, μεταφορές, περιβάλλον, τουρισμός κ.α.)
β. των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, δηλαδή η πραγματοποίηση των στρατιωτικών ασκήσεων στο Αιγαίο, με τρόπο που να μην προκαλείται ένταση, και
γ. του πολιτικού διαλόγου, όπου συζητείται ο ”σκληρός πυρήνας” των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Η πολιτική βούληση που εκφράστηκε ήταν να συνεχίσει ο δρόμος της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών. Μετά τις ευρωεκλογές, αρχίζει ένα διάστημα τριών ετών χωρίς καμία εκλογική αναμέτρηση στην Ελλάδα και την Τουρκία. Κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια να συμπίπτει και στις δύο χώρες.
Υπάρχει ένας «καθαρός» πολιτικός χρόνος, όπου ο φόβος του «πολιτικού κόστους» δεν θα είναι τόσο έντονος. Εμφανίζεται λοιπόν μια μείζων ευκαιρία. Οι δύο πλευρές να επιταχύνουν τις απευθείας διαπραγματεύσεις, ώστε να επιλυθούν οι διμερείς διαφορές, να λυθούν τα προβλήματα και να κλείσουν οι εκκρεμότητες. Και όσα δεν μπορέσουν να επιλυθούν μέσω του διαλόγου, να παραπεμφθούν σε διεθνή δικαστικά ή δικαιοδοτικά όργανα.
Το καλό κλίμα δεν αρκεί. Όσο τα ζητήματα μένουν ανοιχτά, σε μια διαφορετική συγκυρία μπορεί να προκληθεί εκ νέου ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Μόνο η διευθέτηση των προβλημάτων, είτε με πολιτική είτε με νομική οδό, καθώς και με συνδυασμό των δύο μορφών, μπορεί να σταματήσει αμφισβητήσεις και να εμπεδώσει την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή μας.
afteroffice.gr/o-thodoros-tsikas-grafei-gia-to-syndromo-tou-skantzochoirou/
———
"Το καλό κλίμα είναι θετικό, αλλά χρειάζεται και επίλυση" - Για την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα / Άρθρο στην HUFFINGTON POST
2024-05-14 14:55Είναι βέβαιο ότι μεταξύ των ηγετών ή των αντιπροσωπειών έγινε μια αποτίμηση της προόδου στα τρία ”τραπέζια” του ελληνοτουρκικού διαλόγου:
α) της θετικής ατζέντας (συνεργασία σε οικονομία, εμπόριο, μεταφορές, περιβάλλον, τουρισμός κ.α.)
γ) του πολιτικού διαλόγου, όπου συζητείται ο ”σκληρός πυρήνας” των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τις τελευταίες εβδομάδες οι δύο υπουργοί Εξωτερικών είχαν συναντηθεί στο περιθώριο διεθνούς συνάντησης επί ένα δίωρο. Σε μια τέτοια συνάντηση δίνεται το περιθώριο να συζητηθούν τα πάντα στις διμερείς σχέσεις, ακόμα και τα πιο δύσκολα θέματα, χωρίς ”ταμπού”.
Μεταξύ αυτών θα μπορούσε να είναι ακόμα και η πιθανότητα επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, που παρότι είναι διεθνές και όχι διμερές ζήτημα, έχει επίδραση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αλλά και αντιστρόφως: η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορεί να συμβάλει στις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας τάχθηκε δημοσίως υπέρ της επιμήκυνσης της αποστολής της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό, της κυρίας Ολγκίν.
Είναι προφανές ότι δόθηκαν ή θα δοθούν οι κατευθύνσεις για νέο πρόγραμμα των συναντήσεων. Ήδη γνωρίζουμε ότι θα συγκληθεί το Ανώτατο Συμβούλιο Στρατηγικής Συνεργασίας (με συμμετοχή των δύο ηγετών με πλειάδα υπουργών τους) στην Άγκυρα μέχρι το τέλος του χρόνου.
Η συνεργασία στον τομέα της οικονομίας αναβαθμίζεται με την ίδρυση Ελληνοτουρκικού Επιχειρηματικού Φόρουμ. Από την άλλη, η Ελλάδα δηλώνει ότι υποστηρίζει ένα από τα αιτήματα της Τουρκίας στο πλαίσιο του ευρω-τουρκικού διαλόγου, την οικονομική ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Τουρκία για το Προσφυγικό/Μεταναστευτικό, στο οποίο έχει σημειωθεί σημαντική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Η πολιτική βούληση που εκφράστηκε ήταν να συνεχίσει ο δρόμος της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών. Το γεγονός ότι οι απαντήσεις και ανταπαντήσεις μεταξύ του προέδρου της Τουρκίας και του πρωθυπουργού της Ελλάδας δεν αφορούσαν την ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θετικό.
Η επιλογή του Ταγίπ Ερντογάν να σχολιάσει αντί αυτών το θέμα της Γάζας, είναι προφανές ότι αντανακλά τις πολιτικές προτεραιότητες του τόσο για το εσωτερικό ακροατήριο στην Τουρκία, όσο και το ευρύτερο ακροατήριο των μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή και στον κόσμο.
Το βασικό θέμα που προκύπτει είναι το εξής. Μετά τις ευρωεκλογές, αρχίζει ένα διάστημα τριών ετών χωρίς καμία εκλογική αναμέτρηση στην Ελλάδα και την Τουρκία. Κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια να συμπίπτει και στις δύο χώρες. Υπάρχει ένας ″καθαρός” πολιτικός χρόνος, όπου ο φόβος του ”πολιτικού κόστους” δεν θα είναι τόσο έντονος.
Εμφανίζεται λοιπόν μια μείζων ευκαιρία. Οι δύο πλευρές να επιταχύνουν τις απευθείας διαπραγματεύσεις, ώστε να επιλυθούν οι διμερείς διαφορές, να λυθούν τα προβλήματα και να κλείσουν οι εκκρεμότητες. Και όσα δεν μπορέσουν να επιλυθούν μέσω του διαλόγου, να παραπεμφθούν σε διεθνή δικαστικά ή δικαιοδοτικά όργανα.
Το καλό κλίμα δεν αρκεί. Όσο τα ζητήματα μένουν ανοιχτά, σε μια διαφορετική συγκυρία μπορεί να προκληθεί εκ νέου ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Μόνο η διευθέτηση των προβλημάτων, είτε με πολιτική είτε με νομική οδό, καθώς και με συνδυασμό των δύο μορφών, μπορεί να σταματήσει αμφισβητήσεις και να εμπεδώσει την ειρήνη και την σταθερότητα στην περιοχή μας.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
———
ΑΡΘΡΟ ΣΤΑ "ΝΕΑ"-ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ (20/4): Οι «κόκκινες γραμμές» Ισραήλ-Ιράν
2024-04-20 16:24Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ-Σαββατοκύριακο (20/4/2024)
Οι «κόκκινες γραμμές» Ισραήλ-Ιράν
ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΤΣΙΚΑ*
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα χτυπήματα μεταξύ Ιράν και Ισραήλ γίνονται για λόγους γοήτρου και κύρους. Κάθε πλευρά επιθυμεί να δείξει ότι δεν είναι αδύναμη έναντι της άλλης και ότι μπορεί να αντιμετωπίσει όλες τις πιθανές προκλήσεις. Κυρίως όμως είναι ένα τεστ, στο οποίο υποβάλλει η μία πλευρά την άλλη, για να δει ποια θα είναι η αντίδραση της. Το τεστ αφορά και ορισμένα άλλα κράτη της περιοχής, όπως και κάποιες δυτικές χώρες που αναπτύσσουν δραστηριότητα στη Μέση Ανατολή. Είναι μια προσπάθεια χάραξης «κόκκινων γραμμών» των δύο πλευρών.
Το Ισραήλ προσπαθεί να δει ποια είναι τα όρια του Ιράν, ώστε να αποφασίσει εάν τελικά στραφεί κατά της ακραίας σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ του Λιβάνου, όταν θα έχει ολοκληρώσει τις δικές του στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα. Η εξάρθρωση της παλαιστινιακής ισλαμο-φασιστικής Χαμάς δεν θεωρείται ικανοποιητική λύση στο ζήτημα της ασφάλειας του Ισραήλ. Η ισραηλινή διοίκηση πιστεύει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να κλείσει και το ζήτημα της Χεζμπολάχ. Όμως είναι άγνωστο πώς θα αντιδράσει η Τεχεράνη, σε περίπτωση που αποφασίσει το Ισραήλ να εξοντώσει ακόμη ένα «πληρεξούσιο» του Ιράν.
Το Ιράν δοκιμάζει να δει ποια θα είναι η αντίδραση του Ισραήλ και των Δυτικών, σε περίπτωση που το ίδιο αποφασίσει να επέμβει για να σώσει τη Χεζμπολάχ. Η Χαμάς δεν μπορεί να σωθεί, όπως φάνηκε. Όμως το Ιράν θέλει να διατηρήσει την επιρροή του στο Λίβανο, διότι πιστεύει ότι μετά θα έχει σειρά η Συρία, με κίνδυνο να χάσει την πρόσβαση του στην Ανατολική Μεσόγειο. Το Ιράν θεωρεί ότι η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που εξήγγειλε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πριν μερικούς μήνες, θα έχει μακροπρόθεσμα αυτό το αποτέλεσμα.
Είναι γνωστό ότι το καθεστώς των φανατικών μουλάδων του Ιράν είναι σύμμαχος του βάναυσου καθεστώτος του Άσαντ της Συρίας. Με αφορμή τον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία, ιρανικές στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις βρίσκονται στο συριακό έδαφος. Μαζί τους βρίσκονται υψηλόβαθμα στελέχη των διαβόητων «Φρουρών της Επανάστασης», σιδερένιο χέρι του ιρανικού καθεστώτος, και της πιο σκληροπυρηνικής μονάδας τους που ονομάζεται «Αλ Κουντς» (μουσουλμανική ονομασία της Ιερουσαλήμ).
Από την έδρα τους στη Συρία οι Ιρανοί συντονίζουν τις επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, τόσο από τις δυνάμεις τους που βρίσκονται στο συριακό έδαφος, όσο και από οργανώσεις που χρηματοδοτούνται, εξοπλίζονται και εκπαιδεύονται από τους ίδιους: τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ, τις φιλο-ιρανικές οργανώσεις των σιιτών του Ιράκ, τους σιίτες αντάρτες Χούθι της Υεμένης, αλλά και τη Χαμάς στη Γάζα. Μια σύσκεψη ανώτατων στελεχών του Ιράν και κάποιων από αυτές τις οργανώσεις, φαίνεται ότι ήταν ο στόχος του ισραηλινού χτυπήματος στο προξενείο του Ιράν στη Δαμασκό.
Από την άλλη, Ισραήλ και πολλές μετριοπαθείς αραβικές χώρες έχουν από κοινού την αίσθηση ότι απειλούνται από το Ιράν. Αυτό οδήγησε σε ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα: για την απόκρουση της ιρανικής πυραυλικής επίθεσης κατά του Ισραήλ, συνεργάστηκαν όχι μόνο οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία, αλλά και η Ιορδανία, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αυτές οι αραβικές χώρες, μαζί με την Αίγυπτο, θα μπορούσαν να είναι ο κορμός των «εγγυητριών δυνάμεων» για την Γάζα, αφού τελειώσουν οι εχθροπραξίες εκεί.
Η εξομάλυνση των σχέσεων Ισραήλ-Σαουδικής Αραβίας είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος για να υποστηριχθεί η ειρήνη και η σταθερότητα στην περιοχή και να αντιμετωπιστεί μακροπρόθεσμα η επιβλαβής επιρροή του Ιράν. Η επίτευξη αυτής της ομαλοποίησης απαιτεί πιο αποτελεσματικά βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σχέδια για την παροχή διακυβέρνησης και ασφάλειας στη Γάζα, ανοίγοντας το δρόμο για μεταβάσεις ηγεσίας τόσο στα Παλαιστινιακά Εδάφη, όσο και στο Ισραήλ. Αφενός, με τον εκσυγχρονισμό της Παλαιστινιακής Αρχής του προέδρου Μαχμούντ Αμπάς. Και αφετέρου, με την ανάδειξη μετριοπαθών ισραηλινών δυνάμεων.
Η ηγεσία του Τζο Μπάϊντεν στις ΗΠΑ, η οποία πρωταγωνιστεί στις εξελίξεις αυτές, προσπαθεί παράλληλα να διασφαλίσει ότι η ανθρωπιστική βοήθεια φτάνει στους απελπισμένους Παλαιστίνιους αμάχους και να σκιαγραφήσει μια πορεία προς ένα μεταπολεμικό μέλλον ειρήνης και σταθερότητας, τόσο για τους Ισραηλινούς όσο και για τους Παλαιστίνιους.
Για να επιτευχθεί αυτό, είναι απαραίτητο να παρακαμφθούν τα εμπόδια που θέτει ο εθνικιστής πρωθυπουργός του Ισραήλ, Βενιαμίν Νετανιάχου, και οι ακροδεξιοί κυβερνητικοί εταίροι του. Όχι μόνο με την παύση των αδιάκριτων χτυπημάτων κατά αμάχων και μη στρατιωτικών στόχων στη Γάζα. Αλλά και με την αποδοχή της επανέναρξης διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, δίπλα στο Ισραήλ το οποίο θα έχει εγγυήσεις για την ασφάλεια των συνόρων του.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ
———
Θόδωρος Τσίκας: Ιράν-Ισραήλ: Γόητρο, προσχήματα και ισορροπίες / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ D News
2024-04-15 14:22Από την έδρα τους στη Συρία οι Ιρανοί συντονίζουν τις επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ, τόσο από τις δυνάμεις τους που βρίσκονται στη Συρία, όσο και από οργανώσεις που χρηματοδοτούνται, εξοπλίζονται και εκπαιδεύονται από τους ίδιους: την ακραία οργάνωση των Σιιτών μουσουλμάνων του Λιβάνου «Χεζμπολλάχ», τις φιλο-ιρανικές οργανώσεις των Σιιτών του Ιράκ, τους Σιίτες αντάρτες Χούθι της Υεμένης, αλλά και τις τρομοκρατικές παλαιστινιακές οργανώσεις Χαμάς και Ισλαμική Τζιχάντ στη Γάζα.
Πολλές φορές έχουν ανταλλαγεί χτυπήματα ανάμεσα σε Ιρανούς και Ισραηλινούς στο συριακό έδαφος. Ήταν όμως η πρώτη φορά που το Ισραήλ χτύπησε Ιρανούς στρατιωτικούς και παραστρατιωτικούς ηγέτες μέσα σε κρατικό κτίριο του Ιράν, όπως είναι το ιρανικό προξενείο στη συριακή πρωτεύουσα, τη Δαμασκό. Ήταν αναμφίβολο ότι το Ιράν θα απαντούσε, για λόγους γοήτρου και κύρους στην περιοχή. Και το Ισραήλ είχε προετοιμαστεί.
Οι ΗΠΑ είχαν στείλει μέσω ατύπων διαύλων μήνυμα προς την ηγεσία του Ιράν, ότι αμερικανικές δυνάμεις δεν είχαν αναμιχθεί στην ισραηλινή επίθεση κατά του ιρανικού προξενείου. Προειδοποίησαν το Ιράν να μην χτυπήσει αμερικανικούς στόχους, και η απάντηση του να είναι «μετρημένη», ώστε να μην οδηγήσει σε ευρύτερη ανάφλεξη.
Το γεγονός ότι η επίθεση του Ιράν δεν προκάλεσε νεκρούς στο Ισραήλ, επιτρέπει σε πολλές δυτικές χώρες να καλέσουν το Ισραήλ να μην ανταποδώσει το χτύπημα. Με την σειρά του, το ιρανικό χτύπημα στο Ισραήλ είναι η πρώτη επίθεσή του απευθείας στο ισραηλινό έδαφος. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να μην δώσει τη δική του απάντηση το Ισραήλ.
Η αμερικανική διπλωματία ασκεί πολλές πιέσεις, ώστε και η ισραηλινή επίθεση στο Ιράν να μην ξεπεράσει κάποια «όρια». Ο στόχος είναι να τηρούνται τα προσχήματα αλλά και οι ισορροπίες.
Η κυβέρνηση Μπάϊντεν έχει προβάλει την θέση ότι θα κάνει τα πάντα για την άμυνα του Ισραήλ, αλλά δεν συμφωνεί και δεν θα συμμετάσχει σε ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν. Οι αμερικανική ηγεσία γνωρίζει πολύ καλά ότι απευθείας αναμέτρηση ΗΠΑ-Ιράν μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.
Το Ιράν γνωρίζει ότι αν γενικευθεί η επίθεση εναντίον του θα καταστραφούν το πυρηνικό πρόγραμμα του, οι υποδομές και η οικονομία του. Αλλά και το Ισραήλ δεν θα ήθελε να βρεθεί με ανοιχτά όλα τα μέτωπα, από Ιράν, Συρία, Λίβανο, Υεμένη και φυσικά Γάζα.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης - ΕΕνΟΕ
www.dnews.gr/eidhseis/opinion/468399/thodoros-tsikas-iran-israil-goitro-prosximata-kai-isorropies
———
Τουρκία: διαμαρτυρία για οικονομία και φθορά εξουσίας στις δημοτικές εκλογές / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ MATRIX24
2024-04-02 08:34Τουρκία: διαμαρτυρία για οικονομία και φθορά εξουσίας
Τουρκία: διαμαρτυρία για οικονομία και φθορά εξουσίας
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
Ακόμα μια φορά, η οικονομία έπαιξε ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Ακρίβεια, πτώση της τουρκικής λίρας, υψηλός πληθωρισμός, η αθέτηση των υποσχέσεων του Ταγίπ Ερντογάν περί μη ανόδου των τραπεζικών επιτοκίων, είναι βασικοί λόγοι για τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών στην Τουρκία.
Η φθορά της άσκησης εξουσίας επί 22 χρόνια από τον Ερντογάν και το συντηρητικό ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ήταν σημαντικός παράγοντας. Μια ολόκληρη γενιά δεν έχει γνωρίσει άλλον ηγέτη. Το γεγονός οδήγησε πολλούς νέους να ζητήσουν αλλαγή και ανανέωση. Είναι γνωστό ότι οι νεαρές ηλικίες αποτελούν υψηλό ποσοστό στο σύνολο του τουρκικού πληθυσμού.
Ρόλο έπαιξε και η παρουσία του μικρού ισλαμιστικού Νέου Κόμματος Ευημερίας, υπό την ηγεσία του γιου του ιστορικού ηγέτη του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, Ερμπακάν. Το κόμμα προσελκύει υπερσυντηρητικούς ισλαμιστές που, ενώ είχαν υποστηρίξει Ερντογάν, σήμερα φέρονται δυσαρεστημένοι κυρίως από την κατάσταση της οικονομίας.
Το κεντροαριστερό κοσμικό κεμαλικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα κερδίζει περισσότερους Δήμους έναντι του κυβερνώντος κόμματος. Μεταξύ αυτών, οι 6 μεγαλύτερες πόλεις: Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα, Σμύρνη, Άδανα, Αττάλεια, Προύσα.
Στον υπολογισμό των ποσοστών των κομμάτων, για πρώτη φορά μετά από 22 χρόνια το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα προηγείται. Φυσικά πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι μιλάμε για δημοτικές εκλογές, στις οποίες η ψήφος διαμαρτυρίας είναι πιο εύκολη από ό,τι στις προεδρικές και στις βουλευτικές εκλογές.
Ο Ταγίπ Ερντογάν παρά το σοβαρό πλήγμα, παραμένει Πρόεδρος με πολύ ισχυρές εξουσίες εκ του Συντάγματος, και με πλειοψηφία στην Βουλή. Το ερώτημα είναι σε ποιες αλλαγές στην εσωτερική και οικονομική πολιτική θα προχωρήσει, έτσι ώστε να επηρεάσει την προεδρική εκλογή του 2028, είτε είναι ο ίδιος υποψήφιος, είτε άλλος της επιλογής του.
Ο Εκρέμ Ιμάμογλου είναι ο μόνος πολιτικός που κατορθώνει να αμφισβητήσει πολιτικά τον Ερντογάν, αποκτώντας ισχυρή εκλογική βάση. Αποδείχθηκε εξαιρετικά πολυσυλλεκτικός κατορθώνοντας να προσεγγίσει πολλές κοινωνικές κατηγορίες. Κερδίζει νέους και μεγαλύτερους, φτωχότερους και μεσαία τάξη, εθνικιστές και Κούρδους.
Αποτελεί εκπρόσωπο μιας κοινωνικής αντιπολίτευσης, που ξεπερνά τα όρια του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος. Για ανάδειξη του όμως σε προεδρικό υποψήφιο το 2028, πρέπει να προσπεράσει δύο εμπόδια. Τη δικαστική περιπέτεια, που δεν έχει τελειώσει, καθώς με πιθανή καταδίκη μπορεί να στερηθεί τα πολιτικά δικαιώματα του. Και τον σημερινό ηγέτη του κόμματος του, Οζγκούρ Οζέλ. Ενισχυμένος από τη νίκη, ο νέος ηγέτης της αντιπολίτευσης μπορεί να θελήσει να συμμετάσχει ο ίδιος στις προεδρικές εκλογές, αντί του δημάρχου Κωνσταντινούπολης.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας-Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
www.matrix24.gr/2024/04/tourkia-diamartiria-gia-ikonomia-ke-fthora-exousias/
———
Προχωρά η ευρωπαϊκή Άμυνα, αν και με μικρά βήματα / ΑΡΘΡΟ ΣΤΗ "ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ"
2024-03-22 12:10Ας αρχίσουμε από τα βασικά: οι καλές εποχές πέρασαν. Η περίοδος σχετικής σταθερότητας και ειρήνης που επικράτησε -ειδικά στην Ευρώπη- τα τελευταία 30 χρόνια, τελείωσε.
Υπό αυτήν την έννοια, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ήταν μια «τομή». Διότι αμφισβήτησε εμπράκτως και με τη βία, τις δύο αυτές βασικές αρχές. Δεν πρόκειται για μια «εφήμερη» περιπέτεια. Οι συνέπειες της θα επιδράσουν στο ευρωπαϊκό σκηνικό για τα επόμενα 20-30 χρόνια. Αυτός είναι ο λόγος που βλέπουμε μπροστά μας να εξελίσσεται η αναδιοργάνωση του ευρωπαϊκού και -σε μεγάλο βαθμό- του διεθνούς τοπίου.
Η Ευρώπη αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι πρέπει να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες δικές της δυνατότητες στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Το γεγονός ότι στα ανατολικά της βλέπει έναν γιγάντιο απειλητικό γείτονα, που συνεχώς ενισχύει το αυταρχικό καθεστώς στο εσωτερικό του και την επεκτατική-επιθετική πολιτική προς το εξωτερικό, την οδηγεί στο συμπέρασμα πως η ίδια δεν μπορεί να συνεχίσει με τους πενιχρούς πόρους για την άμυνα της.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που στηρίζουν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τις αμυντικές ανάγκες της Ευρώπης, έχουν αρχίσει να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον τους και προς άλλα διεθνή μέτωπα. Με ιδιαίτερη αιχμή αυτό του Ινδο-Ειρηνικού Ωκεανού, όπου η Κίνα συνεχώς αυξάνει τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της, ενώ οξύνει την εθνικιστική ρητορική και την επιθετική συμπεριφορά προς γειτονικές της χώρες.
Ιδιαιτέρως μάλιστα η πιθανότητα να εκλεγεί πρόεδρος ο Ντόναλντ Τραμπ, θέτει τους Ευρωπαίους μπροστά σε επείγουσες επιλογές. Είναι γνωστό ότι ο Τραμπ περιφρονεί τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις διεθνείς συμμαχίες της χώρας του (όπως το ΝΑΤΟ), και επιθυμεί να προωθήσει μια απομονωτική εξωτερική πολιτική, με βάση το εθνικιστικό σύνθημα «Πρώτα η Αμερική», που στην ουσία σημαίνει «Μόνο η Αμερική». Η στενή μάλιστα προσωπική και επιχειρηματική συνεργασία του με τον Πούτιν, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού στην Ευρώπη.
Πριν αρκετά χρόνια συμφωνήθηκε η δέσμευση όλων των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να διαθέτουν τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ τους σε αμυντικές δαπάνες. Η Γερμανία πρώτη αύξησε τις αμυντικές δαπάνες της, διαπιστώνοντας την μεγάλη υστέρηση της στον τομέα αυτόν.
Όμως, αυτή η δέσμευση ακόμα και σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί από όλους. Ήδη ο νέος πρωθυπουργός της Πολωνίας πρότεινε αυτό το όριο να αυξηθεί και να φτάσει στο 3% του ΑΕΠ κάθε χώρας. Να σημειωθεί εδώ ότι η Ελλάδα επί πολλά χρόνια ξοδεύει περισσότερα από αυτό το ποσοστό.
Πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) δημοσιοποίησε την Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανική Συνεργασία-EDIS, που περιλαμβάνει συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους κοινών προμηθειών, εμπορίου και παραγωγής μέχρι το 2030, συν χρηματοδοτήσεις 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ για την ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Το εγχείρημα βασίζεται στη διαπίστωση ότι ενώ οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. δαπανούν πολλά για τις αμυντικές βιομηχανίες τους, το γεγονός ότι η καθεμιά ακολουθεί ξεχωριστό δρόμο οδηγεί σε πολύ χαμηλότερα αποτελέσματα από άλλες δυνάμεις εκτός Ευρώπης, παρότι οι τελευταίες διοχετεύουν μικρότερα ποσά στις αμυντικές προμήθειες τους.
Η ΕΕ προχωρά με μικρά βήματα προς μια Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας. Αυτό είναι απολύτως αναγκαίο ώστε να μπορέσει να γίνει γεωπολιτικός παίκτης παγκοσμίως με ισχυρό διεθνές αποτύπωμα. Είναι φυσικό σε αυτόν τομέα η Γαλλία να επιθυμεί πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς μετά την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., είναι η μοναδική χώρα της ΕΕ μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, έχει παρουσία και συμφέροντα σε πολλά μέρη του κόσμου, διαθέτει τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνατότητες, καθώς και η μόνη με πυρηνικό οπλοστάσιο.
Για πολλά χρόνια οι ΗΠΑ θα είναι βασικός παράγοντας στο σύστημα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αλλά επειδή ουδείς γνωρίζει τις μελλοντικές εξελίξεις, τα βήματα της Ευρώπης είναι αναγκαίο να επιταχυνθούν. Ήδη υπάρχει η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία-PESCO για την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ που επιθυμούν. Σε αυτήν μπορούν να συμμετέχουν και ευρωπαϊκές χώρες μη-μέλη της ΕΕ, όπως η Νορβηγία, ίσως μελλοντικά η Τουρκία, κ.α.
Σε πρώτη φάση στόχος είναι η ενίσχυση του ευρωπαϊκού πόλου εντός του ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο αυτό, πρόσφατα έφτασαν στις 21 οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ που εντάσσονται στο κοινό σύστημα αντιπυραυλικής και αντιαεροπορικής άμυνας, που ονομάζεται “Ευρωπαϊκή Ασπίδα του Ουρανού-ESS”, κάτω από τον συντονιστικό ρόλο της Γερμανίας.
Παράλληλα όμως είναι αναγκαίο να ετοιμάζεται και μια ευρωπαϊκή αυτόνομη παρουσία και στρατηγική στα θέματα ασφάλειας. Αυτό δεν σημαίνει ρήξη με τις ΗΠΑ, αλλά προσπάθεια για διαμόρφωση μιας -όσο το δυνατόν- ισότιμης συνεργασίας ΕΕ-ΗΠΑ.
Επίσης θα είχε ιδιαίτερη σημασία, πέραν των ΗΠΑ, η ΕΕ να προχωρήσει σε απευθείας συνεργασίες στον αμυντικό τομέα με χώρες εκτός Ευρώπης που έχουν παρόμοια συμφέροντα και αρχές, όπως Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα.
***
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για την Ομοσπονδία της Ευρώπης-ΕΕνΟΕ
———
Και αν εκλεγεί πάλι ο Τραμπ ; / ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ANATROPI NEWS
2024-01-28 22:17Anatropi News, 28/1/2024
Και αν εκλεγεί πάλι ο Τραμπ ;
Εντός του 2024 θα διεξαχθούν εκλογές σε χώρες που περιλαμβάνουν τον μισό σχεδόν πληθυσμό του πλανήτη. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η πιο σημαντική -για τις διεθνείς εξελίξεις- εκλογική αναμέτρηση θα είναι οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, τον προσεχή Νοέμβριο.
———
Όλα τα άρθρα